Αποστάριστα
by Emperor on Mar.17, 2010, under Uncategorized
Axaliko, φίλε μου ψες σε γύρευα στο ΝΙΟΚ αλλά δεν σε βρήκα. Στο ξαναλέω είμαι πάρα πολύ καλά, άσχετα με τα ποστ μου. Το ‘Απόδραση’ ήταν το κείμενο που έστειλα στο διαγωνισμό 1η του Δεκέμβρη. Αρκετά θυμωμένος είμαι, ως συνήθως, κυρίως με μένα, αλλά αυτό είναι συνηθισμένο. Και δε μ’απαγορεύει να λειτουργώ φυσιολογικά, γελώντας και φλερτάροντας όταν νοιώθω έτσι. Να φανταστείς σήμερα μέχρι και μια φίλη με χίλιες σκοτούρες βοήθησα να νοιώσει καλύτερα συμβουλεύοντάς την και ανακουφίζοντάς την (και φλερτάροντάς την, εννοείται). Όσο για τα παιδιά, θ’ανεβάσω ποστ, αν και νομίζω σ’ένα απ’τα πάρακάτω λέω αρκετά. Αλλά προς το παρών, αν αποφασίσω να κάνω, ακόμα μπορώ (νομίζω τουλάχιστο). Σ’ευχαριστώ πάντως πάρα πολύ. Έδειξες τι άνθρωπος είσαι. Αλλά στο λέω. Εκτός του ότι είμαι είτε πολύ δειλός για να αυτοκτονήσω (που πιθανόν να φοβάσαι ότι θα κάνω) είτε πολύ περίεργος να δω τη συνέχεια της ζωής μου, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει λένε στο χωριό μου.
Όσο γι’αυτό το ποστ με όλα τα αποστάριστά μου, σκεφτόμουνα να το κάνω κομμάτια. Νά’χετε κάτι κάθε μέρα. Μετάνοιωσα. Όποιος θέλει θα το διαβάσει έτσι κι’αλλοιώς. Η σειρά είναι με βάση την κατάταξη στο blogging file μου (ναι, μετά το yupi πάντα τα γράφω στην word πρώτα και έχω αρχείο), άρα όχι με χρονολογική σειρά. Είναι ποστς που ξεκίνησα, είτε έχοντας την ιδέα για το τι θα γράψω αλλά έμειναν στις 3 γραμμές, είτε μισά. Ακόμα και με το ωροσκόπιό μου θα ασχολούμουν. Αν μού’φυγε και δημοσίευσα κάτι ξανά απολογούμαι. Το πιο πρόσφατο είναι του περασμένου Σαββάτου. Τώρα έχω εμπνεύσεις για άλλα. Θα δούμε. Σας φιλώ…
Υ.Γ. Δεν ξέρω γιατί ακόμα… Αλλά ναι, κάποτε τραβάω κάτι στα άκρα, όσο δεν πάει άλλο. Ίσως για να δω πόσο αντέχει, πόσο αξίζει, που είναι τα άκρα, αν υπάρχουν άκρα. Ίσως για να τελειώνει γρηγορότερα και να κάνει τόπο στο νέο που θά’ρθει. Κι’ας μην το περιμένω…
- One night stand, fuck, whatever…
Το ποστ της μικρής Suzie, ή πως τη λένε στ’αλήθεια, με προβλημάτισε αρκετά. Τό’πα παλιά, πως ήταν στη σκέψη μου να ανεβάσω ένα ποστ για τη ξεπέτα, και σκεφτόμουνα σοβαρά να σταματήσω τις υποτιθέμενες γνωριμίες και φιλικές σχέσεις που οδηγούσαν στο πήδημα, μιας και αρκετές εκεί τελείωναν, με αρκετό χαμένο χρόνο που μπορούσε να απφευχθεί απ’την αρχή, και να δοκιμάσω την τύχη μου στην ξεπέτα. Όχι, πραγματικά μέχρι σήμερα δεν έχω κάνει ξεπέτα. Όχι ότι απ’τις άλλες σχέσεις έχω κάνει σωρηδών (έτσι γράφεται αυτό?), αλλά ξεπέτα τίποτα. Κι’επειδή η Susie μου φαίνεται πως είναι τουλάχιστο το δεύτερο κορίτσι εδώ μέσα που κάνει ξεπέτες, συνειδητά εννοώ, σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα και για το δικό μου ποστ. Αλλά όπως και να το κάνουμε, το μυαλό τριγυρίζει σε διάφορα γεγονότα του παρελθόντος, κυρίως σεξουαλικά, με αποτέλεσμα να μην επικεντρωθώ αποκλειστικά σ’αυτό. Βρήκα και αρκετά τραγουδάκια για τη ξεπέτα, αλλά μόνο 2, άντε 3 θα σας βάλω ν’ακούσετε. Ξέρω, ο μανιακός αναγνώστης μου/μας κλανιάρης θα τα πάρει στο κρανίο που πάλι μιλάω για μένα, μα τι να γίνει? Φαίνεται είμαι το πιο ενδιαφέρον πράγμα που μπορώ να μιλήσω. Η πρώτη μου σεξουαλική επαφή, η πρώτη φορά που γάμησα δηλαδή, δεν ήταν και ότι καλύτερο μου συνέβηκε. Ήταν με πόρνη, μιας και μικρός ήμουνα ντροπαλός και δειλός, ευγενικός και καμία σχέση με ότι είμαι τώρα (μιλάμε για μια κρίσιμη περίοδο της ζωής μου, όχι απ’την αρχή). Και μάλιστα, ενώ 2-3 φορές προσπάθησα να το κάνω, κόβοντας βόλτες έξω απ’τα μπουρδέλα, ακόμα και με φίλους, δεν τόλμησα να μπω μέσα. Όταν το τόλμησα λοιπόν, μπήκα μέσα στην πιο ωραία απ’όσες κάθονταν απ’έξω και περίμεναν πελάτες, με κριτήρια του τότε, πλήρωσα (αυτό θα πει σωστό εμπόριο, προπληρωμή του προϊόντος τοις μετρητοίς), γυμνώθηκα, ξάπλωσα, γυμνώθηκε (δεν είχε και πολλά να βγάλει), μου φόρεσε το προφυλακτικό στον πούτσο, ξάπλωσε δίπλα μου και έπεσα από πάνω της να τη γαμήσω (τότε μπορούσα άνετα να γαμήσω σ’αυτή την στάση). Στο 5λεπτο με ρωτάει ‘Αργείς?’. ‘Ε, ναι’ της απαντώ και όχι, δεν είχα τραβήξει μαλακία πριν πάω για να μην χύσω γρήγορα. Με σπρώχνει λίγο, κάθομαι με διπλωμένα τα πόδια στα γόνατα, κάθεται κι’εκείνη, αρχίζει να μου τον παίζει και μου λέει ‘Όταν κοντεύεις να χύσεις πεσ’το μου’. Σε κανά πεντάλεπτο ή και λιγότερο (μια γρήγορη μαλακία δεν θέλει και πολύ ώρα να φέρει το χύσιμο, ειδικά από μια επαγγελματία) νοιώθω να κοντεύω. Της το λέω, ξαπλώνει και μου λέει ‘Γάμα με’. Τη γάμησα, έχυσα, ντύθηκα, έφυγα. Μέχρι τώρα στη ζωή μου ακόμα μια φορά πήγα με πουτάνα, απλά από περιέργεια να δω πως θα νοιώσω, και μάλιστα με ξένη, στο εξωτερικό. Αυτή τη φορά δε μου τράβηξε μαλακία για να χύσω, αλλά τη σχεδόν μια ώρα που κράτησε η συνεύρεση, αφού και για τόσο είχε πληρωθεί, αρκετές φορές ξενέρωσα, ευτυχώς χωρίς να ξεκαυλώσω ή τουλάχιστο όχι πολύ. Αυτός ήταν κι’ένας απ’τους λόγους που πάντα στη ζωή μου κυνηγούσα το αίσθημα και το συναίσθημα. Ακόμα και στις παράνομες σχέσεις μου, ήθελα να νοιώθω αυτό το φτερούγισμα στην καρδιά, ήθελα να ανήκω και να μου ανήκει. Και στο τέλος έμενα στον άσσο και διερωτόμουνα το γιατί. Σιγά σιγά όμως έμαθα τις γυναίκες. Και τότε ανακάλυψα πως άλλο το ένα κι’άλλο το άλλο. Κι’όσο ανακάλυπτα καλύτερα τις γυναίκες και τις ψυχικές μου ικανότητες, ή ότι άλλο είναι ή νομίζω πως είναι, ανακάλυπτα πως οι γυναίκες, παρ’όλα αυτά που λένε και τις πίστευα, λειτουργούνε ακόμα πιο ενστικτωδώς. Ζήλευα τους φίλους μου που έκαναν γκόμενες στο έτσι (όχι τους παντρεμένους, πάντα ήμουνα εναντίον των εξωγαμιαίων σχέσεων όσο κι’αν σας φαίνεται παράξενο) και έλεγα πως είναι τυχεροί ή χαρισματικοί, κάτι που εγώ δεν ήμουνα. Και όταν κάποια μου έδινε σημασία λίγο περισσότερο απ’το κανονικό, πετούσα. Πόσο μάλλον αν ερωτευόμασταν. Σ’όλη αυτή την ιστορία σχεδόν ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί βρε παιδί μου αφού είμαι τόσο αποτυχημένος η γυναίκα μου είναι ακόμα κοντά μου. Ναι, παντρευτήκαμε για να σμίξουμε τις μοναξιές μας, ναι, ο καθ’ένας μας ένοιωθε κατά καιρούς ένοχος για τη δυστυχία που προκαλούσε στον άλλο, ναι ο καθ’ένας μας δεν ήταν τολμηρός τόσο που να δώσει ένα τέλος και να προχωρήσει πάρακάτω, αλλά ποτέ δεν έβλεπα τι ακριβώς έκανα. Μέχρι που άρχισα να συμπεριφέρομαι και στις άλλες όπως συμπεριφέρομαι και στη γυναίκα μου. Ευγενικά όταν ένοιωθα ευγενικός, γλυκά όταν ένοιωθα γλυκός, χυδαία ή με υπονοούμενα όταν ένοιωθα ανάλογα, θύμωνα και τις απόπαιρνα όταν ένοιωθα ότι αυτό ήθελα, τις κάρφωνα στα μάτια όταν ήθελα, έπαιζα με τις λέξεις όταν ήθελα, τις άφηνα με απορίες και περιέργεια, τις άφηνα να περιμένουν, στα κρύα του λουτρού κλπ κλπ. Και τότε ανακάλυψα πως πάντα έτσι ήμουνα. Ευγενικός μεν, άνετος και cool δε. Και εκείνες με ερωτευόντουσαν πρώτες. Όταν τις ερωτευόμουνα εγώ και έδινα τα πάντα και γινόμουνα χαλί για πάρτη τους τα σκάτωνα. Και σιγά σιγά ανακάλυψα πως τελικά δεν είναι δύσκολο να ρίξεις μια γυναίκα και να τη γαμήσεις. Ακόμα και στο ίντερνετ τα ίδια συμβαίνουν. Στο msn μου έχω 15 contacts. Με 9 απ’αυτές γαμηθήκαμε, δηλαδή κάναμε cyber μιας και καμιά δεν είναι στην Κύπρο, τουλάχιστο μια φορά, με κάποιες υπήρξε και έντονο συναίσθημα, που και τώρα υπάρχει απλά άλλαξε μορφή, και 1 απλά καύλωσε μαζί μου και τράβηξε μαλακία μόνη όταν κλείσαμε. Απ’όλες αυτές μόνο με 4 διατηρούμε ακόμα σχέση και μιλάμε, χωρίς να γαμιόμαστε. Στην ζωή εδώ κάτω με καμιά. Ούτε όμως και με όσες εκδήλωσαν ενδιαφέρον να τις γαμήσω και στο τέλος δεν τις γάμησα. Και αυτές είναι πάμπολλες. Μέχρι και πελάτισσά μου, μ’άφησε τον αριθμό του κινητού της και επειδή δεν την πήρα για να τη γαμήσω, εδώ και 6 μήνες δεν πάτησε το πόδι της. Αυτά τα κουλά, δηλαδή γαμιόμαστε μιλάμε, δε γαμιόμαστε πια δε μιλάμε πια, γαμιόμαστε-σ’αγαπώ-δεν θέλω να με απατάς, σε γύρευα και τό’χες κλειστό, έπαιξες μαζί μου και με πλήγωσες, κλπ, είναι που με έκαναν να σκεφτώ τη ξεπέτα. Βλέπεις, ακόμα κι’αν δεν αγαπάς κάποια, όταν πηδιέσται κι’είναι μόνο μια, όταν είσαι σε σχέση, πάντα κάτι θα πάει στραβά, γιατί πάντα ο εγωισμός σας θα ξυπνήσει μια μέρα, θα φέρει τη ζήλεια, θα χαμηλώσει την αυτοπεποίθηση κλπ. Και αυτό θα συμβεί σε όλες τις σχέσεις, παράνομες και μη. Στις παράνομες είναι ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Μπορεί να δει τα μηνύματα ή τα τηλεφωνήματα η/ο σύζυγος, να πεις κάτι που δεν πρέπει, λάθος όνομα κι’άλλα τέτοια. Άσε που αν είσαι ερωτευμένος/η θα μιλάς γι’αυτόν/ή αρκετά συχνά, θα τον/την σκέφτεσαι, θα χάνεις χρόνο απ’τη δουλειά, τα χόμπυ, τους φίλους κλπ. Κάτι που αν είσαι άντρας και έχεις τουλάχιστο δύο γκόμενες το αποφεύγεις, ενώ γυναίκα, και 10 νά’χει το ίδιο είναι. Και το χειρότερο, πάντα υπάρχει και η περίπτωση να πέσεις σε υστερικιά, να σε κυνηγά, να σε απειλεί και άλλα, ή ακόμα χειρότερα να θέλει να χωρίσεις και να την παντρευτείς ή να κάνει απόπειρες αυτοκτονίας και σε μια να κάνει λάθος και να πετύχει. Ναι, είναι καλύτερα όταν είσαι παντρεμένος να πηδάς άλλες παντρεμένες παρά ελεύθερες, ή οι ελεύθερες που θα πηδάς να μην είναι σε ηλικία γάμου με σιγουριά και ελπίδες για ένα καλό γάμο, δηλαδή να είναι μέχρι τα 25 και πέραν των 38. Δε λέω, πάντα υπάρχουν γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν, ανεξαρτήτως ηλικίας, και ξέρουν πως μαζί σου απλά θα περάσουν, αν περάσουν, καλά λίγες ώρες και λίγους μήνες και τίποτα περισσότερο, και ευτυχώς γνώρισα κι’απ’αυτές μια δυο, αλλά πολύ λίγες. Πήγε τρεις τα ξημερώματα, το ίντερνετ γαμιέται λόγω κακοκαιρίας, πάω να την πέσω και συνεχίζω άλλη φορά….
HTTP://WWW.YOUTUBE.COM/WATCH?V=MHFF55AEEAQ
HTTP://WWW.YOUTUBE.COM/WATCH?V=NC9SAY_XCXY
HTTP://WWW.YOUTUBE.COM/WATCH?V=URTJ6CZJDCW
HTTP://WWW.YOUTUBE.COM/WATCH?V=BFWKTMAMXMK
- ΑΓΓΙΞΕΣ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΑΒΑΣΤΑΚΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ
Άγγιξες πάλι την αβάσταχτη ελφρότητα του ‘είναι′ μου. Μικρός ήθελα να γίνω πιλότος μαχητικού. Το όνειρο τελείωσε στα 14 όταν έβαλα γυαλιά, τα οποία φορούσα μέχρι τα 34, οπόταν έκανα lazer, μόνο και μόνο γιατί ήθελα να περπατώ στη βροχή ελεύθερα. Μετά από τα 14 ότι ήθελα σχεδόν έγινα (εκτός από πυρηνικός φυσικός). Ήμουν αξιωματικός στο στρατό (έδωσα και Σ.Σ.Ε. αλλά με έκοψαν στην Κύπρο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων). Σπούδασα marketing-management, νοσηλευτής, δουλεύω σε τράπεζα, είμαι επενδυτής, τραγουδάω ερασιτεχνικά και φωτογραφίζω κυρίως φύση (μέχρι και σε διαγωνισμούς έβαλα φωτογραφίες και τραγούδησα). Χσίρομαι που στέριωσες σε κάτι. Φτάνει να είσαι ευχαριστημένος. Και γω είμαι, δε λέω, αλλά το (όπως θέλω να πιστεύω) ανήσυχο πνεύμα μου δεν ησυχάζει. Πάντα πιστεύω ότι η ζωή (και ο έρωτας) είναι σαν μια λίμνη. Αν δε φυσαέι τα νερά θα λιμνάσουν και θα μας φάνε τα κουνούπια. Όταν δεν φυσάει, τότε αναταράζω τα νερά εγώ. Κι′ας βραχώ (τελικά μάλλον πρέπει να ανεβάσω ποστάκι μ’αυτά τα σχόλια).
- ΑΦΟΡΜΕΣ
Αφορμές!!! Πάντα υπάρχουν αφορμές για το οτιδήποτε. Απλώς είτε τις ψάχνουμε, είτε μας έρχονται. Αλλά αν δεν τις ψάξουμε, ακόμα κι’αν μας έρθουν δεν τις εκμεταλλευόμαστε. Οι αιτίες υπάρχουν. Είναι μέσα μας. Είναι συναισθήματα που μας δημιουργήθηκαν μετά από παρατηρήσεις, συμπεράσματα και βιώματα, τα οποία πλέον καθορίζουν τις σκέψεις μας. Όχι, δεν είμαι ψυχολόγος. Ένας χοντρομαλάκας είμαι για πολλούς, που τ’αρέσει να ασχολείται ποικιλοτρόπως με την υπέρτατη δημιουργία, τον Άνθρωπο. Τον Άνθρωπο που είτε έχασε το δρόμο του είτε δημιούργησε άλλους δρόμους, άλλα μονοπάτια. «Τα νεαρά ελάφια δεν φοβούνται τις τίγρεις» λέει μια κινέζικη παροιμία. Για ένα απλό λόγο. Δεν τα έχουν μάθει να φοβούνται ακόμα και δεν έχουν δει τίγρη να κατασπαράζει ελάφι ακόμα. Όταν η αγέλη θα τρέξει, τα πλείστα θα τρέξουν μαζί της χωρίς να ξέρουν το γιατί, ίσως θεωρώντας το ακόμα ένα παιχνίδι. Θα το καταλάβουν όταν κοιτάξουν πίσω ενώ τρέχουν και δουν το αδελφάκι τους να κατασπαράζεται, ή ακόμα χειρότερα όταν νοιώσουν την καυτή ανάσα της τίγρεως στο σβέρκο τους. Και τότε δημιουργείται ένα νέο συναίσθημα, ο φόβος. Και συνδέεται πλέον με οτιδήποτε. Η αιτία θα είναι πάντα μέσα τους, ο φόβος. Η αφορμή να τρέξουν θα είναι ποικίλη. Είτε επειδή θα δουν την τίγρη, είτε επειδή ένα ελάφι απ’την αγέλη θα ξεκινήσει τρέξιμο δίνοντας το σύνθημα, είτε επειδή θα δουν τα φύλλα ενός θάμνου να κουνιούνται και πίσω θα διακρίνουν μια σκιά. Έτσι και για να κάνεις οτιδήποτε, είτε σαν δράση είτε σαν αντίδραση. Πρέπει να υπάρχει η αφορμή, το κίνητρο για πολλούς. Αλλά η αιτία θα είναι πάντα η ίδια. Το συναίσθημα που γυρεύει το δρόμο της εξωτερίκευσης. Το πρόβλημα είναι όταν μας δίνεται ή δημιουργούμε λάθος αφορμές και το συναίσθημα βρίσκει λάθος τρόπο να εξωτερικευτεί. Και τότε δημιουργούνται οι δικαιολογίες. Κάποιος είπε: «Οι χαζοί αρνούνται, οι πονηροί δικαιολογούνται, οι τολμηροί παραδέχονται». Το συμπέρασμα? Η χαζομάρα και η πονηριά είναι αδέλφια.
