Γυναίκες

Γυναίκες

Ανέκαθεν μου άρεσαν οι ιστορίες ανθρώπων, που μεγαλούργησαν, σημειώνοντας μια μικρή ή μεγάλη ιστορία κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Με ενέμπνεαν, προσφέροντας μου πρότυπα ζωής, σκέψης, έμπνευσης, συντροφεύοντας με στη δική μου πορεία της ζωής. Προσωπικότητες όπως ο Σωκράτης, ο Ιούλιος Καίσαρας,  ο Βολαταίρος, ο Μακρυγιάννης, χάραξαν τη δική μου ζωή και διαμόρφωσαν χάρη στη δική τους πορεία και σκέψη, πολλά απο τα δικά μου πιστεύω. Δεν τολμώ να τους μοιάσω, όμως στις δικές μου κρίσιμες στιγμές αποτέλεσαν άλλοτε έμπνευση κι άλλοτε παράδειγμα, να τολμήσω, να εκφραστώ, να σκεφτώ απονέμοντας τους το σεβασμό που τους αρμόζει,  μια κι εκείνοι το τόλμησαν πολύ νωρίτερα, διαμορφώνοντας την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.

Όμως εξετάζοντας πιο προσεχτικά την ανθρώπινη ιστορία, θα μπορούσε κανείς να πει πως το να μεγαλουργήσει ένας άντρας, είναι αναμενόμενο. Η εποχή της γυναικοκρατείας, έχει εκλείψει εδώ και χιλετίες και θάφτηκε έντεχνα στα αποκαϊδια της ιστορίας. Εξάλλου, οι άντρες γαλουχίζονται για να διαπρέψουν σε αυτό τον κόσμο, γεγονός που ενισχύει την πεποιήθηση μου πως γυναικείες μορφές που άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο, δικαιωματικά ανήκουν στο πάνθεον των μεγάλων αντρών. Άλλωστε, για να διαπρέψει μια γυναίκα στον ανδροκρατούμενο κόσμο, πρέπει να έχει μεγαλύτερα αρχίδια.

Δράττοντας την αφορμή της Ημέρας της Γυναίκας αύριο, που πλέον καταντάει κλισέ, ασχέτως τον λόγο που καθιερώθηκε, απλά θα ήθελα να αφιερώσω τούτο το post, στις γυναίκες και κυρίως στις γυναίκες που περιβάλλουν τη ζωή μου.

Γυναίκες που είναι μάνες, φίλες, ερωμένες, σύζυγοι και προσπαθούν άλλοτε ακροβατώντας κι άλλοτε με πλεκτάνες, να ισορροπήσουν στη ζωή αποτελώντας ένα λαμπρό παράδειγμα στο δικό μου μικρόκοσμο. Γυναίκες που με κάνουν να γελάω, να κλάψω, να εμπνευστώ, που συναντιόμαστε τυχαία χορεύοντας ένα εφήμερο τανγκό, στην πίστα της ζωής.

Για όλες αυτές, ένα μεγάλο ευχαριστώ που υπάρχετε στη ζωή μου κι όσον αφορά την αυριανή μέρα, ελπίζω όπως  αποτελεί για μένα, μια αφορμή να σας ευχαριστήσω αναλογιζόμενος τα μικρά και μεγάλα επιτεύγματα που επιτυγχάνετε, ελπίζω να σας κάνει να θυμηθείτε, πως μέσα στην καθε μια σας μπορεί να κρύβεται μια Φρύνη, μια Ασπασία, μια Αικατερίνη, μια Τερέζα και τόσες άλλες που άφησαν ανεξίτιλα το σημάδι τους σε τούτον τον κόσμο.

Ίσως τελικά, το χάσμα των δυο φύλων να μην υπάρχει. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να καταννοήσουμε ο ένας τον άλλον, παρά μόνο να αποδεχτούμε ο ένας τον άλλον.

Enjoy your Day, girls!

O Έλληνας και ο Μαλάκας Έλληνας

Ο Έλληνας και ο Μαλάκας Έλληνας

Πριν απο δυο εβδομάδες, έμαθα τελευταία στιγμή πως μου δώσανε άδεια. ΟΚ κανονικά θα έπρεπε να αντιδράσω. Άδεια δίχως να τη ζητήσω; Απο την άλλη, είχα να κάνω διακοπές απο το 2003 και σίγουρα η προοπτική του να ξεφύγω απο ανούσια τηλεφωνήματα, ηλίθιες εργατοώρες και το να μην ασχολούμαι με οτιδήποτε αφορά δουλειά, ήταν κάτι που με δελέαζε πάρα πολύ. Έτσι είπα να εκμεταλλευτώ αυτές τις μέρες και μια ωραία πρωία βρέθηκα στο Παρίσι.

Δεν θα μιλήσω για το Παρίσι για το τι έκανα και πως πέρασα, αυτά έχουν αξία μονάχα για μένα. Το μόνο στο οποίο θα σταθώ είναι πως κατά τη διάρκεια της διαμονής μου εκεί, σκεφτόμουν μονάχα την Ψωροκώσταινα. Άλλοτε αθέλητα κι άλλοτε ηθελημένα, η Ελλαδίτσα περνούσε διαρκώς απο το μυαλό μου. Όλη η ιστορία της απο αρχαιοτάτων χρόνων έως την ύστερη, περνούσε σα ταινία προκαλόντας μου άλλοτε έκπληξη, άλλοτε περηφάνια, άλλοτε οργή κι άλλοτε θλίψη. Διότι πραγματικά, όταν στέκεσαι μπροστά στα μεγαλύτερα και διασημότερα οικοδομήματα της Γαλλίας, όπως το Μουσείο του Λούβρου, το Πάνθεον, το Παλέ Ρογιάλ και διαπιστώνεις πως η αρχιτεκτονική είναι βασισμένη στην Κλασσική εποχή, ναι νοιώθεις περηφάνεια.