- Βόλτα
Μπαίνω στη γειτονιά. Δεν έχω χρόνο. Βλέπω τα ποστ που σχολίασα χθες να δω τις απαντήσεις. Βλέπω τα σχόλια στο δικό μου. Χρωστάω απαντήσεις. Βλέπω τα καινούρια ποστ. Του Dr Love (όχι γκρίζα γράμματα ρεεεεεεεεεεεε), της Arania, και άλλων και χαίρομαι. Βλέπω το avatar της aglaiabartsoka στου Haribabi, της siwpi στην aglaiabartsoka…
- Διφορούμενα
Αγάπη… Έρωτας… Μίσος… Πόνος… Χαρά… Λύπη… Ευτυχία… Μοναξιά…
- Είμαι παλιόπαιδο και θέλω
Όταν άρχιζα το blogging πριν 21 περίπου μήνες δεν ήξερα τι ήταν, ούτε τι έκανα, ούτε γιατί το έκανα, ούτε τι θά’βρισκα στο μέλλον.
- Έκθεση
Από μικρούς μας τρέλλαναν στις εκθέσεις. Εκθέσεις ιδεών, εκθέσεις στον ήλιο, εκθέσεις σε κινδύνους, εκθέσεις στη ραδιενέργεια (την εποχή του Τσέρνομπυλ ήμουν κοντά σας, Αθήνα και Θεσσαλονίκη), εκθέσεις στην κοινωνία, εκθέσεις… Ναι, από μικρός, πόσες φορές να το πω, ήμουν τόσο βλάκας ή τόσο ατίθασος, που δεν καταλάμβαινα από κανονισμούς, νόμους, οδηγίες κλπ. Ναι, δώσε μου ένα καλογραμμένο manual, ελληνιστί ‘εγχειρίδιο λειτουργείας και χρήσεως’ και μπορώ να σου πετάξω μέχρι και F16 και Διαστημοπλάνο. Αλλά μη μου λες πως να κάνω κάτι. Άσε με ελεύθερο να εκφραστώ. Μη με πνίγεις. Κι’ας εκτίθεμαι. Εκτίθεμαι, θα εκτεθώ, με εκθέτεις… Τί είναι αυτές οι λέξεις? Ποιο το νόημά τους? Πάντα ήμουν τις φιλοσοφίας και της πράξης του Άν κάνω κάτι μπροστά στα μάτια του Θεού και δεν ντρέπομαι, πώς είναι δυνατόν να ντρέπομαι τους συνανθρώπους μου? Πολλές φορές με άκουσαν να λέω, κι’ας ,με παρεξηγούν ως συνήθως, πως καλύτεροί μου υπάρχουν, χειρότεροί μου υπάρχουν, σαν εμένα μάλλον όχι και ανώτεροί μου σίγουρα όχι. Γιατί όλοι είμαστε ίσοι. Όλοι. Όλοι κάνουμε τα ίδια πράγματα, τα ίδια λάθη, τα ίδια πάθη. Είναι κι’αυτός ένας απ’τους λόγους που γενικά δε λέω ψέματα. Γι’αυτό και όταν πω με σιχαίνομαι. Γι’αυτό και όταν αλλάζω συμπεριφορά ή ‘αφήνω’ έξω απ’το λεξιλόγιό μου κάποιες λέξεις, δεν το κάνω επειδή εκτίθεμαι μπροστά στους άλλους, αλλά επειδή προσβάλλομαι σε μένα. Είμαι το κέντρο του κόσμου? Ναι, είμαι το κέντρο του κόσμου μου. Όπως ο καθ’ένας μας είναι το κέντρο του κόσμου του. Ο πρωταγωνιστής του έργου μας. Εκτίθεμαι. Που? Στους άλλους? Μα δεν κάνω αυτό κάθε μέρα? Δεν κάνουν όλοι αυτό κάθε μέρα? Επώνυμα ή ανώνυμα σε γνωστούς και αγνώστους? Ακούγεται το όνομά μου και αμέσως κάποιοι φέρνουν στο μυαλό εμένα, κάποιοι αυτά που άκουσαν για μένα. Τι πρέπει δηλαδή, να φροντίσω να δώσω σ’αυτούς αυτό που θέλουν? Να γίνω κάποιος που όταν βλέπουν ή ακούν να τους δημιουργείται αμέσως ευθυμία, ενώ είμαι ένα κάθαρμα, απλώς για να έχω κόσμο να μ’αγαπά? Μα δεν αγαπά εμένα. Αγαπά κάποιον άλλο. Τι κι’αν υβρίζω ενίοτε? Τι κι’αν θυμώνω συχνά? Τι κι’αν είμαι γλυκός ή αυστηρός, ή κάφρος, ή άγριος, ή γέρος ή μωρό? Δεν είμαι εγώ? Εγώ είμαι και κανείς άλλος. Θα φροντίσω να μη δείξω στον κόσμο τα κακά μου αλλά τα καλά μου? Θα είμαι μισός? Κι’ο άλλος μισός? Που θα τον κρύψω, έ? ‘Μιλάς πολύ και εκτίθεσαι’, μου λένε. Διότι όταν μιλάς πολύ είτε λες πράγματα που τα κλέβουν οι άλλοι και τα παρουσιάζουν σε λίγο καιρό για δικά τους, είτε λες πράγματα που εκ των υστέρων αποδεικνύονται λάθος, είτε προσβάλλεις τους άλλους με το να λες τα λάθη τους και τα κακά τους. Έλα τώρα… Αν η άλλη είναι πουτάνα και πηδιέται δεξιά και αριστερά με τον πρώτο τυχόντα που μπορεί να είναι το αφεντικό της ή ένας συνεργάτης ή ένας άγνωστος στο μπαρ ή στο ίντερνετ που του συστήθηκε με ψευδώνυμο, φταίω εγώ που το κρύβει και μας το παίζει και η πιστή σύζυγος και μου τη δίνει? Αν ο άλλος είναι ηλίθιος και είναι εκεί που είναι λόγω γνωριμιών και κλέβει αυτά που λέω για δικά του, φταίω εγώ που θα τον κράξω δημόσια? Αν η άλλη μεθάει και γίνεται ζώον, και ο άλλος μεθάει και πηγαίνει να ανοίξει ταμείο και λιποθυμούν οι πελάτες, φταίω εγώ που θα τον χέσω?
ΑΓΑΠΗΘΗΚΑ ΠΟΛΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΠΩΣ ΗΘΕΛΑ
ΚΙ’ΑΓΑΠΗΣΑ ΠΟΛΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΠΩΣ ΤΟ ΗΘΕΛΑΝ
- Αλληγορικά
Και όμως αυτή η αλληγορία σε κάποιους είναι η πραγματικότητα. Σε κάποιους είναι η μισή πραγματικότητα. Όσο για το ότι αντέχεις να το πεις μπράβο σου. Το θέμα είναι να αντέχεις και αυτούς που δεν αντέχουν να ακούν, είτε να σε βλέπουν είτε να σου μιλούν. Αντέχεις όχι τη δράση αλλά την αντίδραση. Η δράση είναι σχεδόν πάντα ελεγχόμενη, η αντίδραση σχεδόν πάντα απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη. Εδώ φαίνονται οι αντοχές. (Στη ζωή μου μόνο ένα άτομο ήθελα πάρα πολύ να δείρω λόγω μεγάλου θυμού. Την πρώην μου. Μια πρώην μου τέλως πάντων. Ποτέ δεν τό’κανα για ένα λόγο… Της άρεσε και δεν θα ήταν τιμωρία αλλά ευχαρίστηση. Για μένα όχι)…
- Πάρε το χέρι μου
Σάββατο πρωί. Νες βαρύ γλυκό όλο γάλα. Κυπριακό καθαρά. Τσιγάρο, μουσική, βόλτα στα ποστς. Τα μαθήματα περιμένουν, οι δουλειές περιμένουν, όλα περιμένουν. Πάντα κάποιος περιμένει εμένα. Ποτέ σχεδόν στην ώρα μου. Τους λέω πως για όλα φταίει η μάνα μου γιατί την πιάσαν οι πόνοι Σάββατο βράδυ, ο αμνιακός σάκκος έσπασε Κυριακή βράδυ και γεννήθηκα Δευτέρα βράδυ με καισαρική. Από τότε πάντα κάποιος με περίμενε. Και πάντα αργούσα. Από τότε ήμουν εκτός ελέγχου. Κι’ας είχα αυστηρό. Πειθαρχία δήθεν. Βασικά όρους που πάντα παρέβαινα και πάντα τιμωρούμουν γι’αυτό. Εκτός αν ο έλεγχος ήταν διαρκής, οπότε δεν παρέβαινα τους νόμους. Νόμοι, όροι, νόρμες, τιμωρία, ανταμοιβή… Η φύση είναι ακόμη ολοπράσινη. Τα χελιδόνια άρχισαν να επιστρέφουν και στις φωλιές στο σπίτι μας. Η ατμόσφαιρα με σκόνη, μια φωτεινή θλίψη. Προστασία και δυσφορία μαζί. Το γκαζόν περιμένει να το περιποιηθώ, η Κόρα, η μηχανή μου, περιμένει να την βολτάρω, ο γείτονας, 300 μέτρα μακρυά, θυμώνει πάλι στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Ευτυχώς εγώ δεν έχω παιδιά και θυμώνω μόνο στους άλλους. Τα πουλιά και η μουσική μ’αφήνουν να ταξιδεύσω. Τα ποστς σας με επιστρέφουν. Οικογένεια φτωχή. Μέχρι τα 2μισύ μου μ’ένα μισθό. Στα 2μισύ μου η μάνα μου μ’άφηνε σπίτι κλειδωμένο, με ένα ρούχο δεμένο στο χερούλι του ψυγείου για να μπορώ να το ανοίγω και φαγητό στο φούρνο και ξαναβγήκε στη δουλειά. Απ’τα 14 δούλευε, τώρα θα καθόταν σπίτι? Τώρα το όνειρό της είχε σάρκα, οστά και όνομα. Έπρεπε να το μεγαλώσει όσο καλύτερα μπορούσε, χωρίς να του λείψει ότι έλειψε σ’αυτήν, για να βγει περήφανος, άξιος και δυνατός στην κοινωνία και να την κάνει περήφανη. Ο πατέρας μου είχε ακόμα ένα γιο. Τώρα αναλάμβανε η μάνα του, η δεύτερή του γυναίκα. Αυτός κοντά πάντα στα δύσκολα. Μια αγάπη που δεν ήξερε πώς να την δώσει μιας και ποτέ δεν είχε πάρει για να ξέρει τον τρόπο. Απλώς ήξερε πως η πειθαρχία και η γνώμη του κόσμου ήταν σημαντικά για να γίνεις αποδεκτός και αγαπητός στην κοινωνία. Και καμιά πουτανίτσα μέσα μέσα. Ο πατέρας μου γκομενιάρης και πουτανιάρης γνωστός. Και πριν κάνει τον πρώτο του γάμο, και μετά, και μετά τον δεύτερό του γάμο, που ακόμα ισχύει. Και γλεντζές γνωστός. Όπως και ο παππούς μου, όχι τον πατέρα του αλλά τον πατέρα της μάνας μου, κι’ας ήταν κοντός. Αυτός κι’αν ήταν γκομενιάρης. Μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Γονίδια μάλλον. Θυμούμαι πως σε 2-3 νηπιαγωγεία που είχα πάει, με την πρώτη τιμωρία που με έβαζαν οι νηπιαγωγοί ήθελα να φύγω. Και έφευγα. Προτιμούσα σπίτι, με το καθιστικό άδειο από έπιπλα για να βολτάρω με το ποδήλατό μου, το κομμάτι ρούχο στο ψυγείο, το φαγητό στο φούρνο, το ραδιόφωνο και λίγο αργότερα και το τηλέφωνο. Μέχρι το δημοτικό που τα δειλινά και τα καλοκαίρια γέμισαν με παιχνίδι. Ναι, ακόμη κι’εκεί με περίμεναν. Όχι στο σχολείο ή στο παιχνίδι. Μόνο στο σπίτι, μέχρι να νυκτώσει και να μη βλέπουμε να παίξουμε. Η τιμωρία δεδομένη αφού παρέβηκα τους κανόνες, κι’ας ήμουνα νηστικός απ’το διάλειμμα. Έτσι ήταν. Πρώτα η τιμωρία και μετά το φαγητό για να μεγαλώσω και να δυναμώσω. Εκτός απ’το παιχνίδι, στη ζωή μου έμπαιναν και άλλα πράγματα σιγά σιγά. Στην αρχή είχε μπει η βοήθεια προς τους γονείς. Κυρίως προς τη μάνα μου. Τη βοηθούσα στη δουλειά της, όχι τόσο στο σπίτι, μιας και σπίτι το μόνο που έκανα ήταν είτε να ετοιμάσω το τραπέζι είτε να βουρτσίσω τα παπούτσια όλων. Ενώ στη δουλειά της, σε κλινική, από μικρός, απ’τα 7 περίπου, έπλαινα τα πιάτα των ασθενών και κάποιες φορές σιδέρωνα απλά πράγματα, όπως δισκόπανα, πετσέτες κλπ. Η μητέρα μου τότε άρχισε να δουλεύει και βράδυ, διανυκτερεύοντας σε γιαγιάδες που ήθελαν φροντίδα στην αρχή, και μετά σε γυναικολογική κλινική βραδυνή. Ποτέ δεν είμασταν πλούσιοι, αλλά, παρ’όλο που απ’τα 6 μου πάλι δεν είχαμε τίποτα, ούτε ρούχα, ούτε έπιπλα και σίγουρα ούτε λεφτά, λόγω του πολέμου και της προσφυγιάς, με τις 2 δουλειές της μαμάς περνούσαμε καλά. Ο μπαμπάς ήτανε για δυομισυ χρόνια άνεργος λόγω του πολέμου, αλλά και μετά προσπαθούσε να κάνει ένα γερό κομπόδεμα για το μέλλον, ένα μέλλον που ήρθε αλλά το κομπόδεμα χάθηκε σε αρκετά μεγάλο μέρος, ευτυχώς όχι όλο αφού λόγω διαφόρων καταστάσεων πέρασε στο χέρι μου και διατηρήθηκε. Υπήρχαν περιπτώσεις που έκανα 2 μέρες να δω είτε τη μαμά είτε το μπαμπά είτε και τους δυο. Κι’ας μέναμε στο ίδιο σπίτι. Πάντα το Σαββατοκύριακο βλεπόμασταν λίγο περισσότερο, αλλά δεν έκανε και μεγάλη διαφορά, εκτός απ’το ότι τρώγαμε μαζί. Ενόσω ήμουνα στο δημοτικό, υπήρχαν φορές που παρακαλούσα τη μητέρα μου, στο έτσι, να καθήσει για λίγο και να με πάρει αγκαλιά. Το έκανε, για κανά 5λεπτο, και μετά πίσω στα δικά μας. Έβλεπα κάποιους φίλους μου τότε που οι γονείς τους ήταν χωρισμένοι και ήθελα να χωρίσουν κι’οι δικοί μου για να περνάω καλύτερα. Έβλεπα τους άλλους να είχαν αδέλφια και ήθελα και γω ένα. Πέρασα την εφηβεία το ίδιο μόνος. Ενηλικιώθηκα το ίδιο μόνος. Επιβίωσα απ’όλες τις κακουχίες μόνο με προστασία απ’αυτούς που αρκετοί θεωρούν ως μη υπάρχοντες. Και άλλοι θεωρούν ως ψυχασθένεια. Και αρκετοί ως εμπειρία. Βλέπω παιδιά να μεγαλώνουν γύρω μου χωρίς κάποιον απ’τους γονείς τους. Και βλέπω τη διαφορά. Άλλο να πεθάνει ο ένας γονιός, άλλο να φύγει ο πατέρας κι’ άλλο να φύγει η μητέρα. Και είναι το χειρότερο. Η μεγαλύτερη πουτάνα να είναι η μάνα, ο πιο σκατοχαρακτήρας, είναι πολύ σημαντική στο παιδί. Γιατί, όσο κι’αν δεν το παραδεχόμαστε, αυτό το χάδι, αυτή η αγκαλιά, αυτό το φιλί της μάνας είναι που δίνει την ηρεμία στο παιδί. Όπως παλιά σας είχα αναφέρει για την ωκυτοκίνη, την ορμόνη της γαλήνης, που εκρίνεται απ’το άγγιγμα και την αγκαλιά της μάνας προς το παιδί. Και το βλέπω, κι’από παραδείγματα σε δικά μου πρόσωπα, κι’από παραδείγματα άλλων, ακόμα και εδώ μέσα. Η παρουσία της μάνας, όσο χάλια κι’αν είναι, κάνει πιο υγιή ακόμα και μια καθ’όλα συναισθηματική ανισορροπία. Ναι, πάντα μας λείπει ο πατέρας αν έχει φύγει ή αν ήταν απών εν τη παρουσία του, αλλά τίποτα δε μας λείπει όσο αυτό το χάδι κι’αυτή η αγκαλιά αν δεν τα έχουμε τον καιρό που τα χρειαζόμαστε. Θυμούμαι, όταν φοιτούσα στο κολλέγιο, μας έκανε παιδοψυχολογία μια ισραηλίτισα μ’αμερικάνικη υπηκοότητα ανύπαντρη δόκτωρας. Μια μέρα τη ρώτησα αν οι παιδοψυχολόγοι εφαρμόζουν όλα αυτά που λένε στα δικά τους τα παιδιά. Χαμογέλασε και μου είπε απλά πως με τα παιδιά τους δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά γονείς. Και κάνουν τα ίδια πράγματα όπως όλοι οι γονείς, είτε σωστά είτε λάθος. Θυμούμαι όταν έκανα τα μαιευτικά στη νοσηλευτική, 2 περιπτώσεις πολύ έντονα. Στη μια, μια μόλις 18χρονών, που έμεινε έγκυος καταλάθος απ’τον στρατιώτη στο κοντινό φυλάκιο και παντρεύτηκαν, καθόταν πάνω απ’το μωρό της με τον άντρα της και το έβλεπαν σαν χαζοί, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να κάνουν οτιδήποτε. Και την ίδια εποχή, μια 43χρονη που επί χρόνια έκανε προσπάθειες να αποκτήσεις παιδιά, που κρατούσε το νεογέννητό της, του μιλούσε, το χάιδευε, του γελούσε, χόρευε μαζί του. Όπως θυμούμαι και μια άλλη μάνα, όταν έκανα τα παιδιατρικά, που απ’τη μια ήτανε δίπλα στο άρρωστο με ίωση παιδί της, κι’απ’την άλλη με έβλεπε, χαμογελούσε, χαίδευε τις τρίχες του χεριού μου και μου έλεγε πόσο της άρεσα. Μόλις χθες παρ’ολίγο να δείρω πελάτη, 35χρονο με master, επειδή ακόμα και να έρθει σε μένα να υπογράψει έπαιρνε τηλέφωνο η μάνα του να της εξηγήσουμε που είμαι, και ενώ οι προσφορές έκλειναν στις μιάμισυ και ήτανε ήδη μια και είκοσι, θα επέστρεφε σπίτι να πάρει τους φακέλλους με τις προσφορές που τις άφησε της μάνας του να τους ετοιμάσει, 35 χρονών χωρίς λογαριασμό, όπως και ο πατέρας του, με όλα τα λεφτά κι’όχι μόνο να τα διαχειρίζεται η μάνα του. Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα να μεγαλώνεις χωρίς τους γονιούς σου, εννοώ με ανάδοχη οικογένεια, ή όχι. Το σίγουρο είναι πως όσο χάλια κι’αν είναι μια μάνα, είναι καλύτερα να μεγαλώνεις μαζί της παρά χωρίς μάνα. Κι’ίσως αυτό να είναι και το μεγάλο πρόβλημα στα ορφανοτροφεία και στα νηπιαγωγεία και στις σύγχρονες οικογένειες που τα παιδιά τα μεγαλώνει η αλλοδαπή. Το ότι δε νοιώθουν μάνες αλλά φροντίστριες. Κάτι που δεν συνέβαινε τα παλιά χρόνια που τα παιδιά τα μεγάλωνε η τροφός, μιας και ένοιωθε και ήταν πιο μάνα κι’απ’τη μάνα. Γι’αυτό και είμαι εναντίον της υιοθεσίας παιδιών από γκέϋ άντρες. Γι’αυτό και είμαι εναντίον του να μεγαλώνουν τα παιδιά οι γιαγιάδες αν η μάνα φύγει και τ’αφήσει (δε μιλάω για τις περιπτώσεις που τα προσέχει μέχρι να επιστρέψει η μάνα απ’τη δουλειά). Αν μια μάνα μεγάλωσε με τέτοιο τρόπο την κόρη της που έφυγε κι’άφησε τα παιδιά της, πώς μπορεί να μεγαλώσει το εγγόνι της? Κι’όχι, καμία σχέση αυτά που λέω με το να μεγαλώνει ο πατέρας το παιδί επειδή λείπει η μάνα για λίγο καιρό λόγω δουλειάς. Πόσο καιρό είναι το λίγο? Πόσο μπορείς να περιμένεις ή να κάνεις υπομονή? Μια ολόκληρη ζωή. Βλέπετε το να περιμένεις σημαίνει ελπίδα. Και η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Μετά από σένα. Αλλά περιμένοντας κάτι, αφήνεις πίσω σου όλα τα άλλα. Δε σημαίνει πως είναι κακό. Δε σημαίνει πως είναι καλό. Ότι κι’αν κάνεις σημασία έχει πως το κάνεις. Οι αίθουσες αναμονής είναι φυλακές. Ελάχιστες φορές περιμένεις για κάτι ευχάριστο και έρχεται. Σε τρώει η αγωνία. Αρκετές φορές χωρίς αποτέλεσμα. Κι’όμως περιμένεις. Περιμένεις γιατί φοβάσαι να πας πάρακάτω, περιμένεις μήπως έρθει αυτό που θες αλλά επειδή δεν σε βρήκε πήγε αυτό πάρακάτω. Μα αν σε θέλει δεν θα σε περιμένει. Θα σε ψάξει να σε βρει. Όταν θέλουμε κάτι το ψάχνουμε, δεν το περιμένουμε. Ακόμα και τα θαύματα έρχονται χωρίς να τα περιμένουμε. Απλά έρχονται διότι πιστεύουμε ότι γίνονται, όχι γιατί πιστεύουμε και τα περιμένουμε να συμβούν. Προσωπικά έχω τεράστια υπομονή για κάποια πράγματα αλλά καθόλου για άλλα. Κριτήριο μάλλον το αποτέλεσμα. Αρκετές φορές και η διαδικασία. Άλλο το να περιμένεις κάτι άπρακτος, κι’άλλο το να περιμένεις κάτι απολαμβάνοντας τα ενδιάμεσα. Όπως το θάνατο. Το μόνο σίγουρο. Διαφέρει ο τρόπος κι’ο χρόνος. Και κάνεις τα πάντα για να απολαύσεις ολόκληρη τη διαδρομή μέχρι να έρθει. Όπως κάνω, ή προσπαθώ να κάνω και γώ. Αρκετές φορές όμως, απλώς φέρνω το τέλος εγώ. Όχι της ζωής ρε. Σε άλλα πράγματα. Σε κάποιες σχέσεις που δεν υπάρχει πλέον απόλαυση, σε κάποια ταξείδια που είναι μονότονα. Όχι, οι φουρτούνες δεν έχουν καταλυτική επίδραση στο τέλος. Εκτός αν με βγάλουν σε ξέρα και το πλοίο βυθιστεί. Τότε περιμένω σα ναυαγός, αλλά ξεκινώ με το ανάποδο συναίσθημα. Δεν θα’ρθει ποτέ. Διαβιώνων και προσπαθώ να απολαύσω το ναυάγιό μου. Κι’αν έρθει ήρθε. Ποτέ μην περιμένεις για οτιδήποτε. Ούτε καν εσένα. Προχώρα. Πολλές φορές μου λένε γιατί μιλάω για μένα, γιατί εκτίθομαι. Αρκετές φορές το σκέφτηκα. Όχι, δεν είναι για να κάνω εντύπωση, τουλάχιστο αυτό πιστεύω. Πάντα λέω, εγώ που πιστεύω στο Θεό, κι’ας είμαι παλιάνθρωπος, πως αν κάνω κάτι και με βλέπει ο Θεός και δε ντρέπομαι, γιατί να ντραπώ τους ανθρώπους που κανείς τους δεν είναι καλύτερος από μένα, ανώτερος από μένα? Ειδικά οι καλύτεροι άνθρωποι, που ευτυχώς υπάρχουν, είναι αυτοί που δεν θα σοκαριστούν, δεν θα κατακρίνουν. Γιατί καλύτεροι άνθρωποι είναι αυτοί που ξέρουν να αγαπούν απλόχερα, εγκάρδια, αγνά. Όπως αυτές τις ευγενικές ψυχές που ζηλεύω, θαυμάζω και κυνηγώ να έχω λίγη απ’την αύρα τους.
- Σχόλιο
Πολυαγαπημένεη Filira (που με έχεις κάνει να φοβάμαι πλέον να σε νοιώσω και προσπαθώ μόνο να σε καταλάβω ελπίζοντας ότι το καταφέρνω σε αρκετό βαθμό
). Ανέκαθεν έλεγα ότι δεν υπάρχουν κακές ψυχές, μόνο μυαλά. Υπάρχουν τα βασικά ένστικτα που επηρεάζοντας τα συναισθήματά μας οδηγούν το μυαλό στην αναζήτηση τρόπων και ενεργειών για την ικανοποίησή τους. Υπάρχουν οι ψυχές που αναζητούν χρησιμοποιώντας το μυαλό και το ένστικτο την πληρότητά τους, αυτό που πιθανόν ο κόσμος να λέει ευτυχία. Όμως αρκετές φορές το μυαλό ενεργεί για την ικανοποίηση ενός συναισθήματος που οδηγεί τις ψυχές στην κόλαση. Για παράδειγμα, κανείς ποτέ δεν ξέρει ακριβώς τι οδηγεί μια πόρνη στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Και είμαι σίγουρος ότι καμιά δεν το αρχίζει χωρίς ψήγματα έστω ενοχών και απογοήτευσης. Όμως αν για κάποιο λόγο δε μπορεί να κάνει πίσω, ασυναίσθητα οικειοποιεί μια συμπεριφορά που δεν την αφήνει να πέφτει στη μιζέρια. Η συμπεριφορά είναι πακέτο του μυαλού. Και για να το καταφέρει αυτό, κάπου ‘εξαφανίζει′ τη ψυχή στον πάτο για να μη μπορεί να διαμαρτυρηθεί ούτε να επαναστατεί. Δε σημαίνει ότι δεν είναι κυρία. Αλλά εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά της. Μπορεί ταυτόχρονα να υπάρχει μια απλή γυναίκα που να έχει ακριβώς την ίδια συμπεριφορά. Δε σημαίνει ότι είναι κυρία. Όπως επίσης μια ‘μοιχαλίδα’ δε σημαίνει ότι είναι κυρία ή δεν είναι απ’αυτό που κάνει, ή ότι είναι καλύτερη ή όχι απ’άλλη που δεν είναι. Και δυο γυναίκες με τις ίδιες ιδιότητες δε σημαίναι ότι θα κριθούν το ίδιο. Και φυσικά τα ίδια ισχύουν και για τους άνδρες. Τώρα, γιατί θα πρέπει να κριθούν από μας? Είναι απαραίτητο και αναγκαίο, για τη δική μας ασφάλεια και/η καλοπέραση. Τα όμοια έλκονται. Αν δεν κρίνεις αν ταιριάζεις με τον άλλο πώς θα προχωρήσεις οποιαδήποτε σχέση? Που τα χαλάμε? Όταν κρίνουμε λάθος. Ποια η μεγαλύτερη τραγωδία? Όταν χαλάσουμε μια σχέση δυο άτομα που ταιριάζουμε λόγω παρεξήγησης ή λόγω διαφορετικού βαθμού ανάγκης ή δεσίματος στη σχέση. Μ’αρέσουν τα ρητά, κι′αρκετές φορές δημιουργώ και γω κάποια (αρκετά δε τα είχα στείλει και δημοσιεύτηκαν και στην ενδο-ιστοσελίδα της τράπεζας που εργάζομαι). Ένα απ’αυτά είναι αυτό που διαβάζεις κάτω απ’τα σχόλιά μου. Ένα άλλο που είχα πει κάποτε είναι πώς ‘Οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι αυτοί που γνώρισαν την ευτυχία και την θυσίασαν για την ηρεμία ή την καλοπέραση ή γενικά για λόγους κατώτερούς της. Αν πρόσεξες λίγο πολύ όλοι όσοι είμαστε εδώ στην A.V. έχουμε χαθεί λίγο στην πορεία.
- Πώς να γίνεις επιτυχημένος Blogger
Χρονολογικά αυτό το ποστ έπρεπε να έρθει μετά το ποστ ανάλυσης του προφίλ ενός blogger, το οποίο είναι μισό ή κατά το ένα τρίτο περίπου γραμμένο. Αλλά μετά το ποστ του γιατρού μας ήμουν αναγκασμένος να σας πώ δυο τρία μυστικά για να γίνεται επιτυχημένοι bloggers, ειδικά στο φίλο μου το γιατρό. Φυσικά καταλληλότεροι για αυτό είναι οι bloggers, εν ενεργεία και εν αποστρατεία, που έχουν χιλιάδες σχόλια και δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες. Αλλά αφού είναι πολυάσχολοι, ή εξοστρακισμένοι, ποιος καταλληλότερος από τον Αυτοκράτορα? Λοιπόν, για να είσαι επιτυχημένος στο blogging, πρέπει να ξέρεις όλους τους λόγους που το κάνεις. Γι’αυτούς θα μιλήσουμε στο επόμενο ποστ που έπρεπε να είναι πριν απ’αυτό. Εν συνεχεία πρέπει να είσαι εσύ. Γιατί αν το παίξεις, σε κάποια φάση θα γίνεις εσύ, κι’αν αυτό που θα δουν πλέον δεν είναι αρεστό, θα είναι ακόμα χειρότερο απ’το να το έβλεπαν απ’την αρχή. Κατόπιν πρέπει να μάθεις να αγγίζεις τους αναγνώστες σου, καθ’οιονδήποτε τρόπο και οπουδήποτε. Τώρα θα μου πείτε αυτό μαθαίνεται? Έλα μου ντε? Και τέλος, πρέπει εσύ να είσαι ευχαριστημένος με σένα σαν blogger και να νοιώθεις επιτυχημένος μ’αυτό που κάνεις. Τελείωσε, είσαι επιτυχημένος. Όπως και μένα ακριβώς. Έτσι απλά? Έ όχι κι’έτσι απλά βρε παιδιά. Ή μάλλον, ακόμη πιο απλά. Αλλά ξέρετε είναι ακριβώς όπως τα καλά παιδιά. Καλά παιδιά δεν είναι τα χαζά παιδιά που τα κοροϊδεύετε και τα ξεγελάτε και τα λυπάστε. Ούτε αυτά που κάνουν κανά καλό μέσα μέσα και δείχνουν μια περίσσεια ευαισθησία που σε συγκινεί. Τα καλά παιδιά είναι πάντα καλά, συνειδητά, κάνουν πάντα καλά πράγματα και δεν είναι χαζά. Με το να δίνω ελεημοσύνη στο παιδί που πουλάει αναπτήρες στο Μοναστηράκι ή να κλαίω επειδή στον ΄Αγγλο Ασθενή ο ίδιος πέθανε στην προσπάθειά του να σώσει την αγάπη του, δε σημαίνει ότι είμαι καλό παιδί. Ένα κωλόπαιδο του κερατά (αλήθεια, ποιος είναι αυτός ο κερατάς και τον λέμε συνέχεια? Ά, δεν θα τον ξαναναφέρω, μπας και). Ένα κωλόπαιδο είμαι λοιπόν με εξάρσεις και εκλάμψεις του καλού είναι μου που ξεψυχάει και πέρνει ανάσες μπας και το απελευθερώσει κάποιος. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο blogging. Επανειλημμένα το είπα πως το blogging δεν διαφέρει απ’την πραγματική ζωή μας. Κι’ότι είσαι εκεί, είσαι και δω. Είσαι χαζός έξω, είσαι χαζός μέσα. Το παίζεις δήθεν έξω, το παίζεις δήθες μέσα. Γαμάς έξω, γαμάς και μέσα. Και αυτό φαίνεται κι’απ’τα σχόλιά σου κι’απ’τα ποστ σου. Κι’αν το παίζεις έξω και τα καταφέρνεις και το παίζεις και μέσα, πάντα κάποιος θα βρεθεί που θα σε ξεσκεπάσει, όχι επειδή σε ξέρει απ’έξω αλλά απ’τον τρόπο που θα σε αντιμετωπίσει μια μέρα. Γι’αυτό και συνεχίζω ακάθεκτος εδώ. Επειδή κάνω ότι ακριβώς κάνω και έξω και είμαι ακριβώς όπως είμαι και έξω.
- Πώς να ρίξετε τη γκόμενα απέναντι
Οι γκόμενες είναι όπως τις γάτες. Άν ενθουσιαστείτε μαζί τους και τους δώσετε πολύ μεγάλη σημασία σας γδέρνουν. Άν όχι, τότε έρχονται κοντά σας γουργουρίζοντας και τρίβονται πάνω σας. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να τις φτύνετε κυριολεκτικά. Ναι, σε κάποιες αρέσει το θράσος και η αγένεια, μπορώ να πώ και λίγη βιαιότητα, αλλά αυτό δε μπορείτε να το ξέρετε απ’την αρχή. Γι’αυτό πρέπει να έχετε μια αυθεντική συμπεριφορά που να μπορεί να εξελικτεί αναλόγως της γκόμενας και της περίπτωσης. Επίσης στις γκόμενες δεν αρέσουν οι φοβιτσιάρηδες, αυτοί που έχουν ανάγκη και οι συνηθισμένοι απλοί άνδρες (ordinary=normal=average=bliah).
- Τώρα που χέσαμε ας κάνουμε και κανά μπανάκι
Ξεκινώντας λοιπόν από το ‘Δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω αλλά έχω αρκετή ενέργεια και όρεξη ώστε να μπορώ να σκεφτώ και να μην αποχαυνωθώ σ’ένα chat room ή σε μια χαζοσειρά στο χαζοκούτι’, γεμάτα τα σωθικά μας με συναισθήματα που θέλουν να πεταχτούν από μέσα όπως τον Alien στην ομώνυμη ταινεία, και τα μυαλά μας στα κάγκελλα δουλεύοντας σαν πυρηνικός αντιδραστήρας που είναι κοντά στην υπερθέρμανση άρα και στην έκρηξη, απλά blogάρουμε. Κατεβάζουμε τις ιδέες μας και τα αισθήματά μας στην οθόνη, τα βλέπουμε μετά ανάμεσα σε χρώματα, με συνοδεία μουσικής, και ψάχνουμε να βρούμε τα σχόλια που μας άφησαν τα δικά μας παιδιά, οι νέοι μας φίλοι. Πάντα λιγότερα απ’όσους μας διαβάζουν. Βλέπετε το blogging χωρίζεται σε τρεις βαθμίδες. Το γράψιμο – ανέβασμα του ποστ, το διάβασμα διαφόρων ποστ και το σχολίασμα. Το διάβασμα είναι το πιο διαδεδομένο. Μας διαβάζουν και άτομα που δε μας ξέρουν, δεν μπλογκάρουν και απλώς τους αρέσει το διάβασμα. Μας βλέπουν σαν μια εφημερίδα ελεύθερης έκφρασης. Παίρνουν ιδέες που μπορεί να χρησιμοποιήσουν ανάλογα του τι κάνουν, ή ακόμα και παίρνουν κουράγιο μιας και όντας άνθρωποι κι’αυτοί έχουν ζήσει αρκετά απ’όσα ζήσαμε και περιγράφουμε. Ικανοποιούν την περιέργειά τους στο πώς σκέφτονται κάποιοι άλλοι για κάποια θέματα, γενικής και ειδικής φύσεως. Και φυσικά μας διαβάζουν και κάποιοι που δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Σ’αυτή τη φάση Χάρη είναι δύσκολο να στην πέσει γκόμενα, πόσο μάλλον να της την πέσεις. Αν υπάρχει κάποια που σε πάει, είναι η φάση που μπορεί να σε φαντασιώνεται την ώρα που μαλακίζεται ή ακόμα και την ώρα που πηδιέται με τον ξενέρωτο γκόμενό της και επιτέλους μετά από καιρό να χύσει. Για εκείνην είσαι κάτι σαν Brad Pitt ή George Clooney (έτσι γράφεται ρε?). Εσύ φυσικά έχεις φωτό σου οπόταν αν σε φαντασιωθεί είσαι ακόμη πιο τυχερός γιατί σημαίνει της αρέσεις. Όχι σαν εμένα που με φαντασιώνονται 1.85, 80 κιλά με κοιλιακούς φέτες και μπράτσα Λεωνίδα 21ου αιώνα και πούτσα Ρόκο Σινφρέντι (καλά τον λέω Βόρειε Αδελφέ Vlavo?), δηλαδή καμία σχέση μ’αυτό που είμαι (εκτός ίσως απ’τα γκρίζα μαλλιά του Κλούνυ). Βλέπεις γιατρέ μου εγώ κι’αν είμαι αυτό που δεν θέλουν οι γυναίκες. Ακολουθεί το σχολίασμα. Αυτό είναι πολύ τρίκυ σιτσσιουέϊσσιον που θά’λεγε και ο Dr Love. Βλέπεις ακόμα και οι σχολιαστές χωρίζονται σε κατηγορίες. Μια κατηγορία είναι αυτοί που σε πάνε πολύ, όσο καθήκι κι’αν είσαι. Πάντα σου αφήνουν σχόλια, και πάντα είναι εκθιαστικά. Άλλη κατηγορία είναι αυτοί που σχολιάζουν από αβρότητα, επειδή σχολίασες και συ στο ποστ τους. Άλλη κατηγορία είναι αυτοί που σχολιάζουν για να σχολιάσεις και συ στο ποστ τους. Άλλοι κατηγορία είναι αυτοί που σχολιάζουν για να κάνουν σοσσιαλαϊζέϊσσιον και να δείξουν ότι υπάρχουν. Άλλη κατηγορία είναι αυτοί που σχολιάζουν για να συνεχίσεις να υπάρχεις σαν blogger μιας και βλέπουν πως δεν έχεις σχόλια γενικώς. Άλλη κατηγορία είναι αυτοί που σχολιάζουν στους πάντες και τα πάντα, φτάνει να μην σ’αντιπαθήσουν (εδώ πιστεύω ανήκω και γω), ανεξάρτητα του τι θα γράψουν (μεταξύ μας, αν είμαι στις καλές μας και τα ποστ είναι αηδία, ή θα ρίξω κάτι άσχετο ή τίποτα). Εδώ ξεκινάει και το γκομενιλίκι γι’αυτούς που θέλουν, αλλά και γι’αυτούς που δεν το επιδιώκουν. Μια φορά μέλια, δυο φορές μέλια, την τρίτη αρχίζουν τα pm (τουτέστιν προσωπικά μηνύματα), και μάλιστα αν δεν είναι μέλος θα γίνει για να μπορέσει να σου στείλει, και τσούκου τσούκου έρχεται χωρίς να το καταλάβεις το ποθητό αποτέλεσμα.