Περηφάνεια που ζείς, αναπνέεις, κατάγεσαι και γαλουχήθηκες σε μια χώρα που έδωσε στην κυριολεξία τα φώτα της στον παγκόσμιο πολιτισμό, αποτελώντας τα θεμέλια αυτού. Τα κιονόκρανα, οι αετομές, οι Καρυάτιδες κοσμούσαν κάθε γωνία και κάθε ιστορικό κτίσμα της Πόλης του Φωτός, όπως δίκαια αποκαλείται, πλημμυρίζοντας σε με μια στοργή για τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, το Ναό του Απόλλωνα, το Ηραίο και τόσα άλλα. Όταν όμως διαπιστώνεις πως όλα αυτά με μια ιστορία μέγιστη των χιλίων χρόνων, φυλάσσονται και διατηρούνται ευλαβικά, ενώ στην Ψωροκώσταινα, απλά είναι παραπεταμένα στις διάφορες γωνίες της, στο έλεος των βανδάλων, του περιβάλλοντος και της αδιαφορίας, είτε της πολιτικής, είτε ημών των ιδίων, εκεί κατακλύζεσαι απο οργή και απογοήτευση.

Προσπάθησα να αναλογιστώ το γιατί. Γιατί το Παρίσι θεωρείται απο τις ομορφότερες πόλεις, που είναι πραγματικότητα και η Αθήνα, μια πόλη με ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, απλά είναι μια πόλη στη Ελλάδα. Τι έφταιξε; Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας; Οι δυο παγκόσμιοι Πόλεμοι; Ο Εμφύλιος; Η δικτατορία; Τι μας ώθησε να κτίσουμε γκρίζες πολυκατοικίες με ταράτσες δίχως ρημοτομία; Τι μας ώθησε να μην έχουμε ούτε ένα δέντρο μπροστά στο πεζοδρόμιο; Τι μας έκανε να περιβάλλουμε τους αρχαιολογικούς μας χώρους με συρματοπλέγματα στολισμένα με κισούς και άγρια χόρτα; Πάνω στον πύργο του Αϊφελ, θαύμαζα τους ευθυγραμμισμένους δρόμους με τα πανέμορφα κτίρια, όμως ο νους μου ήταν στη θέα απο τον λόφο του Φιλοππάπου, όπου κεραίες και δορυφορικά πιάτα ξεπετάγονται άτεχνα, θυμίζοντας παραγκούπολη της Ινδίας.

Όμως κάθε φορά που με έπιανε απογοήτευση, πάντα έβρισκα κάτι να τονώσει το ηθικό μου, αναιρώντας την πεποιήθηση πως το Παρίσι είναι μια πόλη στην οποία θα ήθελα να ζήσω κι αυτό μου το έδινε η ίδια η πόλη, προβάλλοντας όλα εκείνα τα στοιχεία της Ελλάδας, που φυλά σα θησαυρούς, όπως τα εκθέματα του μουσείου του Λούβρου.

Μια ολόκληρη μέρα αφιερωμένη μονάχα στο τμήμα των Ελληνικών και Ρωμαϊκών εκθεμάτων αναζητώντας μονάχα τη μια και μοναδική Αφροδίτη της Μήλου. Την αντίκρισα απο την άλλη άκρη του κτίσματος να ξεχωρίζει πανέμορφη και μοναδική σε μια τεράστεια αίθουσα που παραχωρήθηκε για χάρη της. Και χαμογελούσε όμορφα, γλυκά και φιλάρεσκα, όπως αρμόζει σε μια Αφροδίτη. Ένα χαμόγελο κατ’ εμέ, πιο μυστήριο και όμορφο, απο της ίδιας της Τζοκόντας. Γύρω της, πλήθος ανθρώπων απο όλο κυριολεκτικά τον κόσμο να την θαυμάζουν, να την δείχνουν, να τη φωτογραφίζουν και να μιλάνε ψιθυριστά για εκείνη, όπως με τις Ντίβες. Συγκίνηση, περηφάνεια ακολουθούμενα απο πίκρα, λόγω του γιατί δεν στέκεται να ατενίσει όλο αυτό τον κόσμο απο τον Ελλαδικό χώρο. Και όσο σκεφτόμουν και βίωνα όλα αυτά τα συναισθήματα βλέπω μπροστά μου, ακριβώς στα πόδια της, ένα καλοβαλμένο νεαρό να ποζάρει για να φωτογραφηθεί, με ένα τεράστιο φιλάρεσκο χαμόγελο,  σηκωμένα  τα δυο του χέρια και να προτάσει τους μέσους δακτύλους. Κι ενώ ήμουν πραγματικά έτοιμος να τον βουτήξω μέσα στο Λούβρο και να τον αρχίσω στις σφαλιάρες, τον ακούω να λέει σε άψογα ελληνικά στο ξόανο που έσερνε μαζί του: Εντάξει; Με έβγαλες; Ενστικτωδώς, κοίταξα ψηλότερα και αντικρύζοντας το πρόσωπο του αγάλματος, μου φάνηκε πως με κοίταξε δίνοντας μου απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα που με ταλάνιζε. Ήταν σαν να έλεγε: Να γιατί δεν είμαι στην Ελλάδα. Μου αρέσει εδώ. Που αλλού θα μου δίνανε τέτοια θέση; Και δεν είχε άδικο.