- Ωροσκόπιο
Τι συμβαίνει όταν ένας Καρκίνος έρχεται αντιμέτωπος με την προοπτικής της μηδενικής ασφάλειας και της παράλυσης κάθε αμυντικού του μηχανισμού; Πολύ θα έσπευδαν να πουν πως θα έτρεχε να κρυφτεί. Λάθος! Ο κάβουρας αν νιώσει ότι απειλείται θα επιτεθεί και δε θα πάρει αιχμαλώτους. Συγγνώμη, δεν ξέρω αν το έχεις αντιληφθεί αλλά πρωταγωνιστής/στρια στη ζωή σου είσαι εσύ. Ναι, ναι εσύ… Εσύ που επιλέγεις να δείχνεις ένα τρυφερό και στοργικό εαυτό γι’ αυτό και έλκεις πληγωμένα παιδιά, από 5 έως 105 ετών, που τα κάνεις φίλους σου, εραστές σου, συνεργάτες σου. Όσο συνεχίζεις να μη δίνεις την παραμικρή σημασία στο πώς θα κάνεις πράγματα που σου αρέσουν, επιλογές που σου ταιριάζουν, σχέσεις που σε σέβονται και σου προσφέρουν, τότε έχεις χάσει το παιχνίδι από τα αποδυτήρια. Όμως άλλο διέξοδος και άλλο έξοδος κινδύνου. Έτσι; Η έκλειψη της 11/7 στο ζώδιο σου σηματοδοτεί ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή σου. Είναι η ώρα να αναλάβεις πρωτοβουλίες και να μην περιμένεις να αισθανθείς ασφάλεια για να βγεις από το καβούκι σου. Διεκδίκησε αυτό που επιθυμείς και αξίζεις και στο τέλος του χρόνου θα είσαι από τους κερδισμένος της σεζόν…
Απόδραση…
by Emperor on Mar.16, 2010, under Uncategorized
Συνήθως κοιμόταν στο αεροπλάνο. Συνήθεια που τού’χε μείνει από μικρός. Στις οκτώμισυ πήγαινε για ύπνο τότε. Το δεκάωρο ύπνου το είχε καθημερινή συνήθεια. Εκτός απ’τα βράδυα που έβγαινε με τους γονείς του. Κάποτε και τα μεσημέρια. Στην επιστροφή δεν είχε κάποιον να μιλήσει, δεν είχε κάτι να κάνει, ούτε καν να τσακωθεί, όπως όλα τα μοναχοπαίδια άλλωστε. Αλλά δεν είχε και κάτι να πει ούτε με τους γονείς του. Ή κι’αν είχε αυτός, δεν είχαν αυτοί. Άσε που αρκετές φορές το οινόπνευμα άναβε και τα πνεύματα. Κι’έτσι, έγερνε στο πίσω κάθισμα και αποκοιμόταν αφήνοντας μακρυά κάθε σχέση με την πραγματικότητα που τότε δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει. Έγινε σαράντα δύο και η συνήθεια του έμεινε. Ειδικά επειδή τώρα δεν είχε το δεκάωρο καθημερινά. Όταν λοιπόν δεν χρειαζόταν το μυαλό του για οτιδήποτε αποκοιμόταν. Συνοδηγός στ’αυτοκίνητο, στο λεωφορείο, στο αεροπλάνο, περιμένοντας στο αεροδρόμιο, ακόμα και διαβάζοντας ή παίζοντας στον υπολογιστή του κάτι που δεν χρειαζόταν το μυαλό του, κάποιες, ευτυχώς ελάχιστες, φορές ακόμα κι’όταν οδηγούσε σε μονότονους δρόμους. Όμως σήμερα ήταν διαφορετικά. Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν ένα λεπτό μακρυά απ’τα σαρανταδυό του χρόνια κι’ένα λεπτό πιο κοντά στο νέο του μηδέν. Το μηδέν που αποφάσιε ο ίδιος για να μη μείνει στο μηδέν που του είχαν φτιάξει οι άλλοι. Και αυτό δε μπορούσε να αφήσει το μυαλό του ήσυχο. Ανήσυχο μυαλό, ανήσυχο πνεύμα, ίσως τρελλό πλέον. Αλλά ήταν ότι είχε και δεν είχε. Όλο του το είναι, όλη του η προσωπικότητα, αυτός. Τι κι’αν είχε λεφτά, που είχε κάποια αλλά όχι τόσα πολλά για να ζήσει άνετα την υπόλοιπή του ζωή. Αυτό το ρημάδι το μυαλό έλεγχε τα πάντα. Και τώρα, λες και κάποιος τού’χε ζητήσει να παίξει τη ζωή του όλη στην οθόνη του μυαλού του και να τη μαγνητοσκοπήσει σε ένα αόρατο μηχάνημα που ήταν συνδεδεμένο με αόρατα σύρματα, περνούσε όλη μπροστά του, σε άτακτες χρονικές περιόδους, κάνοντάς τον κάποτε να κλάψει, κάποτε να χαμογελάσει, κάποτε να θυμώσει, κάποτε να λυπηθεί. Δεν πάει καιρός πού’χε πάρει την απόφαση. Έπρεπε να αποδράσει. Η ζωή του του είχε γίνει θηλιά στο λαιμό που όλο έσφιγγε και τον έπνιγε. Ένας αποτυχημένος γάμος, μια αποτυχημένη δουλειά, δυο αποτυχημένοι γονείς, ένας αποτυχημένος γιος, σύζυγος, εραστής, φίλος, υπάλληλος, πολίτης, άνθρωπος. Το μόνο στο οποίο δεν είχε αποτύχει ήταν στο να είναι πατέρας, μιας και ποτέ του δεν έγινε. Ήταν δειλός και το γεγονός πως άν και τεμπέλης και αποτυχημένος είχε καταφέρει να βολευτεί με μια γυναίκα το ίδιο δειλή, μια δουλειά που δεν τον γέμιζε, μια κοινωνία που τον αποδεχόταν γιατί κι’εκείνη είχε μάθει να βολεύεται, δεν ήταν αρκετό. Το μυαλό του δεν τον άφηνε ήσυχο, οι τύψεις τον έτρωγαν κάθε στιγμή. Ούτε η θρησκεία είχε καταφέρει να τον ηρεμήσει, μιας και ήταν άνθρωπος αδύναμος, επιρρεπής στα πάθη του και στα λάθη του, που κι’αυτά ήταν αποτυχημένα. Ακόμα και το να απατήσει τη γυναίκα του, σε μια κοινωνία που υποβοηθούσε αρκετά την κατάσταση, με ένα σωρό γυναίκες που είχε γνωρίσει, στερημένες του σεξ και πρόθυμες για τα πάντα, είχε στεφθεί με παταγώδη αποτυχία. Να κλέψει δεν τα κατάφερε ποτέ, να πει ψέματα το ίδιο, να πολεμήσει για τα πιστεύω του ούτε λόγος να γίνεται. Να διώξει τη γυναίκα του, που υποψιαζόταν πως τον απατούσε, απλώς δεν τολμούσε. Να βάλει τους γονείς του σε τάξη, ειδικά τον πατέρα του που μια ζωή απομυζούσε οικονομικά τη μητέρα του και τώρα αυτόν, ήταν ενάντια στις εντολές του Κυρίου. Λες κι’αν δεν ήταν θα τό’κανε. Θυμήθηκε τους πρώτους του έρωτες απ’το δημοτικό. Τον πρώτο δυνατό του έρωτα στο γυμνάσιο. Τους έρωτές του στην εφηβεία, στην ωριμότητα. Ποια ωριμότητα? Όλες τις σχέσεις τις διέλυε ο ίδιος. Φοβόταν μήπως αποτύχουν κάνοντας το μυαλό του να βλέπει την αποτυχία πριν καν αρχίσουν. Μια χαμηλή αυτοπεποίθηση που διατηρούσε ανέπαφη μέχρι σήμερα. Μόνο τη σχέση που οδήγησε στο γάμο του δε διέλυσε, αλλά ούτε και έσωσε. Περίμενε και αυτός και η γυναίκα του να ξυπνήσουν μια μέρα και να γίνει το θαύμα. Πόσο ταίριαξαν σ’αυτό. Είχαν παντρευτεί για να σμίξουν τις μοναξιές τους, πετυχαίνοντας να τις κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτες, επηρεάζοντας όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους, ταξιδεύοντας σχεδόν σ’όλο τον κόσμο, με μεγάλο σπίτι, καλά αυτοκίνητα κι’ένα σωρό άλλες επενδύσεις στη ματαιότητα του κόσμου τους. Σκέφτηκε τη δουλειά που άφηνε πίσω. Η ελίτ των υπαλλήλων στη μικρή κοινωνία που ζούσε. Καλό σταθερό ωράριο, πολύ καλός μισθός, καλό περιβάλλον, υποταγμένος στις κομπλεξικές φιλοδοξίες των ανωτέρων του, στις ερωτικές ατασθαλίες των συναδελφισσών του με τους ανώτερούς του, στη νόμιμη τοκογλυφία έναντι των πλείστων πελατών, αλλά συνάμα και γνωρίζοντας το ποιόν του κόσμου, συναδελφών και πελατών, κάνοντας τον Αλ Καπόνε να φαίνεται αγγελούδι μπροστά τους, μια κακοήθεια κρυμμένη πίσω από αστραφτερά δόντια, πλατύ χαμόγελο, μεγάλα στήθη, γυμνασμένα κορμιά, ακριβά αυτοκίνητα, κι’αυτός, να θέλει να είναι καλός υπάλληλος, χωρίς ποτέ να μπορέσει να νοιώσει περήφανος που εργάζεται σ’αυτόν τον τομέα, νοιώθοντας να έχει βολευτεί αφήνοντας πίσω αρχές και ηθικές αξίες, αφήνοντας πίσω του τον άνθρωπο. Θυμήθηκε το ξύλο που είχε φάει παιδί. Ξύλο για να γίνει καλός άνθρωπος, μιας και οι καλοί άνθρωποι ξεκινούν απ’την υπακοή, κάτι που ποτέ δεν είχε συνειδητοποιήσει, ακόμα και όταν το είχε μάθει στο κατηχητικό, και τό’χε ακούσει αμέτρητες φορές και στο Άγιο Όρος που επισκέφθηκε τρις. Υπακοή και πειθαρχία ήταν πράγματα που απαιτούσε ο ίδιος απ’τους άλλους αλλά ποτέ δεν εφάρμοζε. Και ποτέ δεν κατάλαβε το γιατί. Ακόμα κι’όταν παρακολούθησε ένα σωρό σεμινάρια ανάπτυξης προσωπικότητας, είτε ζωντανά είτε μέσω των dvds που είχε αγοράσει αλλά ποτέ δεν παρακολούθησε ολοκληρωμένα. Έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για την ανυπακοή του, την απειθαρχία του, την αναβλητικότητά του, αλλά ποτέ δεν προσπαθούσε πραγματικά να διορθωθεί. Προβλήματα που του δημιουργούσαν πάντα άλλα προβλήματα και τα οποία πάντα πλήρωνε πολύ ακριβά, είτε με το ξύλο που έτρωγε παιδί, είτε με την κατεστραμένη ζωή του, είτε με την υγεία του. Υποσυνείδητα ήταν το μέσο διαφυγής του απ’τη μίζερη ζωή του. Ουσιαστικά ήταν το μέσο διατήρησης των δεσμών του στη φυλακή που ανακάλυψε ότι ζούσε αλλά ποτέ δεν τόλμησε να δραπετεύσει απ’αυτήν. Δεν ήξερε πως και τι ήταν η πραγματική ζωή εκτός της φυλακής του, του βολέματός του. Είχε γίνει κι’αυτός μέρος του κατεστημένου, αφού τό’ξερε πως ένα σωστό κατεστημένο ήθελε και τους αντιδραστικούς του, που απλώς φώναζαν χωρίς ποτέ να δρουν ουσιαστικά για την αλλαγή του. Έφταιγαν όλοι οι άλλοι μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποίησε την αλήθεια, την αλήθεια για την οποίαν πολεμούσε και την οποίαν ήθελε να βασιλεύει. Απ’εκείνη τη στιγμή μόνος υπαίτιος της κατάντιας του ήταν αυτός. Κι’όσο δεν έκανε κάτι, όλα γίνονταν ακόμα χειρότερα. Η θηλειά έσφιγγε, η τρέλλα μεγάλωνε, η ψυχή αργοπέθαινε. Μέχρι που το μάτι του έλαμψε, η τρέλλα κυρίευσε το είναι του και η δειλία αντικαταστάθηκε απ’την τόλμη. Σχεδίασε καλά την απόδρασή του. Φρόντισε να ξοφλήσει τα χρέη του με τις οικονομίες που είχε καταφέρει να κάνει, έστω και εύκολα, πήρε άδεια απ’τη δουλειά του όσο πιο μυστικά γινόταν μόλις την προηγούμενη και το πρωί σηκώθηκε, αφού δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί, ετοιμάστηκε κανονικά σα να πήγαινε στη δουλειά του και έφυγε. Πήγε στην τράπεζα, πήρε τις εναπομείνουσες οικονομίες του σε πενηντάρικα και επέστρεψε σπίτι. Ετοίμασε μια βαλίτσα, ένα γράμμα για τη γυναίκα του και τους γονείς του, μια αίτηση για άδεια άνευ απολαβών, πήρε το laptop και το προσωπικό του ημερολόγιο και πήγε στο αεροδρόμιο. Είχε κλείσει τη θέση ηλεκτρονικά απ’το διαδίκτυο για Αθήνα για νά’ναι σίγουρος πως θα έβρισκε θέση. Ταχυδρόμησε την επιστολή στην εταιρεία που δούλευε, πέρασε απ’όλες τις διαδικασίες, μπήκε στο αεροπλάνο και έφτασε Αθήνα. Ήθελε να πάει Μαδρίτη αλλά προτίμησε να φύγει για Βαρκελώνη μιας και η πτήση ήταν πιο γρήγορα. Δεν σήκωνε καθυστέρηση το εγχείρημά του. Κάθε λεπτό ήταν πολύτιμο. Και τα κατάφερε. Ήταν ίσως η πρώτη επιτυχία με μια καλά οργανωμένη προσπάθεια στη ζωή του ολόκληρη. Ούτε κι’όταν έγινε μέλος στη Mensa δεν ένοιωσε τόσο καλά. Ο καπετάνιος ανακοίνωσε την άφιξη στη Βαρκελώνη. Η προσγείωση ήταν ομαλή. Ίσως ήταν σημάδι για το μέλλον του. Πήρε το ταξί και πήγε κατευθείαν στο άγαλμα του Κολόμβου. Μπροστά του απλωνόταν η Las Ramblas. Νύκτωνε κι’έκανε και κρύο. Θά’μενε για λίγο στην περιοχή και μετά θα πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο να περάσει λίγα βράδυα. Τελικός του προορισμός ήταν η Μαδρίτη. Ένα όνειρο που δημιούργησε όταν την επισκέφτηκε πριν λίγα χρόνια. Να ζήσει μόνιμα στη Μαδρίτη. Κάθησε σ’ένα παγκάκι έξω απ’το εμπορικό κέντρο, βλέποντας τη θάλασσα. Το laptop περασμένο στο λαιμό του, η βαλίτσα δίπλα του. Πήρε το ημερολόγιό του. Ήθελε να καταγράψει όλη τη νέα του ζωή, όλο το νέο του μηδέν, όλη την ελευθερία του. Από μικρός έλεγε πως κάποιοι ζουν απλά απαρατήρητοι, άλλους τους γράφει η ιστορία κι’άλλοι γράφουν την ιστορία. Και πάντα ήθελε να ανήκει στην κατηγορία που γράφει την ιστορία. Ίσως τώρα ήρθε η ώρα. Χαμογέλασε κι’άρχισε να γράφει. Επιτέλους ήταν ελεύθερος. Την επόμενη μέρα, όλα τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί, σ’ολόκληρο τον κόσμο, σε όλες τις γλώσσες, είχαν την ίδια είδηση σαν πρώτο θέμα. Νεκρός με δεκαεπτά μαχαιριές βρέθηκε Έλληνας καταγόμενος απ’την Κύπρο στο εμπορικό κέντρο της Μαρίνας στη Βαρκελώνη. Δίπλα του η βαλίτσα του σπασμένη με τα προσωπικά του είδη πεταγμένα εδώ κι’εκεί και ένα ημερολόγιο. Το όνομά του και τη διεύθυνσή του την έγραφε η πρώτη σελίδα, ενώ το τελευταίο πράγμα που έγραψε ήταν το εξής: «Επιτέλους ελεύθερος. Βρίσκομαι εδώ στη Βαρκελώνη, στην αρχή της καινούριας μου ζωής, μακρυά απ’όλους και όλα, με ένα laptop, προσωπικά είδη σε μια βαλίτσα, 50 χιλιάδες ευρώ και το ημερολόγιό μου. Δεν ξέρω αν απόδρασα επειδή βρήκα τη δύναμη ή επειδή ήμουνα πολύ δειλός τελικά για να πολεμήσω όλα αυτά που με χαλούσαν. Δεν ξέρω καν αν θα το μετανοιώσω, αν θα είναι κι’αυτή ακόμα μια αποτυχία μου μέσα στις τόσες της αποτυχημένης ζωής μου. Όμως αυτή τη στιγμή νοιώθω ελεύθερος κι’ευτυχισμένος. Και σε αντίθεση με όλες τις παλιές μου στιγμές που ένοιωθα ευτυχισμένος και δε με πείραζε να πέθαινα εκείνη τη στιγμή με την ευτυχία στην ψυχή μου και το χαμόγελο στα χείλη μου, αυτή τη στιγμή, που είμαι τόσο ευτυχισμένος, σε παρακαλώ Θεέ μου, να μου χαρίσεις ζωή και δύναμη να συνεχίσω. Κι’όσους άφησα πίσω, δώσε τους τη δύναμη να δουν επιτέλους την αλήθεια, να αντέξουν και να συνεχίσουν χωρίς εμένα. Γιατί τελικά ποτέ δε με είχαν, όπως ποτέ δεν τους είχα. Κι’Εσύ που ήσουν πάντα εδώ, κοντά μου, συνέχισε, γιατί τώρα σε χρειάζομαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά.». Ξαναδιάβασε το κείμενο. Δεν ήξερε αν ήταν καλό ή όχι. Δεν ήξερε αν θα κέρδιζε το διαγωνισμό, ούτε καν αν θα δημοσιευόταν μαζί με άλλα αξιόλογα. Όμως έλπιζε. Και το ήθελε πολύ. Το είχε συλλάβει πριν ένα μήνα περίπου. Το έκτισε στο μυαλό του και αποφάσισε να προσθέσει και λίγες λέξεις πριν την τελευταία παράγραφο για να το κάνει πιο δραματικό. Σήμερα πουλάει ο πόνος και το σεξ. Το σεξ τ’αφήνει για το blogging και για μετά που θα γίνει διάσημος. Στο κάτω κάτω, ο πόνος και το σεξ είναι τα πιο αντικειμενικά συναισθήματα και βιώματα στη σημερινή εποχή. Ήταν κάτι καινούριο γι’αυτόν, οπόταν δε μπορούσε να είναι ευχαριστημένος ή δυσαρεστημένος. Ήταν δημιούργημά του, άρα του άρεσε. Φτάνει να άρεσε και σ’εκείνους. Πάτησε το κουμπί και το γράμμα με το κείμενό του έφυγε για τον προορισμό του. Έκλεισε το laptop του, βγήκε απ’το γραφείο, πήγε στην κουζίνα, ήπιε λίγο νερό και πήγε στο υπνοδωμάτιό του κοιτάζοντας τα εδώ και χρόνια άδεια υπνοδωμάτια των παιδιών που ποτέ δεν έκανε, για να ξαπλώσει και να κοιμηθεί όπως τόσα χρόνια δίπλα στη γυναίκα του. Διερωτήθηκε γιατί το έκανε. Γιατί έγραψε αυτό το κείμενο κι’όχι κάποιο άλλο. Ίσως απλά γιατί αυτό ήταν το μεγαλύτερο βάρος στη ψυχή του. Ίσως γιατί ήταν όλη η ζωή του σε περίληψη. Ίσως γιατί χρειαζόταν βοήθεια, για να μπορέσει να αποδράσει. Ναι, ήταν μια κραυγή βοήθειας. Κι’αν κέρδιζε το διαγωνισμό, θα άνοιγαν καινούριοι δρόμοι μπροστά του. Χαμογέλασε. Ο δρόμος προς την ελευθερία ήταν μπροστά του. Το ξυπνητήρι έκανε σαν τρελλό. Η γυναίκα του τον σκουντούσε αλλά δεν ξύπναγε. ‘Πάλι θα ξενύκτησε στο κομπιούτερ’ σκέφτηκε. Του φώναξε. Τίποτα. Πήγε να τον γυρίσει. Άγγιξε το πρόσωπό του. Ήταν παγωμένο. Όλο του το σώμα ήταν παγωμένο. Όμως χαμογελούσε. Είχε αποδράσει. Η κραυγή του για βοήθεια εισακούστηκε. Ήταν επιτέλους ελεύθερος… Υ.Γ. Αυτό είναι το κείμενο που έστειλα στο διαγωνισμό του ‘www.diavaseme.gr’. Σκεφτόμουνα να το δημοσιεύσω, όχι τόσο γιατί ίσως να είναι αποτυχημένο σαν σκελετός, σύνταξη κλπ κλπ, όσο γιατί όπως πάντα θ’αρχίσουν ερωτήσεις όπως ‘ποια σε έκανε να το γράψεις, ποια σε τσίγγλισε, ποια σε έριξε, είναι αλήθεια όλα, αυτά συμβαίνουν στη ζωή σου, είναι αυτοβιογραφία?’ κλπ. Όπως όλα τα κείμενά μου, είναι βασισμένα σε πραγματικές ιστορίες, δικές μου ή των γύρω μου ή ακόμα και εμπνευσμένα από δω μέσα, δουλεμένα, με προσθήκες, αφαιρέσεις κλπ. Δεν είμαι συγγραφέας, και δεν είμαι χάλια φίλε axaliko, όσο κι’αν αυτό φαίνεται. Μετά απ’αυτό θα αναρτήσω 2-3 αποστάριστα, βασικά ένα ανθολόγιο με όλα τα αποστάριστά μου, είτε ήταν 2-3 γραμμές, είτε 2-3 σελίδες, αφήνοντας ανοικτά τα σχόλια για σας χωρίς να σημαίνει πως θα απαντήσω. Για μετά? Μια ιστορία που τη σκέφτομαι τώρα και μετά δεν ξέρω. Έχω και κάτι εργασίες να παραδώσω. Ίσως πάω Μαδρίτη… Υ.Γ.2. Τώρα θα μου πείτε γιατί ένοιωσα την ανάγκη να γράψω το πιο πάνω Υ.Γ.? Ίσως για να κεντρίσω ακόμα περισσότερο το συναίσθημά σας. Ή τα νεύρα σας. Αυτό δεν κάνω πάντα? Τι θα κερδίσω? Ένα ταξείδι στη Μαδρίτη…
Καφρικά (end of part one)
by Emperor on Mar.14, 2010, under Uncategorized
Ο κόσμος. Οι άνθρωποι. Τελικά τι είμαστε? Εργοστάσια παραγωγής και κοκτέιλ ορμονών? Ή ψυχές με διαμονή ένα υλικό σώμα, που μπορεί να γίνει το σπίτι μας ή η φυλακή μας, και σκοπό τη θέωση ή την ηδονή? Γιατί κοινωνικοποιούμαστε? Για να μοιραστούμε τις ιδέες μας, τις εμπειρίες μας, τις χαρές και τις λύπες μας? Ή για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, οικονομικές, σεξουαλικές, πνευματικές? Πνευματικές? Έχει η ύλη πνεύμα? Πάντα ξεχνώ βρε παιδί μου. Και κανείς δε μπορεί να μου δώσει τη σωστή απάντηση. Ναι, την ψάχνω μόνος. Λάθος. Την βρήκα. Απλά ο καθένας βρήκε τη δική του. Δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων. Δεν τον ενδιαφέρει ο άλλος. Τα αρνιά φοβούνται τους λύκους. Όχι όμως το χασάπη που τα παίρνει για σφαγή. Οι γάτες φοβούνται τους σκύλους. Όχι όμως τα ποντίκια ή τα φίδια. Οι άνθρωποι φοβούνται το 1%. Όχι το 99%. Οι άνθρωποι θέλουν λύσεις, όχι αναλύσεις. Θέλουν μπράβο, όχι μη. Θέλουν το όμορφο ψέμα, όχι την καυτή αλήθεια. Δεν τους ενδιαφέρει το γιατί, ούτε το πως. Πολύ κακό να πέφτεις χαμηλά. Χειρότερο να πέφτεις χαμηλά για να δώσεις το χέρι σου στον άλλο να ανέβει. Λατρεύουν τον Δία που γινόταν άνθρωπος για να γαμήσει, κι’όχι το Χριστό που έγινε Άνθρωπος για να σταυρωθεί και να τους σώσει. Να τους σώσει από τι? Απ’τη μιζέρια τους? Απ’την ηδονή τους? Το να μην πιστεύεις στο Θεό, οποιοδήποτε θεό, πόσο μάλλον Τον Θεό, είναι βολικό. Δεν έχεις νόμους ν’ακολουθήσεις παρά μόνο του κορμιού σου (όχι της καρδιάς σου γιατί αυτοί σηκώνουν ανάλυση και δεν σου πάει). Ούτε τύψεις να σε βολοδέρνουν. Όταν ο άλλος πεινά, δεν τον ενδιαφέρουν οι άλλοι ή οτιδήποτε άλλο. Κι’η πείνα δεν είναι μόνο σωματική. Έχουμε φτιάξει όλοι τη φυλακή μας. Αντί κάγκελλα έχουμε τοίχους ζωγραφισμένους, παράθυρα με μεγεθυντικούς φακούς για να νοιώθουμε κοντά μας ότι βλέπουμε απ’έξω. Και τα κελιά μας τεράστια, με τους δικούς μας ανθρώπους μαζί μας. Και πόρτες για να μπαινοβγαίνουν οι δικοί μας άνθρωποι απ’τα δικά τους κελιά στο δικό μας.
Οι λίγοι. Αυτοί κι’αν είναι μόνοι. Κι’όσο προσπαθούν να ξεχάσουν πως είναι λίγοι και να συναναστραφούν με τους πολλούς, τόσο περισσότερο μόνοι είναι. Οι αγέλες έχουν σχηματισθεί. Δε χωράνε άλλους. Το θήραμα είναι λίγο. Μείνε ψηλά στο βράχο μόνος να αγναντεύεις τους άλλους. Μην προσφέρεις χωρίς να στο ζητήσουν. Έτσι κι’αλλοιώς το ευχαριστώ θα είναι ψεύτικο. Είναι κακό να θες να μεγαλώσεις τους μικρούς. Δεν θέλουν να τους δώσεις σημασία. Θέλουν να τους δώσεις τη σημασία που θέλουν, να τους πεις τα λόγια που θέλουν ν’ακούσουν, ν’ακούσεις ότι κι’αν σου πουν. Όχι, δεν γίνεσαι μκρός. Απλά αυτοί ποτέ δεν θα γίνουν μεγάλοι. Γιατί είναι αυτό που θέλουν. Και δεν τους ενδιαφέρει το γιατί και το πως. Φτάνει που είναι ότι είναι. Και συ δεν είσαι… Το παιχνίδι τελείωσε… Και γι’αυτό φταις εσύ και μόνο εσύ…. Γιατί εσύ δεν είσαι… Άντε γαμήσου μαλάκα…
Θέμα Εμπιστοσύνης…
by Emperor on Mar.13, 2010, under Uncategorized
Σκεφτόμουνα τα σχόλιά σας στο τελευταίο μου ποστ, χωρίς αυτό να με εμποδίζει να διαβάσω τα τελευταία σας ποστάκια (περαστικά σ’όλες τις ασθενούσες, βαρέως ή πολύ βαρέως και υπομονή και δύναμη, όλα περνάνε εύκολα ή δύσκολα). Έχω ένα θεματάκι με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα γεγονότα, πάντα αυτό μου λένε όλοι, ειδικά οι ανώτεροί μου. Και πάντα η απάντησή μου είναι η ίδια. Γιατί είμαι εγώ που παρερμηνεύω κι’όχι εσείς? Δύσκολο να με πείσεις, όπως δύσκολο να πείσεις οποιονδήποτε για οτιδήποτε αν δεν θέλει να πειστεί, πόσο μάλλον αν δεν έχεις επιχειρήματα να τον πείσεις. Εξ’ου και αρκετές φορές η φράση που ακούω και μου κάνει τα νεύρα τανάλιες είναι ‘Έχεις δίκηο αλλά…’. Εν πάσει περιπτώσει, εκείνο που με επηρέασε περισσότερο στα σχόλιά σας δεν είναι τα ίδια τα σχόλια, αλλά το ύφος που ειπώθηκαν. Βλέπετε, ο καθ’ένας μας εδώ μέσα, όπως και έξω, έχει σχηματίσει μια εικόνα για τον κάθε ένα γύρω του, μιαν εκτίμηση, χαμηλή ή ψηλή δεν έχει σημασία. Άρα, ότι κι’αν ακούσει, κι’αν διαβάσει, μπαίνει στη μέση το κριτήριο της σχέσης. Γι’αυτό, κάποτε βλέπετε σχόλια σε μένα θετικά, κάποτε αρνητικά απ’το ίδιο άτομο, και δε μιλάω για τις λέξεις αλλά για το ύφος, κάποτε ουδέτερα και σε κάποια φάση καθόλου. Όπως και σχόλια δικά μου σε διάφορους, αν και τον τελευταίο καιρό δεν σχολιάζω λόγω χρόνου. Οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις, για κάποιον παρατηρητικό, είναι εύκολο να καταλάβει πως κάτι συμβαίνει είτε με τον σχολιάζοντα είτε μεταξύ τους, ή φυσικά μεταξύ μας. Διαβάζοντας λοιπόν τα δικά σας σχόλια, εκτός απ’τις λέξεις που με προβλημάτισαν για άλλη μια φορά, βλέπεις εύκολα κάποια σχόλια που ρε παιδί μου σε κάνουν να λες ‘Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι ακόμα, που σε κάνουν να νοιώθεις πάντα καλά, που σου συμπεριφέρονται πάντα τόσο ωραία? Που βρίσκουν όλη αυτή τη δύναμη?’.
Όχι, εγώ δεν είμαι απ’αυτούς τους ανθρώπους αν και θα τό’θελα πάρα πολύ. Και ίσως είναι οι μόνοι άνθρωποι που ζηλεύω στη ζωή μου. Και ακόμη χειρότερα αν αυτοί οι άνθρωποι είναι γυναίκες. Γιατί είναι αυτές οι γυναίκες που κάνουν τον κάφρο μέσα μου, τον πολεμιστή, τον λάγνο, τον αυτοκράτορα σε τελική ανάλυση να κρυφτεί, και στέκομαι σαν μικρό παιδί που μόλις του χάρισαν ένα ζαχαρωτό, μια καραμέλλα, ένα γλυφιτζούρι, ένα παγωτό, και το τρώω βλέποντάς τες στο πρόσωπο χαμογελαστές και διερωτούμαι ‘Γιατί σε μένα? Τώρα τι να πώ και τι να κάνω? Να τη φιλήσω ή να τρέξω να φύγω? Θα μου το πάρει πίσω?’.
Ένα απ’τα πράγματα που μου είπατε έντονα είναι πως κάποιες φορές νομίζουμε ότι μας ζηλεύουν κι’ότι δημιουργούμε εχθρούς για να κάνουμε εντύπωση και να μας δώσουν σημασία και το κάνουμε επειδή δε μπορούμε να αγαπηθούμε. Υποθέτω πως θα μπορούσατε να έχετε απόλυτο δίκηο. Και έχετε για αρκετές περιπτώσεις. Αλλά υποθέτω επίσης πως την ώρα που γράφατε αυτά που νοιώθατε για μένα, ή αυτά που νοιώθατε για κάποιους άλλους σχολιάζοντας εμένα, δεν λάβατε υπ’όψιν κάποιες άλλες περιπτώσεις, όπως του Σωκράτη, του Περικλή, του Ιούλιου Καίσαρα, του Ναπολέοντα, του Κολοκοτρώνη, του Καποδίστρια, της Ιωάννας της Λωραίνης, των Αγίων και των Μαρτύρων, του Ίδιου του Χριστού. Άφησα τελευταίους τους Αγίους και το Θεό, μιας και κάποιοι από σας δηλώνουν άθεοι. Όπως επίσης αν και δεν το καταλάβατε, δεν έβαλα μέσα στα παραδείγματα που μάλλον δεν σκεφτήκατε, εσάς, τους ίδιους σας τους εαυτούς. Ίσως να σταθήκατε πολύ τυχεροί (τυχερές στην ουσία αν και σας εσάς σκέφτηκαν κι’άλλοι κι’ας μην σχολίασαν) και δεν σας συνέβη να σας κατηγορούν μη μπορώντας να σας καταλάβουν και να σας σκάβουν το λάκκο. Ή ίσως πάλι είστε πολύ μικροί για να σας έχει ήδη συμβεί. Τέλος, ίσως, και το εύχομαι, να είστε τόσο καλά πλάσματα που όλοι σας αγαπάνε. Και δεν σας ανέφερα καθόλου τους δικούς σας πολιτικούς, που έχουν τόσους εχθρούς όσο επιτυχημένοι είναι, όπως ας πούμε ο Τσίπρας κι’η Παπαρήγα, για να μην πω τα δίδυμα Παπανδρέου – Πάγκαλος και Ντόρα με Καραμανλή παλιά και Σαμαρά τώρα.
Ζω τη ζωή που θέλω? Περίπου. Ζω τη ζωή που ήθελα να ζω? Όχι. Ζω μια ζωή που είναι επιλογή μου? Ναι. Βλέπετε, το ξαναλέω, ουσιαστικά είμαι ένας αποτυχημένος. Αποτυχημένος επειδή είμαι 42 χρόνων, με 15 χρόνια υπηρεσίας στην τράπεζα, 19 χρόνια παντρεμένος, χωρίς παιδιά, χωρίς προαγωγές, έστω και μια, χωρίς εξοχικό, χωρίς θέσεις κι’εξουσίες, χωρίς ένα εκατομμύριο στην πάντα, χωρίς Mercedes (δε λέω BMW γιατί είναι η μηχανή μου), 150 κιλά, άσχημος και χοντρός, με ελάχιστους φίλους, που χαραμίζω αρκετή ώρα στο ίντερνετ και που τη βρίσκω απατώντας τη γυναίκα μου ακόμα και ιντερνετικά, αρρωστημένα δηλαδή, που την πέφτω σε όλες, που είμαι αγενής, χυδαίος, αυθάδης κλπ κλπ κλπ. Ουσιαστικά? Μάλλον θεωρητικά. Γιατί στην ουσία, έστω κι’αν έκανα λάθος επιλογές που με οδήγησαν εδώ, ζω τις επιλογές μου, πληρώνω τα λάθη μου, μ’αρέσει αρκετά αυτό που είμαι, ή τέλος πάντων αρκετά πράγματα απ’αυτό που είμαι, είμαι συνειδητοποιημένος, ξέρω τα καλά μου, τα κακά μου, τα κόμπλεξ μου, κι’αν δεν είμαι ευτυχισμένος πάντα, τουλάχιστο είμαι αρκετά ευχαριστημένος αρκετές φορές και έχω τη δύναμη όταν πέφτω είτε ψυχολογικά είτε φυσιολογικά να σηκώνομαι. Κι’αν προσωπικά πιστεύω πως είμαι ειλικρινής και αντικειμενικός, τότε δικαιούμαι να παινευτώ για τα καλά μου και να αυτοκατηγορηθώ για τα κακά μου, έστω κι’αν αυτό ακούγεται αλαζωνικό. Το προτιμώ απ’το να το παίζω χαμηλών τόνων και ταπεινός, που δεν είμαι εκτός από ορισμένες, ελάχιστες περιπτώσεις, και απ’την άλλη να θίγομαι με κάθε καλοπροαίρετη κριτική η να κορδώνω απ’τα μπράβο που θέλω να μου πούνε, η οποία επαναλαμβάνω κριτική δεν χαρακτηρίζεται απ’τις λέξεις που χρησιμοποιούνται αλλά απ’το ύφος. Και αντιλαμβάνεστε ελπίζω πως για κάποιον που ήταν νοσηλευτής, έστω φοιτητής αλλά με πρακτική εξάσκηση φροντίδας στους θαλάμους, και έζησε τόσους πολλούς θανάτους και τόσες πολλές ασθένειες, που ξέρει πως το να ανακοινώσεις στον ασθενή πως έχει καρκίνο, μετά από όλες τις νενομισμένες εξετάσεις και διεργασίες, είναι σωτήριο κι’όχι καταστροφικό (αν φυσικά ήρθε εγκαίρως να ζητήσει βοήθεια) αλλά συνάμα κυνικό. Μήπως υπάρχει τρόπος που λές στον άλλο ‘Αυτή τη στιγμή οδεύεις προς τον θάνατο’ και είναι χαρούμενος? Πόσο μάλλον αν είναι ένα αγγελούδι και παίζεις και γελάς μαζί του ενώ ξέρεις και αυτό το διαισθάνεται πως σε 2 βδομάδες απλά θα παίζει στην Αγκαλιά του Θεού. Πόσο, ακόμα χειρότερα, αν ανακοινώνεις στη μαμά πως το αγγελούδι που μόλις γέννησε πάσχει από σύνδρομο Ντάουν.