Έχετε επισκεφτεί ποτέ το μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας; Εκεί βρίσκεται ένα άλλο  άγαλμα, πολύ λιγότερο γνωστό όμως για μένα αποτελεί  το ομορφότερο δείγμα κάλους και τελειότητας του Ελληνικού πολιτισμού: Ο Ερμής του Πραξιτέλη. Το διφορούμενο χαμόγελό του, αναλόγως απο ποιά πλευρά θα τον κοιτάξεις, αποτελεί την απόδειξη ενός λαμπρού πολιτιστικού παρελθόντος, όμως ισορροπεί σε ένα βάθρο πενήντα επι πενήντα, στριμωγμένος σε ένα δωμάτιο ανάμεσα σε προθήκες απο πλέξιγκλας, που δύσκολα μπορείς να καταλάβεις πως κοιτάζοντας τον απο δεξιά μοιάζει να γελά κι αν τον δεις απο την άλλη πλευρά, μοιάζει να κλαίει.

Έφυγα απο το Παρίσι με διφορούμενα συναισθήματα. Θλίψη που άφηνα αυτή την πόλη, την γεμάτη ομορφιές, όμως με περηφάνια που ακόμα και στο Παρίσι, συνάντησα την Ελλάδα. Ίσως δεν είμαστε άξιοι της ίδιας της κληρονομιάς μας. Ίσως πάλι αυτή η κληρονομιά, να είναι και πρέπει να είναι οικουμενική, δικαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Νίκος Πολίτης, πως Ελληνικό, είναι οτιδήποτε γαλουχήθηκε με Ελληνική παιδεία. Όμως όταν το αεροπλάνο προσγείωθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ένοιωσα ένα σκίρτημα στην καρδιά. Η Ελλαδίτσα έχει μια μαγεία, δικιά της. Μια μαγεία που μπορεί να μεταμορφώσει, να ζεστάνει, να δώσει κουράγιο, χαρά, ελπίδες και όνειρα. Όλα αυτά, που μπορεί να κάνει το παιδί εκείνου, που πόζαρε με τα κωλοδάχτυλά παρατεταμένα, πρεσβευτή και διεκδικητή της Αφροδίτης της Μήλου, χαρίζοντας της την θέση που πραγματικά της αρμόζει στη χώρα της.

Make me Beautiful

Make me Beautiful

Πρόσφατα επισκέφτηκα μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων καλλυντικών με σκοπό να πάρω  δώρο για μια φίλη. Αλήθεια, εκτός απο διαμάντια, τι άλλο καλύτερο για μια γυναίκα;

Μπαίνοντας λοιπόν στο κατάστημα, έπρεπε να περάσω απο έναν διάδρομο, γεμάτο με stand διαφόρων εταιριών με όλα τα είδη μακιγιάζ, χρώματα, παλέτες, αρώματα, κρέμες απο ΟΛΕΣ τις εταιρίες. Σε κάθε εταιρία υπήρχε και μια ευγενέστατη, χαμογελαστή κοπέλα, τίγκα στο μακιγιάζ, πρόθυμη να εξυπηρετήσει, πράγμα που αξιοποιούσαν στο έπακρο οι διάφορες πελάτισσες που ήταν εκεί εκείνη την ώρα.Τύχαινε μάλιστα μια επώνυμη εταιρία να έχει προσφορές εκείνη τη μέρα, με αποτέλεσμα μπροστά απο το stand της να επικρατεί ένας πανζουλισμός, πράγμα που με έκανε να λυπηθώ την καημένη που δούλευε εκεί, μια και δεν προλάβαινε να απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις, περί μυστικών και ιδιοτήτων του κάθε προϊόντος, που υποσχόταν τσίτα δέρμα και ομορφιά. Εννοείται ότι ούτε που τόλμησα να πλησιάσω τον πάγκο για να πάρω το δώρο μου, φέρνοντας στο νου μου τις μαινάδες που έφαγαν ζωντανό τον Ορφέα.

Προχώρησα παρακάτω και εντόπισα έναν άδειο πάγκο, μιας  εταιρίας, γνωστή για τις τσιμπημένες τιμές της, αλλά ήταν η μοναδική ευκαιρία να αγοράσω στα γρήγορα το δώρο μου και να την κάνω απο κει μέσα, μια και είχα αρχίσει ήδη να ζαλίζομαι απο τις αναθυμιάσεις των αρωμάτων. Η πωλήτρια με καλωσόρισε πρόσχαρα και αφού της είπα τι ήθελα, άρχισε να μου αραδιάζει ένα σωρό προϊόντα, άγνωστα οφείλω να ομολογήσω, και να κάνει διάφορους συνδιασμούς χρωμάτων και προσμίξεων, προσπαθώντας να με κάνει να καταλάβω την αξία και την χρήση αυτών, σε σημείο που υποσχέθηκα να μην ξανατολμήσω να πάρω για δώρο κάτι τέτοιο. Μετά από φιλότιμες προσπάθειες όμως της κοπέλας, λυπήθηκα το χρόνο της και τελικά διάλεξα κάποια απο τα προϊόντα που μου πρότεινε, πράγμα που την έκανε να μου χαρίσει ένα χαρούμενο χαμόγελο επιτυχίας. Προκαλώντας την τύχη της, λίγο πριν αποχωρήσω για το ταμείο μου λέει: «Να σας δείξω και την αντρική σειρά της εταιρίας;» Ωραία, ξεφωνήθηκα εκεί μέσα, σκέφτηκα, φέρνοντας στο νου μου την εικόνα μιας drag queen, αλήθεια απο που ψωνίζουν καλλυντικά;

Πριν καν προλάβω να αντιδράσω, έχει μαζέψει τα πάντα απο τον πάγκο της και αράδιαζε ένα σωρό βαζάκια, σωληνάκια, είχε αρπάξει το χέρι μου και μου πασάλειβε ένα σωρό κρέμες, εξηγώντας ταυτόχρονα για το πότε μπαίνει η μια, πότε η άλλη, ποια ώρα και γιατί, σε σημείο που πραγματικά σκέφτηκα πως θα έπρεπε να γραφτεί ένα manual χρήσης μια και είναι αδύνατο να θυμηθείς τη σειρά όλων αυτών. Αφού λοιπόν με έψησε να πάρω για τον εαυτό μου μια ενυδατική κρέμα, γενικής χρήσης, δηλαδή πασαλείβεσαι ότι ώρα θες, γυρίζει και μου λέει: « Θα σας δώσω κι αυτή την αντιρυτιδική κρέμα, η οποία κάνει θαύματα!»…Ζντούπ, !!!!, ???? Ε;;; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ότι η μούρη μου χρειάζεται θαύματα πια; Ή μήπως ΠΛΕΟΝ μπήκα στη φάση που πρέπει να σκεφτώ σοβαρά το θέμα των ρυτίδων; SHIT!