Είμαι ένα αγοράκι? Είμαι. Ευαίσθητο και μόνο? Είμαι. Όπως όλοι οι συνειδητοποιημένοι άνθρωποι που νοιώθουν πως όσο κι’αν ταιριάζουν με κάποιους κανείς δεν πάει μαζί τους μέχρι το τέλος. Όσο κι’αν ταιριάζουν στις νόρμες της κοινωνίας, όσο εύκολα κι’αν κάνουν σχέσεις, γνωριμίες, όσο εύκολα κι’αν ρίχνουν γκόμενες, έστω και γκόμενες που ίσως θεωρούνται ‘ανώριμες’, πάλι είναι κάτι που δεν τους γεμίζει πλήρως. Και φοβούνται ίσως να ανακαλύψουν τι τους γεμίζει πλήρως. Αλλά συνάμα βλέπουν τους άλλους που είναι πλήροις δήθεν και κλαίνε όταν τους βλέπουν να κάνουν και να δηλώνουν πράγματα που δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Κάποτε ήθελα να σκοτώσω το παιδί μέσα μου. Ευτυχώς δεν τό’κανα. Μοναξιά? Αλήθεια, βάλτε το χέρι στην καρδιά και στο μυαλό και δηλώστε μου πως δεν έρχονται στιγμές που όχι νοιώθετε μόνοι, αλλά συνειδητοποιείτε πως είστε μόνοι. Δεν έρχονται? Τότε τι κάνετε εδώ? Γιατί με διαβάζετε? Γιατί διαβάζετε και σχολιάζετε τα άλλα ποστ? Γιατί ανεβάζετε ποστάκια και μοιράζεστε μαζί μας τις χαρές σας, τις λύπες σας, τους θυμούς σας, τις ανησυχίες σας, τις στιγμές ευτυχίας με τους αγαπημένους σας? Δεν σας αρκεί αυτός ή αυτή για να νοιώσετε γεμάτοι/ες, για να μη νοιώθετε μόνοι/ες? Σκεφτήκατε ποτέ γιατί θέλετε τόσο πολύ ένα χάδι, μια αγκαλιά? Σκεφτήκατε ποτέ γιατί διαβάζετε ένα άρρωστο μυαλό σαν το δικό μου? Όλοι είμαστε μόνοι, κι’ας υπάρχει η λύση γι’αυτό που την αποφεύγουμε. Κι’όσο κι’αν γεμίζουμε ένα μέρος ή το μεγαλύτερο μέρος των σώψυχών μας, υπάρχει πάντα μια μικρή άδεια γωνιά που μας ελέγχει. Κι’ούτε το μπλόγκινγκ μας τη γεμίζει, ούτε τα γήπεδα, ούτε ο τζόγος, ούτε τα ναρκωτικά, ούτε το ποτό, ούτε το άγριο επαναλαμβανόμενο σεξ. Όσο για την ευαισθησία, μόνο οι νεκροί είναι αναίσθητοι.
Ναι, η ζωή είναι απλή. Πολύ απλή. Και μεις πολύ απλοί. Απλά η πλεονεξία μας, η φιλοδοξία μας, η αχαριστία μας, η ανωριμότητά μας, η αδυναμία μας, αυτό το μικρό κενό που δε γεμίζει με τίποτα μας κάνουν και τα κάνουμε όλα δύσκολα και πολύπλοκα. Αυτό μας κάνει να θέλουμε τα πάντα, και να χρησιμοποιούμε ακόμα και δόλιους τρόπους για να γίνουμε αγαπητοί κι’αρεστοί. Το πρόβλημα είναι όταν μας πάρουν χαμπάρι. Όταν προσπαθούμε να φανούμε διαφορετικοί απ’ότι είμαστε. Πάντα θα βρεθεί κάποιος που θα μας αποκαλύψει, μ’αυτό το ύφος που λέγαμε. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μας ξεγυμνώνουν. Προσωπικά ξεγυμνώνομαι από μόνος μου. Και πιστεύω πως έχω τον τρόπο να ξεγυμνώνω τους άλλους. Γι’αυτό ξέρω πως είναι εύκολο να ρίξεις μια γυναίκα στο κρεββάτι. Γι’αυτό ξέρω πως θα χαθεί μετά από ένα δυο πηδήματα. Γι’αυτό εκτιμώ αυτές που μένουν, για οποιοδήποτε λόγο, μετά. Γι’αυτό κάποιες δεν τις αγγίζω παρά μόνο θαυμάζω τη ψυχή τους και το μυαλό τους. Κι’ας φύγουν μετά επειδή ακριβώς δεν τις άγγιξα. Γι’αυτό και φτύνω όσες όταν απογυμνωθούν φανούν ανάξιες των προσδοκιών μου. Και όσους, εννοείται. Ποιες είναι οι προσδοκίες μου? Σχεδόν τίποτα πλέον. Γιατί άκουσα τόσα ψέματα, είδα τόση υποκρισία, που οι μόνες προσδοκίες που είχα, δηλαδή η τιμιότητα, η αλήθεια, η εμπιστοσύνη, αποκοιμήθηκαν, Γι’αυτό θαυμάζω τις ευγενικές και τολμηρές ψυχές. Εκεί ξυπνάν και οι προσδοκίες μου. Κι’αν με γελάσουν και πάλι, χαλάλι. Έχω συνηθίσει να απογοητεύομαι. Έχω συνηθίσει να πηγαίνω πάρακάτω.
Θέλω να είμαι αρεστός? Ναι. Θέλω να αγαπιέμαι από πολλούς και πολλές? Ναι. Θέλω να μην είμαι μόνος? Ναι. Τι πρέπει να κάνω? Αυτά που αρέσουν στους άλλους και με βλέπουν με καλό μάτι? Ναι. Ναι? Σόρρυ. Αν θα σου δώσω θα είναι επειδή κρίνω ότι τ’αξίζεις. Και κάθε μέρα που περνά κρίνω και πιο αυστηρά, και δίνω και πιο δύσκολα. Δεν σ’αρέσω? Ας κάνουμε μια προσπάθεια τότε. Όταν είμαι λάγνος και χυδαίος και καυστικός και ωμός δεν σ’αρέσω σωστά? Ή μήπως σ’αρέσω αλλά ντρέπεσαι να το πεις? Τέλος πάντων. Όταν σου συμπεριφέρομαι γλυκά κι’ευγενικά σ’αρέσω, ναι? Ωραία. Μα όταν στα ξανάχωσα μετά πάλι έπαψα να σ’αρέσω, ναι? Γιατί? Μήπως επειδή δεν είμαι εγώ που σ’άρεσα έτσι κι’αλλοιώς αλλά αυτά που σού’λεγα μιας και ήταν αυτά που ήθελες ν’ακούσεις, αυτά που είχες ανάγκη ν’ακούσεις? Μήπως σε ενοχλεί που είμαι τόσο εγωιστής? Ο.Κ. Το δέχομαι. Εσύ υποθέτω δεν είσαι. Μπράβο. Αλλά τότε, αν σ’αρέσω όταν σε καλοπιάνω, θα σε χαλάσω ρε συ. Κι’είσαι κρίμα. Δεν χαλιέσαι? Ε τότε βοήθησέ με να διορθωθώ. Δεν έχεις χρόνο και διάθεση? Είμαι χαμένη υπόθεση? Ποιος είναι ο εγωιστής είπαμε? Τι? Δεν με πας γιατί ότι πεις έχω να πω κάτι άλλο? Συγγνώμη που είμαι 10, 15, 20 χρόνια πιο μεγάλος σου και έχω κάποιες εμπειρίες διαφορετικές ή περισσότερες και θέλω να τις μοιραστώ μαζί σου. Τι θα κερδίσω εγώ? Τίποτα. Ούτε καν το μπράβο σου με ενδιαφέρει. Γιατί εγώ το έζησα. Και δεν κερδίζεις τίποτα περισσότερο απ’τη ζωή. Εσύ? Ξέρω γω? Ίσως να προσέχεις στο μέλλον να μη σου τύχει. Τι? Δεν θες να πηδηκτούμε? Κανένα πρόβλημα. Εγώ το θέλω και το ξέρεις. Και γι’αυτό με πλησίασες. Και γι’αυτό σε πλησίασα. Όχι, εσένα δεν σε πλησίασα για την ευγένειά σου και την ψυχή σου και το μυαλό σου. Δεν σου είπα κάτι τέτοιο. Σού’πα? Σ’άλλη τό’πα και φυσικά το εννοούσα. Κι’αν δεν πηδηκτούμε, υπάρχουν κι’άλλες. Κι’αν δεν πηδηκτούμε υπάρχουν κι’άλλοι. Ή κανείς άλλος προς το παρών. Και στο εγγύς μέλλον. Πηδηκτήκαμε και μ’άρεσε και το ξέρεις. Δεν σ’άρεσε? Σ’άρεσε αλλά θέλεις να φύγεις πριν νά’ναι αργά? Στο καλό. Λυπάμαι. Πέρασα ωραία. Σ’ευχαριστώ.
Διάλογοι? Μονόλογοι? Παραλήρημα? Όπως θέλετε πέστε τους. Είμαι 42. Εμπιστεύτηκα όλους εκτός από μένα. Απογοητεύτηκα απ’όλους και από μένα. Τώρα εμπιστεύομαι εμένα. Και δεν απογοητεύομαι από κανένα. Εκτός από μένα. Σε στιγμές αδυναμίας. Θες να σ’εμπιστευτώ ξανά? Λίγο δύσκολο. Θες να σ’εμπιστευτώ? Σίγουρα. Πλήρως όχι. Αλλά σ’εμπιστεύομαι. Αρκετά. Γιατί δύσκολο να απογοητευτώ αν με γελάσεις. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Ο βρεγμένος δε φοβάται τη βροχή. Και έχω εμπιστοσύνη στο ένστικτό μου και σε μένα. Γιατί τα πάντα είναι κατ’αρχήν θέμα εμπιστοσύνης. Έλα, εμπιστέψουμε, δώσε μου το χέρι σου. Κι’αν θα πέσεις στο γκρεμό λόγω εμένα θα είμαστε μαζί. Εγώ δεν θα σε σπρώξω. Αν θα πέσεις λόγω εσένα λυπάμαι. Δεν θα σε βοηθήσω, ούτε θα σε ακολουθήσω. Γιατί τα πάντα είναι θέμα εμπιστοσύνης. Και σύ θά’χεις χάσει τη δική μου πλέον. Επειδή σ’εμπιστεύτηκα, είτε επειδή μ’άρεσε η ευγένεια της ψυχής σου, είτε επειδή απλά ήθελα να σε πηδήξω, είτε επειδή σε βρήκα έξυπνο και τολμηρό και διαφορετικό και πίστεψα πως θα μπορούσαμε να είμαστε φίλοι. Λάθος μου? Ναι. Πόνεσα. Πήγα πάρακάτω. Σε συγχώρεσα. Αλλά τώρα είσαι μόνος. Τώρα είσαι μόνη. Γιατί τα πάντα είναι θέμα εμπιστοσύνης. Και συ πρόδωσες τη δικιά μου. Και τώρα την έχασες. Και γω είμαι πάρακάτω. Επειδή κάποιοι την αξίζουν. Και θα την έχουν. Κι’ας μην τους αρέσω. Κι’ας μη μ’αρέσουν. Γιατί τα πάντα είναι θέμα εμπιστοσύνης. Γιατί ολόκληρη η ζωή είναι θέμα εμπιστοσύνης…
Υ.Γ. Ακόμα ανησυχώ για τη Somehow.
Υ.Γ.2. Μην ξεχνάτε αυτό: http://giatinelpida.blogspot.com
Έτσι απλά…
by Emperor on Mar.10, 2010, under Uncategorized
Μ’αρέσουν τα ποστάκια με ευχάριστη διάθεση, με θετική αύρα. Κι’ας βγαίνουν από πονεμένες ψυχές. Μ’αρέσουν οι ψυχές που πέρασαν από μύρια βάσανα και είναι γλυκές κι’απαλές. Σαν πούπουλο στον αέρα. Δύσκολο πράγμα να ζήσεις τόσο πόνο και να είσαι γλυκός. Τό’πα ξανά. Τό’πανε κι’άλλοι. Το δύσκολο δεν είναι να είσαι καλός. Το δύσκολο είναι να είσαι πάντα καλός. Λατρεύω τις ευγενικές ψυχές. Με κάνουν να πονώ για μένα, για όλα τα κακά που είμαι και κάνω, και να θέλω να γίνω καλύτερος. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι κάφρος, λάγνος, κάθαρμα, παρά πάντα ρομαντικός και ευγενικός. Είσαι και πιο επιτυχημένος, και πιο αρεστός, και πιο περιζήτητος. Κι’ας λένε όλες πως εκείνες τό’θελαν και δεν είσαι εσύ που τις παρέσυρες. Κι’ας σε κατηγορούν όλοι για τη συμπεριφορά σου και σε αποφεύγουν. Όλοι έχουν την ανάγκη σου κι’όλοι σε ζηλεύουν. Το κυριότερο σε φοβούνται και σ’αφήνουν ήσυχο. Και ξέρεις τους εχθρούς σου. Σχεδόν όλοι. Αλλά είναι ακόμη πιο δύσκολο να είσαι ευγενικός μέσα σου και αυθάδης έξω σου, γλυκός μέσα σου και κάφρος έξω σου, θλιμμένος μέσα σου και χαρούμενος έξω σου. Εκτός αν ξεχνάς το μέσα σου μέσα απ’το έξω σου.
Επαναλαμβάνομαι. Τελικά σήμερα το πόσο επιτυχημένος είσαι είναι ανάλογα με τον αριθμό και τη δύναμη των εχθρών σου. Και όπως τον χαμαιλέωντα, αλλάζεις συμπεριφορά ανάλογα με το περιβάλλον. Δύσκολο ν’αλλάζεις συμπεριφορά χωρίς ν’αλλάζεις ο ίδιος. Ίσως πάλι να κυνηγάς το περιβάλλον που σου πάει. Ίσως το γνωστό ‘ότι μ’αρέσει είναι ή ανήθικο, ή παράνομο ή παχαίνει’ να είναι ο κανόνας. Ίσως απ’την άλλη να είναι έξοδος κινδύνου, τρόπος διαφυγής. Μπορεί το χορτάρι στην πόρτα να δείχνει πόσο πάλιωσε το σπίτι. Όμως δείχνει και την ιστορία του. Τις ιστορίες που άκουσαν και έζησαν οι τοίχοι. Τα δάκρυα και τα γέλια που έτρεξαν κι’ακούστηκαν μέσα του. Την ίδια τη ζωή. Το ίδιο ερειπωμένο όπως η ζωή. Με χιλιάδες εμπειρίες, πόνο, θλίψη, δάκρυα, χαρά, γέλια, χάδι, άγγιγμα, έρωτα αλλά είναι εκεί. Να μας θυμίζει ή απλά να διεγείρει τη φαντασία μας και τις ευαισθησίες της ψυχής μας να νοιώσει όλα όσα συνέβησαν ή μπορεί να συνέβησαν μέσα σ’αυτό το σπίτι που χορτιάρασε ή είσοδός του, μέσα σ’αυτή τη ψυχή που ρυτίδωσε το πρόσωπό της.
Παράξενο μου φαινόταν στην αρχή. Οι μεγαλύτεροι έρωτες διά μέσου των αιώνων έγιναν όπερες. Τραγούδι, πόνος, θλίψη, ελπίδα, θάνατος, ζωή. Ένα έργο ολόκληρη η ζωή. Τίποτα σαρκικό, τίποτα υλικό. Μόνο ψυχή. Μόνο αισθήσεις. Μια αγκαλιά. Ένα φιλί. Μα όλα τα τραγούδια, όλοι οι στίχοι, όλη η μουσική δεν αγγίζουν τη ψυχή? Μήπως το σώμα φθείρει τη ψυχή τελικά? Ή μήπως τα πάθη που αφήνουμε το σώμα να αφεθεί και να απολαύσει? Μπορείς να προστατεύσεις τη ψυχή με αντίθετη συμπεριφορά? Μπορείς να μείνεις αδιάφθορος? Μπορείς να ζήσεις? Έτσι απλά?