Αποκαρδιωμένος προχώρησα στο ταμείο, αρπάζοντας και την κρέμα με τα θαύματα που μου είπε η κοπέλα και όταν άκουσα το μπουγιουρντί, αναρωτιόμουν τι θαύμα θα γίνει για να γεμίσει ξανά το πορτοφόλι μου.

Όλη τη μέρα σκεφτόμουν το θέμα της ομορφιάς. Ελκυόμαστε απο το ωραίο φαίνεσθαι και εννοείται πως προσπαθούμε να είμαστε εξίσου ελκυστικοί. Πόσες φορές δεν έχουμε χαζέψει μια ωραία παρουσία, άντρα, γυναίκα, και πόσες φορές όταν συναντούμε κάποιον “μη εμφανίσιμο”, ε, λέμε απο μέσα μας: “Τα ΄χαλια του, της έχει.” Ή  “Πως είναι έτσι;” Όμως τελικά είναι τόσο εικονικά τα πράγματα; Είμαστε πια τόσο ρηχοί; Αν και ανέκαθεν υπήρχε μια λατρεία απέναντι στο ωραίο. Αγάλματα που υμνούν το κάλος πιστοποιούν, πως απο αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος είχε μια ροπή προς το ωραίο. Έχετε δει εσείς ποτέ κανένα άγαλμα κακομούτσουνο; Και η ομορφιά, είναι συνυφασμένη με τη νιότη.

Ναι, όλοι, απο παιδιά εκπαιδευόμαστε για αυτό. Το παιχνίδι του ωραίου. Πόσες φορές  ακούσατε να λένε  σε ένα παιδί “Τι όμορφο που είσαι;” και πόσες φορές “Τι έξυπνο που είσαι;” Μεγαλώνουμε προσπαθώντας να παραμείνουμε νέοι και ωραίοι. Άλλοι το λένε ματαιοδοξία, αν και όσοι λένε κάτι τέτοιο, ε, κάπως κακομούτσουνοι ήταν.

Αργότερα την ίδια μέρα στο σπίτι κοιτούσα τις γυαλιστερές συσκευασίες των αγορών μου. Κρέμες που κάνουν “θαύματα”. Μέχρι που φτάνουμε για να παραμείνουμε έτσι; Η αναζήτηση της αιώνιας νιότης, ανέκαθεν προβλημάτιζε τον άνθρωπο.

Θυμήθηκα κάτι που είχε πει η Νταϊάν Βρίλλιαντ: Η μεγαλύτερη ασχήμια, είναι να προσπαθείς να είσαι νέα και όμορφη, όταν πια δεν είσαι.” Πότε ξεκινάει όμως αυτό και πως το διαχειριζόμαστε; Μπορούμε να αποδεχτούμε την φθορά του χρόνου;, ένα γεγονός που είναι αναπόφευκτο; Έχω παρατηρήσει σημάδια αλλαγής πάνω στο σώμα μου. Δεν είμαι όπως στα είκοσι. Λογικό μου φαίνεται. Όταν όμως ανακάλυψα μια άσπρη πουτσότριχα, έ, εκεί κάπως τα χρειάστηκα.

Έχουν περάσει μέρες απο τότε που επισκέφτηκα το πολυκατάστημα  κι ακόμα δεν έχω ανοίξει τις γυαλιστερές συσκευασίες, καθώς σκέφτομαι το πότε, θα πρέπει απλά να σταματήσω να τα χρησιμοποιώ, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, που αναφέρει η κυρία Βρίλλιαντ.

Bed Time Stories

Bed Time Stories

Ως παιδί απεχθανόμουν τα παραμύθια. Τα απεχθανόμουν, πρώτον γιατί όποτε ήταν η ώρα για παραμύθια, ήξερα πως ήταν ένα πρόσχημα για να μας βάλουν για ύπνο και να βγάλουμε το σκασμό, οπότε πάπαλα το παιχνίδι, μια και ήμουν διαβόητο ζιζάνιο- κωλόπαιδο στα νιάτα μου. Δεύτερον, γιατί έβρισκα τις ιστορίες των παραμυθιών απίστευτα πληκτικές μια και όλα είχαν το ίδιο προβλεπόμενο, χαρούμενο τέλος. Το καλό νικά το κακό, ΠΑΝΤΑ, η βασιλοπούλα σώζεται απο τον γαλάζιο πρίγκηπα με το λευκό άλογο και ο κακός μάγος πάντα τα τινάζει. Και τρίτον, την επόμενη μέρα στο προαύλιο του νηπιαγωγίου, θα ανεβάζαμε μια υπερπαραγωγή του παραμυθιού, όπου θα τσακωνόμασταν για το ποια θα είναι η βασιλοπούλα και ποιος ο πρίγκηπας, ενώ το ρόλο του κακού μάγου – δράκου, δεν τον ήθελε κανένας, πλην εμού.

Μου άρεσε αυτός ο ρόλος, γιατί ως κακός μπορούσα να κάνω ότι ήθελα, είχα υπερδυνάμεις, μεταμορφωνόμουν σε ότι ήθελα αλλά μου την έδινε που ΚΑΘΕ φορά έπρεπε να πεθάνω με έναν λίαν δραματικό τρόπο. Φρόντιζα πάντως πριν τα τινάξω να ρίξω μια ξεγυρισμένη με το ξύλινο σπαθί μου, στο κεφάλι του πρίγκηπα, που τον έκανε ένα αντιπαθέστατο τσογλάνι, που όταν βούρκωνε απο τον πόνο του λεγα κοροϊδευτικά: «Οι πρίγκηπες δεν κλαίνε!!!» και κρατιότανε το δόλιο μην πλαντάξει στο κλάμα για να φανεί αντάξιος του ρόλου. Εγώ πάντως ήμουν, δεν μπορείτε να πείτε;

Έτσι για αλλαγή, τους πρότεινα να κάνουμε μια διασκευή της Λίμνης των Κύκνων, όπου ο κακός Μάγος, εγώ, έκανε τον Πρίγκηπα γουρούνι και τον έψησε στη γαμήλια δεξίωση με την Οντέτ, το οποίο έφαγε εκείνη, διότι ήταν φυλακισμένη μια εβδομάδα νηστική και της είχε πάει το στομάχι στην πλάτη. Αργότερα της έλεγα ότι έκανε μαμ τον αγαπημένο της κι εκείνη απο τη στεναχώρια της αποφασίζει να μείνει για πάντα κύκνος, μέχρι που την τρώνε κι αυτήν οι λύκοι κι εγώ χορεύω σόλο το φινάλε. Είναι γεγονός πάντως, ότι μετά απο αυτό σταμάτησε η δασκάλα να μας λέει παραμύθια, αφού πήγαν τα κωλόπαιδα στη μάνα τους κλαίγοντας και μαρτύρησαν τη διασκευή που κάναμε.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να το ψάχνω περισσότερο το θέμα με τα παραμύθια, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα που περνούν στην ψυχολογία των παιδιών και πάνω απο όλα, τα μηνύματα διαπαιδαγώγησης, κυρίως των μελλοντικών δεσποινίδων, διότι είπαμε, ο ρόλος του πρίγκηπα, είναι μονότονος και ξεκάθαρος, σώζει μονάχα στο φινάλε.

Για αρχή η Σταχτοπούτα. Χαμάλι στη μητριά και στις αδελφές για να κάνει το ντεπούτο της στην υψηλή κοινωνία, να κωλοτριφτεί στον Πρίγκηπα και να την παντρευτεί για να την σώσει. Με άλλα λόγια, κορίτσια ξυπνήστε! Αν θέλετε να γλιτώσετε τα δεινά, βρήτε έναν να κουνηθείτε, πετάξτε και μια δακρύβρεχτη ιστορία και όλο και κάποιος μαλάκας θα κάνει τον ιππότη για να σας σώσει. Βλέπε Ρωσσίδες, Βουλγάρες και όλες απο τα πρώην Ανατολικά μπλόκ.

Η Ωραία Κοιμωμένη. Εκατό χρόνια στην κούρα ομορφιάς, για να είναι το δέρμα τσίτα και μην ανησυχείτε, θα έρθει ο άλλος να σας πάρει. Tips: Εκμεταλλευτείτε τις εκπτώσεις για καλυντικά, αντιρυτιδικές, κολλαγόνου και καμία ασφάλεια για λιποαναρρόφηση, lifting, bottox και αύξηση στήθους. Μην ανησυχείτε, θα γίνει απόσβεση των χρημάτων, διότι όλοι θέλουν μια ωραία γυναίκα δίπλα τους. Σημείωση: Το μοναδικό παραμύθι με προειδοποίηση στους άντρες. Αν θες να γαμήσεις φίλε τέτοια γκόμενα, πρέπει πρώτα να γαμηθείς εσύ. Βλέπε δράκος, στοιχειά, μαγεμένα  και ακανθώδη φυτά.

Η Χιονάτη και οι Εφτά Νάνοι. Εδώ ομολογώ ότι βγάζω το καπέλο στους Αδελφούς Γκριμ. Το θέατρο του παραλλόγου σε πρώϊμο στάδιο. Όσοι έχετε διαβάσει τον «Ξένο», του Καμύ, μάλλον θα το πιάσετε με την πρώτη. Η Χιονάτη, αφήνει τους Εφτά Νάνους για να ζήσει με τον Πρίγκηπα. Που πας βρε ΚΟΠΕΛΙΑ!!!??? Αφήνεις εφτά άντρες, άντε ας είναι λίγο μπασμένοι και μικροτσούτσουνοι, που σε υπηρετούν, για να πας να υπηρετείς ΕΝΑΝ μαλάκα? Να τη χιέσω τη βιλάρα και την Porche αν είναι να μου βγεί η γλώσσα απο την “πίπα” που θα φάω, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Χίλιες φορές στο δυαράκι και να τα χω όλα έτοιμα.