Τι αξίζει περισσότερο, το πρώτο φιλί ή το τελευταίο? Ένα φιλί και μια αγκαλιά. Για όλους μας. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα στη ζωή μας. Κι’αυτό και το τελευταίο. Το φιλί κι’η αγκαλιά της μάνας στο νεογνό που πρωταντικρίζει το φως για να νοιώσει ασφάλεια. Το φιλί κι’η αγκαλιά της μάνας στο κτυπημένο παιδί που κλαίει για παρηγοριά. Το φιλί κι’η αγκαλιά των παππούδων στα εγγονάκια. Το φιλί κι’η αγκαλιά στον φίλο που κλαίει απ’τον πόνο, στη φίλη που γελάει από ευτυχία. Το φιλί κι’η αγκαλιά του νικητή στον ηττημένο για συμφιλίωση, του θύτη στο θύμα για συγχώρεση. Το φιλί κι’η αγκαλιά της συνάντησης, του χωρισμού, τ’αποχαιρετισμού. Το φιλί κι’η αγκαλιά της νέας στον έρωτά της, του νέου στην αγάπη του. Το φιλί κι’η αγκαλιά της πουτάνας στο γαμιόλη της, της ερωμένης στον εραστή της, της γυναίκας στον άντρα. Το φιλί κι’η αγκαλιά στο νεογέννητο και στο νεκρό. Ένα φιλί και μια αγκαλιά για σένα, για μένα, για όλους μας. Αυτό είναι η ζωή. Ένα φιλί και μια αγκαλιά… Έτσι απλά…
Good Fellows
by Emperor on Mar.04, 2010, under Uncategorized
Ακόμα δε μπόρεσα να βεβαιωθώ κατά πόσο μοναξιά είναι η έλλειψη σημασίας απ’τους άλλους προς εσένα ή η έλλειψη άλλων για να τους δώσεις σημασία. Προσωπικά κλίνω προς το δεύτερο, αν η μοναξιά έχει να κάνει με αυτό. Γενικά είμαι άτομο που δεν περνώ απαρατήρητο, οπότε όταν θέλω σημασία την έχω, με οποιοδήποτε τρόπο. Άσε που όλος ο κόσμος θέλει να του δίνεις σημασία, ειδικά οι γυναίκες, οπότε για μένα είναι παιχνίδι αυτό. Για παράδειγμα μίλησα με μια άγνωστη συνάδελφο 2 φορές χθες και 2 σήμερα, λιγότερο από 2 λεπτά κάθε φορά και ήδη είναι ενθουσιασμένη επειδή θα βρεθούμε αύριο σε μια επαγγελματική σύσκεψη που φυσικά ακολουθείται από δεξίωση αλλοιώς δεν θα πήγαινα. Απ’την άλλη, κάτι που είπα αρκετές φορές, μια ευχάριστη ενασχόλησή μου είναι να κάθομαι να παρατηρώ τον κόσμο. Στο αεροδρόμιο, στα καφέ, στους δρόμους, στα πολυκαταστήματα, είτε εδώ είτε στο εξωτερικό. Και πραγματικά δε νοιώθω ποτέ μόνος όταν κάνω αυτά. Αλλά ούτε και όταν περπατώ μόνος ή οδηγώ μόνος είτε το αυτοκίνητό μου είτε τη μηχανή μου. Κι’αν στο αυτοκίνητο μέσα έχω τη μουσική μου, στις άλλες δυο περιπτώσεις έχω τις σκέψεις μου. Όμως μπορώ και ακούω τα πουλιά, μυρίζω τη φύση, εκστασιάζομαι με την πολυχρωμία της χλωρίδας, ερωτεύομαι την ανατολή, τη δύση, την πανσέληνο. Πότε νοιώθω μόνος? Όταν άνθρωποι που έδωσα σημασία, οποιαδήποτε σημασία, είτε φιλική, είτε συμβουλευτική, είτε σεξουαλική, ξαφνικά κάνουν κάτι που με απογοητεύουν, ειδικά όταν λένε ψέματα. Όταν για παράδειγμα κάποιος μου ανακοινώνει κάτι σημαντικό που έγινε την περασμένη βδομάδα, και εδώ και 7 μέρες δε μου είπε τίποτα ενώ τον έβλεπα κάθε μέρα. Ή όταν μου λέει κάτι και τον πιάνω να λέει για το ίδιο πράγμα κάτι διαφορετικό σε άλλους, όπως για παράδειγμα να ξέρω εδώ και ένα μήνα πως θα’ρθει μια φίλη του απ’την Αμερική και θα του φέρει ένα notebook που της παράγγειλε και το προπλήρωσε και λέει στους άλλους ότι ήρθε η γκόμενά του απροειδοποίητα για να του κάνει έκπληξη και του έφερε δώρο το notebook. Λέμε τώρα. Τη μεγαλύτερή μου μοναξιά τη νοιώθω όταν ξαφνικά βλέπω όλους γύρω μου απλά να ζητάνε και να θέλουν από μένα, από το να τους πω μια μαλακία να νοιώσουν καλά μέχρι λεφτά ή να αναλάβω ευθύνες για πράγματα που ποτέ δεν ρωτήθηκα πριν γίνουν. Άσε που αν δώσεις σημασία σε κάποιον για δικούς σου λόγους, όπως για παράδειγμα το ότι είναι ΑΕΚτζής, αυτός (και αυτή αν είναι αυτή) προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη σημασία που έδωσες σε άλλους τομείς που έχει ανάγκη ενώ εσένα σε αφήνουν παντελώς αδιάφορο και βγαίνεις και φταίκτης (απ’το φταίω) στο τέλος. Σε τελική ανάλυση μοναξιά μάλλον είναι η δολοφονία της αγάπης ή έστω της καλής θέλεσης που σε ώθησε να δώσεις σημασία σε κάποιους οι οποίοι την πήραν, πήραν κι’άλλη με το ζόρι και σου ανταπόδωσαν μιαν άρνηση. Γι’αυτό και η απόρριψη από έναν ερωτικό σύντροφο, ειδικά αν γίνει στην αρχή, δεν πρέπει να μας κάνει να νοιώθουμε μόνους. Η καύλα που σε ώθησε να θες να πηδήξεις το κωλαράκι της και να γλείψεις το μουνάκι της δε μπορεί να θεωρηθεί κατ’ουδένα τρόπο αγάπη ή καλή θέληση. Αν τώρα αυτή σου δώσει σημασία και συ το παρακάνεις και της φτιάξεις την προίκα της ή την βάλεις πάνω από σένα και στο τέλος βρεθεί κάποιο παλιόπαιδο και τη μαγέψει και φύγει, ε δεν φταίει αυτή αν είσαι μαλάκας, κομπλεξικός και μουνόπιστος (τί ωραία νοιώθεις όταν τα έχεις ζήσει και τα έχεις πάθει στο παρελθόν, τα ξεπέρασες και μιλάς σαν ειδικός μαλάκας!).
Αυτό μικρή Suzie είναι και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα για έναν άνδρα κυρίως στη ξεπέτα. Δεν θα δώσει τίποτα περισσότερο από 2-3 ώρες και το κορμί του προς κοινήν απόλαυση, μιας και σπάνια μια γυναίκα που κάνει ξεπέτα δεν θα χύσει, αλλοιώς δεν θά’κανε ξεπέτα, αφού αυτό είναι και το ζητούμενο, χωρίς να μάθει οτιδήποτε για τη σύντροφό του εκτός απ’τη μυρωδιά του σώματός της και τη γεύση του μουνιού της και του φιλιού της, και έστω κι’αν τον απογοητεύσει, εκείνος πάλι θα χύσει και θα εξαφανιστεί. Εντάξει, υπάρχουν και τα αρνητικά, ειδικά για τις γυναίκες. Για παράδειγμα μια παλιά γνωστή γνώρισε μέσω ίντερνετ, όπως γνώρισε και μένα, κάποιον, και όταν πήγαν για πήδημα αυτός έφερε και 4 φίλους του. Στη μικρή άρεσε το όργιο με τους 5 αλλά δεν της άρεσε όταν μαθεύτηκε δημόσια. Τα υπόλοιπα στο ποστ που ξεκίνησα και δεν ξέρω πότε θα το τελειώσω, αν θα το τελειώσω (μέχρι και για την πρώτη φορά που γάμησα γράφω αλλά δεν ξέρω αν θα το αφήσω στο κείμενο όταν και αν το αναρτήσω αφού ενοχλείται ο κλανιάρης που γράφω συνέχεια για μένα).
Διάβαζα τα ποστ σας, αρκετών τέλος πάντων, και βλέπω την απογοήτευσή σας για τα μέτρα της κυβέρνησης και την κατάσταση που επικρατεί γενικά στη χώρα. Παρεπιπτόντως axaliko εφάρμοσα τη συμβουλή σου και σήμερα έφαγα για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, σουπιές κρασάτες που δεν ήταν αλμυρές. Σου χρωστάω τη συνταγή της μακαρονάδας με θαλασσινά (αν και είμαι σίγουρος εσύ την φτιάχνεις καλύτερά μου) – καλά ρε έδινες το καλό παράδειγμα στη Νινίνα με τόσα σουβλάκια τη βδομάδα και τόσα ουζερί αντί να μαγειρεύεις υγιεινά και να αφήνεις τα πιάτα για τη σύζυγο? Ευτυχώς που στο συγγενολόι κάνουν και γεμιστά – . Λοιπόν διαβάζοντας τα ποστ σας, ομολογώ πως προτίμησα τα σεξουαλικού περιεχομένου αφού όπως λέω πάντα το σεξ είναι το όπιον του λαού, αν και ακόμα και η μικρή Suzie μ’απογοήτευσε λιγάκι μιας και δεν ήταν καυτό όπως περίμενα αλλά ευτυχώς ούτε κλαψομουνιάρικο όπως συνήθως όσων τις αφήσει ο γκόμενος ή έστω απογοητευτούν με το γκόμενο. Θύμωσα με την Christin91 – τι σε νοιάζει κορίτσι μου αν η μάνα σου βρήκε 27χρονο? Αν έβρισκε 47χρονο νομίζεις θα ήταν καλύτερος? Και γιατί νομίζεις πως η διαφορά ηλικίας πρέπει να παίζει τόσο μεγάλο ρόλο στις σχέσεις? Γιατί επειδή κάτι το θεωρείς λάθος πρέπει όλοι να το θεωρούν? – ενθουσιάστηκα με το ποστ της Arania – μαγικό μικρή όπως και σύ και συγχαρητήρια και στον Ian, στην Kate και στο Φραουλάκι τους (είσαι ευγενική κι’ευαίσθητη ψυχή και δε μπορεί να κρυφτείς με τίποτα) – είδα την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς στο ποστ της Skiourinas – καλή επιτυχία μικρή, έλοιωσα δε με την απάντηση στο σχόλιο του νονού σου – και προβληματίστηκα αφάνταστα με τον Dr Love. Σκέφτηκα πως αυτή η χώρα πάσχει από έλλειψη υπευθυνότητας και περίσσευμα ωχαδελφισμού. Για όλα φταίνει οι άλλοι, όλα περιμένουμε τους άλλους να μας τα κάνουν ή να μας τα δώσουν, πάντα κατηγορούμε τα κακώς έχοντα και σχεδόν ποτέ δε μιλάμε για τα καλά μιας και τα καλά συνήθως μένουν κρυμμένα και διάφορα άλλα. Τελικά σ’αυτή τη χώρα το παίζουμε όλοι έκπτωτοι αυτοκράτορες. Και όμως, αν περιορίζαμε το ενδιαφέρον μας και την ενέργειά μας σε 50 τετραγωνικά ή 100 ή 150 ή και 300 δεν έχει σημασία, δηλαδή στο χώρο που παίρνει το σπίτι του κάθ’ενός μας, και φροντίζαμε για μας και αυτούς που μένουν σ’αυτό το χώρο, και πολεμούσαμε όλοι έντιμα και δίκαια γι’αυτό που λέμε οικογένεια, για τα απαραίτητα βασικά που χρειαζόμαστε για να είμαστε άνετοι, ευτυχισμένοι και υγιείς, τότε κανείς πολιτικός δεν θα έκλεβε, κανείς διευθυντής ή ιδιοκτήτης δεν θα μας εκμεταλλευόταν, καμιά κρίση δεν θα μας άγγιζε. Γιατί τελικά η κρίση είναι μέσα μας. Απλώς τώρα έχει βγει απ’έξω και το πρώτο πράγμα που αντικρύζει είναι η κρίση του διπλανού μας. Όχι, δεν είμαστε χώρα σε κρίση. Είμαστε μια κρίσιμη χώρα που εδώ και καιρό ασθενούσε και τώρα οι κρίσεις χρίζουν εντατική θεραπεία. Εύχομαι να μη χρειαστεί ο νεκροθάφτης. Ευτυχώς υπάρχει και ο Vlavo να μας ενημερώνει για τις ατάκες της Julia και της Βίσσυ και να μετριάζει η μιζέρια που νοιώθουμε απ’τα αρνητικά συναισθήματα που εκφράζουν οι γύρω μας, αφού μέχρι και τ’αστέρια της Astrosfigga κάτι μου κρύβουν – καλησπέρα κορίτσαρε.
Εκείνο που με έκανε να ανεβάσω αυτό το ποστ, εκτός από μένα και τα τεκταινόμενα γύρω μου αυτόν τον καιρό, είναι και το ποστ της Chinoise, και ειδικά η φράση για τις πουτάνες και την ηθική. Μπορεί μια πουτάνα να είναι ηθική? Μπορεί ένας κλέφτης να είναι ηθικός? Μπορεί ένας δολοφόνος να είναι ηθικός? Μπορεί ο σκοπός να αγιάσει τα μέσα? Μπορεί η ανάγκη να μας αθωώσει? Και τώρα δε μιλάμε για το σεξ, το πήδημα. Έτσι κι’αλλοιώς όλες οι γυναίκες μέσα τους κρύβουν τον πόθο και το πάθος μιας πουτάνας. Το αν εκδηλώνεται ή όχι, εξαρτάται απ’τον άντρα που έχουν δίπλα τους. Ή τη γυναίκα αν δεν βρουν τον κατάλληλο άνδρα. Μέγιστος στόχος η απόλυτη ηδονή. Αλλά η ηθική ξεπερνά κατά πολύ το σεξ μεταξύ ενός φυσιολογικού ζευγαριού. Πολλές φορές βλέπουμε ή ακούμε για κάποιους, που είτε έκαναν καταχρήσεις στη δουλειά τους, υπεξαιρέσεις χρημάτων, κλοπές, φόνους, που έμπλεξαν με το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πόρνες, τις εξωσυζυγικές σχέσεις, τον αλκοολισμό, να λένε ‘είναι καλό παιδί απλά έμπλεξε’. Και αυτό με προβηματίζει. Ας υποθέσουμε πως ένα καλό παιδί κάνει ένα λάθος μια φορά. Αν το επαναλάβει τότε παύει να είναι λάθος. Και αν το επαναλάβει το κάνει πλέον συνειδητά. Κάνει λοιπόν κακό, αν μη τι άλλο στον εαυτό του, οπότε δικαιολογίες του τύπου ‘δεν βλάπτω κανένα’ δεν υφίστανται. Οπόταν, πώς μπορεί κάποιος που κάνει συνειδητά έστω και ένα κακό να είναι καλός? Διότι ακόμα και οι κακοί συνειδητά κάνουν ένα καλό τουλάχιστο. Και τι ξεχωρίζει ένα κακό από ένα καλό? Αν για παράδειγμα παίρνεις ναρκωτικά με άδεια γιατρού επειδή έχεις καρκίνο και πονάς είναι το ίδιο με το να παίρνεις ναρκωτικά, άσχετα με το ότι δεν είναι οι ίδιες ουσίες, για να περάσεις καλά? Αν πηδιέσαι με τον σύντροφό σου σαν πουτάνα, είναι το ίδιο με το να πηδιέσαι με οποιονδήποτε λάχει? Αν λες ψέματα σ’έναν ετοιμοθάνατο πως ζουν η γυναίκα του και το παιδί του ενώ τους είδες ήδη νεκρούς και διαμελισμένους απ’το δυστύχημα, είναι το ίδιο με το να λες ψέματα στη γυναίκα σου πως θα πας σε επαγγελματικό ραντεβού ενώ θα πηδιέσαι με την ιδιαιτέρα σου? Κι’ακόμα κι’αν ξενοπηδάς, είναι το ίδιο να ξενοπηδάς επειδή την έριξες και γουστάρετε με το να ξενοπηδάς χρησιμοποιώντας την εξουσία σου σαν διευθυντής της?
Θα μπορούσα να αναλύω για ώρες το θέμα. Και πιθανόν να επανέλθω. Απλώς κατάλαβα πως τελικά αρκετοί από μας, άντρες και γυναίκες, είμαστε κακά παιδιά στο μυαλό. Το πρόβλημα δεν είναι το πόσο, ή το πόσοι το ξέρουν ή το λένε για μας. Το πρόβλημα είναι για όσους από μας το ξέρουμε και το συνεχίζουμε. Διότι βλέπετε η ψυχή είναι αγνή. Και πονά όταν μας βλέπει να είμαστε κακοί. Και δυστυχώς το αντίτιμο του νά’μαστε πουτάνες σ’αυτήν την κοινωνία, το τίμημα του να είμαστε αποδεχτοί απ’αυτήν την κοινωνία, είναι το να είμαστε ευγενικά αγαπητά κωλόπαιδα.
Υ.Γ. Δεν χάνομαι. Ούτε κρύβομαι. Όποιος με θέλει ξέρει που να με ψάξει. Φτάνει να κάνει υπομονή λίγες ώρες ή λίγες μέρες (πρέπει να είμαι μεγάλο ψώνιο τελικά). Ευχαριστώ Νίκο Γκαραβέλα που μου κρατάς τόσο ωραία παρέα. Σας φιλώ!
Turn off the light. I’m really tired…
by Emperor on Feb.26, 2010, under Uncategorized
4 Comments :Goodnight more...Μοίρες
by Emperor on Feb.23, 2010, under Uncategorized
Εάν στα 40 σου βλέπεις τη ζωή όπως στα 20 σου τότε έχεις χάσει 20 χρόνια απ’τη ζωή σου (Μωχάμεντ Άλι – Κάσιους Κλαίη).
Το ένστικτό σου είναι ξεκάθαρο. Αυτός δεν είναι ο άντρας της ζωής σου. Παράξενο. Οι γυναίκες διαλέγουν τον άντρα που θα ζήσουν μαζί του ή έστω θα δημιουργήσουν σχέση με τη λογική. Κι’ας μην χύνουν μαζί του, κι’ας περνούν πιο ευχάριστα λίγα λεπτά που θα δουν, θα μιλήσουν, θα πηδηκτούν με τον άλλο. Αλλά ούτε αυτός είναι ο άντρας της ζωής τους. Γιατί αυτός τις μαγνητίζει, τις μαγεύει, τις καυλώνει, τις γαμά και τρελλαίνονται στο χύσιμο. Και αυτός απλά δε μπορεί να τους ανήκει. Ποτέ. Οι γυναίκες είναι κτητικές, θέλουν κατοικίδια. Ένα φλώρο που θα είναι δικός τους, θα πίνει νερό στ’όνομά τους και θα τους χαρίζει ηρεμία. Ηρεμία στην αναστάτωση που τους προκαλεί ο άλλος. Ο άλλος που τόσο πολύ θέλουν να τις γαμήσει και τόσο πολύ αποφεύγουν, γιατί φοβούνται μην φύγει και η αναστάτωση, η διαταραχή των ορμονών, η καύλα, το χύσιμο, γίνει πόνος, δάκρυ, θλίψη. Μέχρι να τις γαμήσει. Και μετά τον κυνηγάνε, και φτύνουν τον εαυτό τους που έπαθαν εξάρτηση. Κι’αυτή η εξάρτηση ποτέ δεν θα γιατρευτεί. Όχι, μια 20χρονη, ίσως και μια 25χρονη, δεν έχει γνωρίσει ακόμα αυτόν τον άλλο. Κάποιες δεν θα τον γνωρίσουν ποτέ. Κι’ας έχυσαν, κι’ας έκλαψαν για κάποιον. Αυτός ο άλλος θα είναι η στιγμή που θα μείνει για πάντα στο χρόνο. Ναι, μπορεί μια 20χρονη, μια γυναίκα σε οποιαδήποτε ηλικία, να γνωρίσει αυτόν τον άλλο. Αλλά είναι σπάνιο. Βλέπεις, συνήθως αυτός ο άλλος έρχεται αναπάντεχα, τη στιγμή που δεν τον περιμένεις, είναι ότι δεν θες και συνήθως είσαι ήδη παντρεμένη ή είναι αυτός. Αυτό κι’αν είναι ειρωνεία. Πώς γίνεται? Μα δεν θα το καταλάβεις καν μέχρι να είναι πολύ αργά. Γιατί βλέπεις, αυτός ο άλλος σε διαλέγει, όχι εσύ. Μ’όσους κι’αν έχεις πάει, ξεχωριστά ή ταυτόχρονα, μ’όσες κι’αν έχεις πάει, ξεχωριστά ή ταυτόχρονα, μεθυσμένη, μαστουρωμένη ή όχι, όσους κι’όσες κι’αν σκάρτεψες στη ζωή σου, αυτός είναι ο μόνος που δεν θα διαλέξεις, θα σε διαλέξει. Γι’αυτό είναι πιο δύσκολο να διαλέξει μια μικρή. Να τη γαμήσει μπορεί. Να τη διαλέξει λίγο δύσκολο. Γιατί αυτός ο άλλος δεν διαλέγει κορμιά. Διαλέγει μυαλά, καρδιές, γυναίκες. Τα κορμιά τά’χει. Αν δεν σε διαλέξει? Τότε η ζωή σου, βουτηγμένη στην αμαρτία ή όπως θες πέστην, ακόμα και στην ευτυχία και την ολοκλήρωση κατ’εσένα, θα υπολείπεται μια στιγμή. Τη στιγμή που θα μείνει για πάντα στο χρόνο. Που τίποτα απ’τα παλιά δεν θα είναι όπως το νόμιζες. Και όλα τα καινούρια θα έχουν το στίγμα της στιγμής. Το στίγμα του άλλου.