Εκείνο πάντως που δεν κατάλαβα ποτέ μου, ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Ωραία, τσουλάκι ήταν κι εκείνο, λολίτα σκέτη. Έβαλε μια κόκκινη κάπα και τριγύριζε απο το ένα μανητάρι στο άλλο μέχρι που την έφαγε ο Κακός Λύκος και ο δόλιος τι έφταιγε; Την πλήρωσε κι απο πάνω που τον κάνανε χαλάκι για το μπάνιο. Άντε μέχρι εδώ κάτι υποψιάζομαι. Του τ έστιν, κάντε βρε κορίτσια ότι θέλετε, ότι και να γίνει όλο και κάποιος θα βρεθεί να σας ξελασπώσει, βλέπε κυνηγός. Εκείνη η γιαγιά όμως τη ρόλο βαράει; Πατρόνα με ποσοστά ήταν;

Τελικά, τα παραμύθια δεν είναι τόσο άσχημα. Εκπαιδεύουν, προειδοποιούν, χειραφετούν. Διότι μην μου πείτε πως δεν υπάρχει γυναίκα που δεν περνάει τουλάχιστον σαρανταπέντε λεπτά την ημέρα μπροστά απο τον καθρέφτη για να είναι “όμορφη”. Ή που δεν έχει αναρωτηθεί έστω μια φορά, για το που είναι ο πρίγκηπας της ή που κάπου μέσα της ελπίζει σε ένα “καλό” γάμο; Όσον αφορά τους άντρες; Μμμμ, κάπου κρύβεται ένας Ιππότης.

Μου κάνει εντύπωση πάντως, που όλα αυτά τα παραμύθια γράφτηκαν απο δυο άντρες, πράγμα που με κάνει να υποψιαστώ πως, μάλλον την κουνάγανε την αχλαδιά οι Αδελφοί Γκριμ.

Ο Superman δεν είναι Ήρωας

Ο Superman δεν είναι Ήρωας

Η διάρθρωση του προσωπικού μιας κουζίνας, μοιάζει με μια μικρογραφία της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που αναλόγως τις αρχές και τις προσωπικότητες αυτών που την αρθρώνουν, μπορεί άλλοτε να είναι ένα ευχάριστο και παραγωγικό σύνολο και άλλοτε ένα φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς, όπου κάθε ένας κομπλεξάρας θα βγάλει τα απωθημένα του στους «κατώτερους» ή καλύτερα, χαμηλότερους ιεραρχικά. Και η ιεραρχία, πάει ως εξής, απο κάτω προς τα πάνω: Λατζέρης, Γ’ μάγειρας, Β΄μάγειρας, Α΄μάγειρας, Chef de Partie, Sous Chef και τέλος ο Chef. Όπως γίνεται κατανοητό, ο λατζέρης, είναι αυτός που συνήθως περνάει απαρατήρητος και που συνήθως γίνεται ο σάκος του μποξ για όλους. Συνήθως είναι άτομα που χαρακτηρίζονται απο το νόμο, ανειδίκευτοι. Ο μισθός τους είναι ο κατώτατος, αυτοί που στην όμορφη κοινωνία που ζούμε είναι κάπως παρακατιανοί, με χαμηλή μόρφωση και που κανένας δεν ασχολείται μαζί τους. Με λίγα λόγια για φτύσιμο, όπως έλεγε και ο Ρατατούιγ στην ομόνυμη ταινία.

Προσωπικά διαφωνώ καθέτως. Είχα την τιμή και την χαρά να συνεργαστώ με αξιόλογους ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά. Άνθρωποι σπουδασμένοι, είτε ακαδημαϊκά είτε την πιάτσα, ενδιαφέροντες, τίμιοι, φερέγγυοι και εργατικοί. Αντιθέτως έχω συναντήσει απο τις άλλες θέσεις κάθε έναν παπάρα που το παίζει κάμποσος δίχως να κατέχει επουδενί το αντικείμενο της δουλειάς του. Έτσι και στην τωρινή γνώρισα την Φωτούλα.

Η Φωτούλα είναι μια γυναίκα γύρω στα πενήντα που βγήκε στο μεροκάματο απο πολύ μικρή. Παντρεύτηκε έκανε δυο παιδιά και δουλεύει αδιάκοπα μεροδούλι μεροφάι. Ευαίσθητη και ψυχούλα, που αν την συναντήσεις για πρώτη φορά δεν σου γεμίζει και το μάτι, είτε λόγο της μικροκαμωμένης φτιαξιάς της, είτε γιατί σου δίνει την εντύπωση μιας, ας πούμε «χαζής» γυναικούλας, πράγμα που δεν ισχύει με τίποτα. Επίσης το χαρακτηριστικό της είναι πως μιλάει ακατάπαυστα για διάφορα και θα έλεγε κάποιος μίζερα, αν και κανείς δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα να καταλάβει το γιατί. Την ειρωνεύονται, την κοροϊδεύουν ίσως γιατί έτσι αισθάνονται καλύτερα εκείνοι και μακαρίζουν την τύχη τους που δεν είναι σαν αυτήν ή που δεν έχουν την τύχη που έχει αυτή. Λατζέρα, εργάτρια, με έναν μεροκαματιάρη άντρα, δίχως μια περιουσία, ένα περιβόλι βρε αδελφέ, όπως οι περισσότεροι εδω πέρα.

Η Φωτούλα όμως έχει δυο παιδιά, τα οποία τα σπούδασε, άσχετα απο το δρόμο και την εξέλιξη που είχαν εκείνα. Κρατάει ένα ολόκληρο σπίτι και κατα περιόδους το συντηρεί μονάχη της. Δουλεύει σκληρά και αγόγγυστα, όπου βρει: «Γερή να μαι Chef μου και τα καταφέρνω εγώ!», είναι το μότο της και πραγματικά είναι απο τους λίγους ανθρώπους που μπορούν να πουν, με όλη τη δύναμη των λέξεων: Εγώ, τη δουλειά, δεν την φοβάμαι!

Η Φωτούλα έχει μια κόρη με σκλήρυνση κατά πλάκας. Πριν δυο χρόνια διαγνώστηκε η ασθένια και προχώρησε τάχιστα, πάνω στο άνθος της ηλικίας της. Γιατρούς, φάρμακα, νοσοκομεία, ξενύχτια, στενοχώρια, άγχος και πάνω απο όλα, πολύ δουλειά. Στα εργοστάσια να μαζεύει πορτοκάλια, στα κτήματα, στις λάτζες, όπου βρει, για το παιδί της, να μην του λείψει τίποτα. Για να το πάει σε γιατρούς που έρχονται κάθε τρεις μήνες απο το εξωτερικό και που της μιλάνε με  ορολογίες, δίχως εκείνη να καταλαβαίνει. Θα στερηθεί  για να μαγειρέψει κρέας για το παιδί. Το κρέας που όλα τα γιάνει, που δυναμώνει, όπως έμαθε εκείνη απο εκείνους που βίωσαν την Κατοχή και που το κρέας ήταν δυσεύρετο, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν φαστφουντάδικα.

Η Φωτούλα, που είναι πάντα με το χαμόγελο και έναν καλό λόγο για τον καθένα. Που γίνεται ενοχλητική διότι μιλάει συνέχεια και εξαιτίας της μίρλας της. Όμως ποιος ξέρει ότι όταν δεν δουλεύει είναι κλεισμένη στο σπίτι για να φροντίζει το παιδί της. Ότι δεν βγαίνει για να μην κάνει έξοδα, ώστε να της μείνει κάτι απο τον πενιχρό μισθό, το οποίο θα ξοδέψει ακαριαία για το παιδί της. Που δεν έχει κανέναν να την νοιώσει, να γείρει στον ώμο του, να την ακούσει. Έτσι μιλάει ακατάπαυστα σε όποιον βρεί, δίχως ποτέ να αποζητά τον οίκτο. Απλά για να τα βγάλει απο μέσα της, γιατί το μαράζι είναι μεγάλο και δεν αντέχεται μες τη σιωπή.

Γιατί κάπου κάπου και οι πιο μεγάλοι ήρωες, έχουν ανάγκη απο παρηγοριά, μια φιλική κουβέντα, μια ευγενική χειρονομία, έτσι για να νοιώσουν πως δεν είναι μόνοι και να πάρουν κουράγιο για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Απλά ένα βάλσαμο για μια καρδιά που πικραίνεται απο σιωπηλά δάκρυα στη γωνία, όπου δεν βλέπει κανένας.

Τελικά, ο Superman δεν είναι ήρωας, γιατί είναι άτρωτος.

Να σαι καλά Φωτούλα και Καλή Τύχη.

Εγώ και τα Ζώα

Εγώ και τα Ζώα

Ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τα ζώα. Μου άρεσε που είχαν πολλά χρώματα, μεγέθη, χαρακτηριστικά, ήχους, τόσο που καθόμουν και τα χάζευα με τις ώρες. Το πρώτο μου κατοικίδιο ήταν μια πάπια. Για την ακρίβεια η πάπια υπήρχε πριν γεννηθώ εγώ. Μεγαλωμένος στην Ταϊλάνδη, δίπλα σε ποτάμι, ζήλευα που η πάπια κάθε μέρα σουλατσάριζε στο ποτάμι, πήγαινε όπου ήθελε και επέστρεφε το απόγευμα στο σπιτάκι της, ενώ εγώ ήμουν εγκλωβισμένος στο σπίτι και περίμενα πότε θα επιστρέψει για να αρχίσουμε το παιχνίδι, συγκεκριμένα το κυνηγητό. Έπιανα την πάπια, την πήγαινα πιο κάτω και αυτή απο την τσαντίλα της που δεν την άφηνα να κοιμηθεί με κυνηγούσε για να με τσιμπήσει. Για πολύ τσαμπουκά πάντως η πάπια, ούτε τα σκυλιά δεν την πλησίαζαν και όσο την είχαμε δεν μπήκε ποτέ κλέφτης στο σπίτι.

Αργότερα στην Ελλάδα μου χάρισαν ένα κουνέλι. Ακόμα το θυμάμαι. Μαύρο με άσπρες βούλες. Το άφηνα ελεύθερο στο σπίτι όταν γυρνούσα απο το σχολείο μέχρι που μια μέρα δεν το βρήκα στο κλουβί του. Έψαξα σε όλο το σπίτι, στον κήπο παντού. Άφαντο το κουνέλι! Ρωτάω τη γιαγιά αν είδε το κουνέλι μου και με πάει στην κουζίνα. Ανοίγει το φούρνο και βγάζει ένα ταψί με μια απίθανη μυρωδιά να γαργαλάει τη μύτη. «Να το κουνέλι», μου λέει. Στιφάδο το κανε ο παππούς που το ζαχάρωνε τόσο καιρό μέχρι να μεγαλώσει. Περιττό να πώ ότι ακόμα και τώρα όταν βλέπω κουνέλι στιφάδο μου σφίγγεται το στομάχι.

Κατά καιρούς πάντως όλο και κάποιο ζώο θα είχα στο σπίτι. Ζώα που μάζευα απο το δρόμο, που με έβρισκαν λόγω κάποιας κοσμικής δύναμης και τα σπίτωνα με αποτέλεσμα να γίνεται το σπίτι ένα είδος ζωολογικός κήπος, μέχρι που έφερα στο σπίτι μια κότα που γλίτωσα απο σίγουρη σφαγή, όπου η μάνα μου μου είπε: «Η η κότα, ή εσύ στο σπίτι.». Ε, τι να κανα κι εγώ, προκειμένου να μείνω στο δρόμο, γύρισα την κότα στο γείτονα. Το ευτύχημα πάντως ήταν πως συγκινήθηκε ο γείτονας με την πράξη μου και τελικά της την χάρισε και να κάθε μέρα με ταϊζανε φρέσκο αυγουλάκι κάθε πρωϊ. Εμετός μου ερχόταν στη μυρωδιά του και μόνο αλλά άμα δεν το τρωγα, πάπαλα η κοτούλα, μου λέγανε. Απο όταν πέθανε η κότα πάντως, η άτιμη η γάτα μου την ξέκανε, έκανα δέκα ολόκληρα χρόνια να φάω αυγό.