Εάν στα 40 σου βλέπεις τη ζωή όπως στα 20 σου τότε έχεις χάσει 20 χρόνια απ’τη ζωή σου (Μωχάμεντ Άλι – Κάσιους Κλαίη).
Το ένσικτό σου είναι ξεκάθαρο. Καμιά δεν είναι η γυναίκα της ζωής σου. Μουνιά πολλά, κώλοι πολλοί, βυζιά πολλά. Ξανθές, καστανές, μελαχροινές, κοκκινομάλλες. Καμιά δεν είναι γυναίκα της ζωής σου. Καμιά εκτός από μια. Τη μάνα σου. Κι’η επόμενη γυναίκα της ζωής σου, ή οι επόμενες θά’ναι οι κόρες σου. Κι’αν δεν κάνεις, θα μείνει εκείνη η μια. Δεν θα τρέχεις από πίσω της. Δεν θα λυπηθείς όταν φύγει. Φτάνει να φύγει ικανοποιημένη για δυο πράγματα. Για εκείνη τη στιγμή που έμεινε για πάντα στο χρόνο και για σένα. Οι υπόλοιπες? Παράξενο. Πηδάς ένα σωρό μόνο και μόνο για να διαλέξεις την καταλληλότερη να παντρευτείς και να γίνει μάνα των παιδιών σου. Το βλέπεις, καμιά δεν είναι τόσο καλή που να μείνεις περισσότερο από ένα χρόνο μαζί της. Συνήθως 2-3 μήνες. Ίσως και μια βραδυά. Ναι, κάποτε την παθαίνεις και συ. Γιατί δεν άκουσες το ένστικτό σου, γιατί ντράπηκες, γιατί φοβήθηκες. Και μετά τα κάνεις όλα ανάποδα. Όχι πλέον για να διαλέξεις τη σωστή γυναίκα για τα παιδιά σου. Απλά για να χαρίσεις σ’όσες περισσότερες μπορείς αυτήν την στιγμή. Κάποτε μπορεί να βρεις αυτήν που έπρεπε να βρεις πριν παντρευτείς. Κάνεις την καρδιά πέτρα και συνεχίζεις. Τώρα κατάλαβες το λάθος σου. Και το πλήρωσες πάρα πολύ ακριβά.
Εάν στα 40 σου βλέπεις τη ζωή όπως στα 20 σου τότε έχεις χάσει 20 χρόνια απ’τη ζωή σου (Μωχάμεντ Άλι – Κάσιους Κλαίη).
Είσαι μαχητής. Οι ευαισθησίες δεν ανήκουν στη μάχη. Είναι για μετά, πολύ μετά. Μετά τη νίκη ή την ήττα, μετά που θα περιθάλψεις τους τραυματίες, εκατέρωθεν, θα κλάψεις τους νεκρούς, εκατέρωθεν. Ενδιάμεσα μόνο κίνδυνο προσφέρουν. Μια στιγμή να στρέψεις το βλέμμα σου απ’τη μάχη και δεν θα ξαναδείς τον ήλιο. Πειθαρχία, σκληρότητα, ωμότητα. Οτιδήποτε άλλο είναι θανατηφόρο. Γιατί πλησιάζεις αυτούς που κλαίνε? Γιατί ακούς τα μοιρολόγια τους? Γιατί φροντίζεις τη μέθη τους, περιθάλπεις τις πληγές τους, απαλύνεις τον πόνο τους? Η μάχη δεν τέλειωσε. Πώς θα πολεμήσεις? Πώς θα αμυνθείς? Πώς θα σκοτώσεις? Είσαι νεκρός. Φύγε. Όσο μπορείς, για όσο μπορείς. Πάντα θα θρηνούν, πάντα θα σε περιμένουν να τους παρηγορήσεις. Εσένα ποιος θα σε προστατεύσει, ποιος θα σε παρηγορήσει, ποιος θα περιθάλψει τις πληγές σου απ’τη μάχη, μπροστά απ’τον εχθρό, πίσω απ’τον φίλο? Αυτές κι’αν είναι πληγές. Το νου σου στη μάχη. Κι’ας ηττηθείς. Ο πόλεμος τελειώνει με τη νίκη σου ή τον θάνατό σου. Μην τον τελειώσεις μ’αυτούς που παραδώθηκαν ήδη στη μοίρα τους. Μην αφήσεις τη μοίρα σου έρμαιο στη θλίψη τους και τα δάκρυά τους. Πάρε την στα χέρια σου. Προχώρα, πολέμα, νίκησε.
Εάν στα 40 σου βλέπεις τη ζωή όπως στα 20 σου τότε έχεις χάσει 20 χρόνια απ’τη ζωή σου (Μωχάμεντ Άλι – Κάσιους Κλαίη). Πώς μπορώ να τα πάρω πίσω? Πώς μπορώ να τα προλάβω? Πώς μπορώ να συνεχίσω? Ευτυχώς ο πόλεμος δεν τέλειωσε. Ο Θρόνος περιμένει το νικητή. Οι πληγές έκλεισαν. Ο θρήνος δεν τελειώνει. Κλείσε τ’αυτιά και προχώρα. Οι σειρήνες είναι για τους ηττημένους. Και σύ είσαι γεννημένος νικητής…
Ακόμα ένα αργόσχολο ποστ βαρεμάρας…
by Emperor on Feb.16, 2010, under Uncategorized
Κάθομαι στον υπολογιστή μου στο σπίτι κι’ακούω την Chinoise και τον Vlavo (εντάξει και τον Άκι). Ξεκίνησα για τη δουλειά αλλά επειδή θ’αργούσα μια ολόκληρη ώρα για να φτάσω απ’τη μισή περίπου που αργώ καθημερινά με ‘υποχρέωσαν’ σε άδεια. Επέστρεψα και νά’μαι, παρά τις δουλειές που έχω αφημένες στην άκρη.
Φέτος η χρονιά άρχισε πάρα πολύ στραβά. Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον ετεροθαλή αδελφό μου, με τη νύφη μου να ρίχνει σπόντες πάλι για την κληρονομιά που θέλει αλλά δεν ξέρει πως δεν θα πάρει ποτέ απ’τον πατέρα μας αφού ου καν λάβεις από τον μη έχοντα, Πρωτοχρονιά στους γονείς μου με φινάλε τσακωμού με τον πατέρα μου, Φώτα και μένει από μέση η γυναίκα μου – ούτε καν στον αγιασμό των υδάτων δεν προλάβαμε να πάμε – κι’αρχίζω να κάνω τη νοικοκυρούλα. Μαγειρεύω ενίοτε, βάζω πλυντήριο, απλώνω, μαζεύω, βάζω πλυντήριο πιάτων (έπλενα πιάτα απ’τα 6 μου, χιλιάδες πιάτα, γι’αυτό αγόρασα πλυντήριο) και φυσικά μετά φυλάω τα πλυμένα πιάτα, βγάζω σκουπίδια (αν και αρκετές φορές πριν πάλι τα έβγαζα). Μόνο δεν σκουπίζω και δεν σφουγγαρίζω και φυσικά δεν σιδερώνω (και αυτό το έκανα απ’τα 6 μου, αρκετά). Σιδερώνει η γυναίκα μου, σκουπίζει και σφουγγαρίζει λίγο την κουζίνα, μαγειρεύει (μπορεί να κάνει δουλειές στο όρθιο και όχι για πολλές ώρες) και κάθε 2 βδομάδες έρχεται η μαυρού του κουνιάδου μου (απ’τη Σρι Λάνκα είναι, τι χρώμα θέλατε νά’χει) και κάνει τις βαρετές δουλειές, δηλαδή ξεσκόνισμα, σκούπισμα, σφουγγάρισμα (σ’όλο το σπίτι ρε), μπάνια, αποχωρητήρια. Φυσικά ποτίζω τους ανθώνες και το περιβολάκι (ευτυχώς έβρεξε αρκετά και γλύτωσα για πολύ καιρό αλλά τώρα δεν τη γλυτώνω). Για ένα μήνα περίπου κάθε μέρα πήγαινα και τη γυναίκα μου στο γιατρό για ηλεκτροθεραπεία στη μέση, δηλαδή πήγαινα 35 χλμ το πρωί στη δουλειά, επέστρεφα 35 χλμ, ξαναπήγαινα τη γυναίκα μου 35 χλμ και επέστρεφα 35 χλμ. Τώρα ευτυχώς πάει μόνη όταν δεν βαριέται. Έχω πάρα πολλές δουλειές του σπιτιού, όπως να φτιάξω τα φωτιστικά του καθιστικού μιας και αλλάξαμε και έπιπλα (και διακόσμηση φυσικά, αλοίμονο γυναίκα να αλλάζει μόνο ένα πράγμα, άσε που θέλει και βάψιμο τώρα γιατί τα χρώματα που έβαψε ο μπογιατζής πριν λίγα χρόνια δεν ταιριάζουν τώρα με τα έπιπλα και τα διακοσμητικά), να συγυρίσω το γραφείο μου (αυτό μπορεί να το ακούτε για πολλά χρόνια ακόμα μιας και κάθε 2-3 χρόνια που το συγυρίζω συνεχίζει να είναι ασυγύριστο, απλώς με διαφορετική διαρρύθμιση η ακαταστασία, αλλά εμένα δε με πειράζει μιας και ξέρω που είναι το κάθετι) και άλλα πολλά.
Πάντα έλεγα στη γυναίκα μου, όταν παραπονιότανε για τις δουλειές που έκανε και ήθελε βοήθεια, πως αν ήταν να κάνω δουλειές δεν παντρευόμουνα ποτέ. Γυναίκες πολλές για εξόδους και πήδημα, και πιο ανέξοδες μιας και δεν θα τις είχα συνέχεια στο κεφάλι μου, γυναίκες για να καθαρίζουν επί πληρωμή επίσης πολλές, και στην έσχατη περίπτωση, θά’φερνα μια γυναίκα από πρώην ανατολική χώρα για 6 μήνες, να κάνει τα πάντα και να μου κάνει τα πάντα και μετά θα την άλλαζα, πάλι δηλαδή λιγότερα έξοδα και φυσικά περισσότερη ελευθερία. Επίσης πάντα έλεγα πως μπορεί η κολώνα του σπιτιού νά’ναι ο άντρας, αλλά το σπίτι απ’την οικοκυρά φαίνεται. Αν είναι τίμια και καθαρή η οικοκυρά, τότε και ο άντρας της θά’ναι περήφανος για την οικογένειά του, και τα παιδιά θα είναι πιο άξια. Γιατί, όπως λέω πάντα, η κοινωνία χάλασε απ’τη στιγμή που η γυναίκα βγήκε απ’την κουζίνα και μπήκε στο παζάρι, κι’ας λέτε ότι θέλετε. Ένας άνδρας, όσο καλός κι’αν είναι, δε μπορεί να αναθρέψει σωστά τα παιδιά. Ο άντρας είναι ο κυνηγός, ο κουβαλητής, ο μαχητής. Αυτό που μπορεί να μάθει στα αγόρια του είναι να κάνουν το ίδιο, και στα κορίτσια του απλώς να τους δώσει το παράδειγμα του πως πρέπει να είναι ο άντρας που θα παντρευτούν. Όμως τώρα χάσαμε και μεις το ρόλο μας σαν άντρες στη φύση και την κοινωνία. Χάσαν κι’οι γυναίκες το δικό τους ρόλο. Έχουν μπερδευτεί οι ρόλοι. Θα μου πείτε είμαι οπισθοδρομικός? Μπορεί. Όμως βλέπετε πως η κοινωνία μας πάει απ’το κακό στο χειρότερο. Το να είναι λιγότερο άγριοι ή πιο πολιτισμένοι οι άνδρες και να μην κακοποιούν τη γυναίκα και τα παιδιά τους, δε σημαίνει ότι πρέπει να πάψουν να είναι μαχητές, κυνηγοί και κουβαλητές. Κι’αν η γυναίκα θέλει να δουλέψει και να κάνει καριέρα με γεια της με χαρά της. Όμως δεν πρέπει να ξεχνά τον πρωταρχικό της ρόλο στην κοινωνία και στη φύση.
Δε με φτάνουν όλα αυτά, έχω και μια δουλειά που ενώ μ’αρέσει σαν δουλειά δε μ’αρέσει που έχω τους συγκεκριμένους υπεύθυνους. Και ενώ εδώ και 3 χρόνια ζητάω μετάθεση, αυτή δεν έρχεται ποτέ γιατί όχι μόνο δεν είμαι ο καλύτερος υπάλληλος, τουλάχιστο σε θέματα πειθαρχίας, ωραρίου και συμπεριφοράς προς τους ανωτέρους μου, φροντίζουν οι ίδιοι να με κατηγορούν σ’όποιον τους ρωτήσει έτσι όλοι με απορρίπτουν. Και ενώ είμαι σε ηλικία που θά’πρεπε να λέω ‘Δόξα τω Θεώ’ και να σιωπώ και να υπακούω και να κλείνω μάτια κι’αυτιά σ’ότι βλέπω κι’ακούω, μιας και καλό μισθό έχω και καλές συνθήκες και σίγουρη και μόνιμη δουλειά και ποιος με παίρνει στη δούλεψή του 42 χρονών που μάλιστα έφυγε απ’την Τράπεζα, την Ελίτ των υπαλληλικών εργασιών στην Κύπρο, και χωρίς διπλώματα κλπ, εντούτοις δεν ησυχάζω. Θέλω αλλαγή. Όλοι μου λένε, όχι μόνο οι ανώτεροί μου αλλά ακόμη και ο διευθυντής του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού, πως έχω την απαίτηση όλοι να υπακούνε σε μένα, όλοι να είναι όπως τους θέλω εγώ, όλα να γίνονται όπως μ’αρέσει, και γω δεν κάνω τίποτα για να γίνω όπως τους αρέσω. Το nick name που λέγαμε. Δε μπορεί ρε παιδί μου, κακά τα ψέματα. Όταν είσαι απροσάρμοστος, όσο δίκηο κι’αν έχεις, άν έχεις, όσο λάθος κι’αν έχουν, άν έχουν, πρέπει να αλλάξεις, να γίνεις όπως σε θέλουν, αλλοιώς να φύγεις. Δε μπορείς μια ζωή να αναλώνεσαι στο να παραπονιέσαι, να θυμώνεις, να λυπάσαι, να τσακώνεσαι. Απλά δε μπορείς.
Δε με φτάνουν όλα τα άλλα, έχω και το ωροσκόπιό μου (το διαβάζω για την πλάκα και στο τέλος με ψυχοπλακώνει) να είναι εναντίον μου. Απ’την αρχή του χρόνου. Ειδικά για αυτή την βδομάδα μου λέει πως σε όλους τους τομείς, μα σε όλους, επαγγελματικά, προσωπικά, ερωτικά, σεξουαλικά, γενικά σ’όλους τους τομείς που παίζει μεγάλο ρόλο ο παράγων ‘ανθρώπινες σχέσεις’ θά’ρθουν τα πάνω κάτω, θα αλλάξουν τα πάντα. Λέτε να το πιστέψω? Φυσικά όχι. Ευτυχώς έτσι κι’αλλοιώς την επομένη το ξεχνάω. Αν και εδώ που τα λέμε μια γερή αλλαγή θα μ’άρεσε. Ή και δυο. Ελπίζοντας ότι οι αλλαγές θα είναι θετικές και προς το καλύτερο. Ευτυχώς από αύριο αρχίζουν τα μαθήματα δι’αλληλογραφίας για τη δημοσιογραφία (βασικά από σήμερα το μεσημέρι). Και υπάρχει και η πιθανότητα να ξανασυμμετάσχω σε χορωδία. Καιρός ν’αρχίσω και τη γυμναστική, ελαφρά στην αρχή φυσικά, και λίγο πιο σωστή διατροφή. Και αν λιγοστέψω και το blogging θα λιγοστέψω και το κάπνισμα μιας και όσο blogάρω καπνίζω, αν και τα μαθήματα πάλι απ’το ίντερνετ θα τα κάνω άρα δεν την γλυτώνουμε. Τα γκομενικά δε τα κόψαμε. Ακόμα και τα ιντερνετικά. Λες να τα ξαναρχίσω? Όλα, εννοείται. Σκέφτομαι να κόψω και το μαλλί όσο πιο κοντό γίνεται. Προς το παρών εκείνο που επείγει είναι να φτιάξω τα φωτιστικά και να απλώσω. Το πλυντήριο με ειδοποιεί σφυρίζοντας πως η πλύση τελείωσε. Και να βγάλω κι’απ’το θάλαμο κάτι να ξεπαγώσει για να μαγειρέψ(ω)ουμε απόψε για φαγητό. Ευτυχώς άνθισαν οι αμυγδαλιές και σήμερα το πρωί μου φάνηκε πως είδα το πρώτο χελιδόνι. Η άνοιξη είναι και πάλι κοντά. Άντε καλή μας μέρα! Φιλιά!
Υ.Γ. Ανησυχώ για την Somehow, ειδικά μετά απ’το τελευταίο της ποστ με τα ναρκωτικά και τα όργια, και τη Belua, που χάθηκε αν και κάποτε τη βλέπω online. Επίσης για την Disappointed, αν και μας συνήθισε να εξαφανίζεται και να επανέρχεται, όπως και για την Elenitsa που περιμένουμε τα αποτελέσματα. Για τις υπόλοιπες θέλω να πιστεύω πως χάθηκαν γιατί ζούνε τον έρωτά τους, είτε ετερόφυλο είτε ομόφυλο, δεν έχει σημασία. Εύχομαι να είναι όλες καλά!
14th February!!!
by Emperor on Feb.15, 2010, under Uncategorized