Στη Σαντορίνη, είχα πιάσει ένα σπίτι μέσα σε κάτι χωράφια. Στο διπλανό όμως χωράφι έβοσκε κάποιος τα γαϊδούρια του. Στην αρχή τα έκανα χάζι. Έλα όμως που ντάλα καλοκαίρι με ανοιχτά τα παράθυρα, ερχόταν όλη η μπόχα απο τα σκατά τους στο σπίτι. Χώρια κάθε μέρα στις έξι αρχίζανε και γκαρίζανε όλα μαζί. Και άντε να κοιμάσαι νωρίς είναι ένα ξυπνητήρι. Άμα κοιμάσαι πάντως στις πέντε, πιστέψτε με σου έρχεται να τους ρίξεις φόλα. Όμως όταν μου χάλασε το αμάξι μια βδομάδα και δεν άντεχα να ανεβαίνω την ανηφόρα με τα πόδια ντάλα καλοκαίρι, διάλεγα έναν ασπλουλιάρη και να μαι καβάλα στο γαϊδαρο να πηγαίνω για δουλειά στην Οία. Τον έδενα μετά κάτω απο ένα πεύκο, του αγόραζα κι ένα καρπούζι και το βραδάκι τον μάζευε ο κυρ Θόδωρας για το χωράφι.

Στη Μύκονο, πάλι σε χωράφι το σπίτι, να ένα κοπάδι κατσίκες. Και άντε εκείνο το μπεεεε το αντέχεις, που άμα αρχίσει ένα αρχίζουν όλα να βελάζουν σα χορωδία, εκείνο που δεν μπορούσα με τίποτα ήταν τα κουδούνια τους. Και τα άτιμα δεν κάθονται ποτέ σε μια μεριά. Απο το ένα σημείο στο άλλο πετάγονται και να η συμφωνική με τις κουδούνες. Ευτυχώς έφυγα γρήγορα απο το νησί γιατί δεν ξέρω τι κατάληξη θα είχαμε. Το σίγουρο είναι πάντως πως φρέσκο γάλα δεν θα έπινα γιατί μια μέρα που επιχείρησα να αρμέξω μια, έφαγα μια στο κεφάλι που είδα το Χριστό φαντάρο.

Ε, και τώρα στο Ναύπλιο τι λέτε να με βρήκε; Στο διπλανό περιβόλι έχει αμολήσει κάποιος γαλοπούλες και κότες. Κάθε μέρα ξημερώματα αρχίζουν την κουστοδία στα πουρ πουρ πουρ και το σκυλί μου να τις κυνηγάει απο τη μάντρα, οπότε που να κοιμηθώ πάλι. Ωτοασπίδες κατέληξα να πάρω και αφού το σκυλί έφαγε πέντε έξι δαγκωματιές απο την αρχηγό γαλοπούλα, κάθεται κι εκείνο στο συρματόπλεγμα και τις χαζεύει να βόσκουν. Κοντά στα Χριστούγεννα όμως άφαντες οι γαλοπούλες. Αμαν! Λέω, πάει θα τις δω σε κάνα κρεοπωλείο κρεμασμένες ανάσκελα. Ησύχασε η γειτονιά, έπεσε σε κατάθλιψη το σκυλί που έχασε την παρέα του και εγώ που δεν είχα τι να χαζεύω το πρωϊ με τον καφέ, γιατί μια πλάκα ομολογώ ότι την έχουν. Κι εκεί που έλεγα τώρα που κοντοζυγώνει το Πάσχα να πάρω δυο τρεις κότες να αμολήσω στον κήπο, να τες κωτσονάτες κωτσονάτες να περιδιαβαίνουν το περιβόλι. Είχε φύγει ο γείτοντας για τις γιορτές και τις έβαλε στο κοτέτσι στην άλλη πλευρά του χωραφιού.

Σκεφτόμενος όλα αυτά όμως αναρωτιέμαι: Γιατί με τους ανθρώπους δεν τα πάω εξίσου καλά;

Ξεχασμένος Τίτλος

Ξεχασμένος Τίτλος

Συνήθως όταν γράφω ξεκινώ με τον τίτλο. Κάτι σα θέμα δήλαδη, όπως το “Σκέφτομαι και Γράφω” στο Δημοτικό, αν και όσο θυμάμαι πάντα εκτός θέματος έβγαινα. Μάλλον απο τότε, δεν ήθελα να εγκλωβίζομαι και να περιορίζομαι, ακόμα και  στη σκέψη πάνω σε μια κόλα χαρτί.

Ξύπνησα πριν λίγο και πίνω καφέ. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να κόψω το Νες, ολόκληρη την καφετιέρα πρέπει να κατεβάζω για να ανοίξει το μάτι. Ίσως για αυτό δεν έγραψα πρώτα τον τίτλο και ξεκινώ να αραδιάζω ότι μου έρχεται στο μυαλό απο τις διαλείψεις της νύστας που πεισματικά αρνήται να με αφήσει.

Συνήθως στις γιορτές, λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος, κάνω έναν απολογισμό. Απολογισμός της χρονιάς που πέρασε, τι έκανα, τι πέτυχα και τι στόχους έχω για την επόμενη. Όμως φέτος, δεν ξέρω γιατί, οι γιορτές πέρασαν δίχως το πνεύμα των ημερών, δίχως απολογισμούς, στόχους και διάθεση να μπω στο κλίμα. Μπορεί να φταίει η πολύ δουλειά λόγω της εποχής που δεν μου έδινε τα περιθώρια να αράξω στον καναπέ τη νύχτα και να αφεθώ στις σκέψεις. Μπορεί πάλι απλά να το χω “κάψει” και να μην μπορώ να σκεφτώ τίποτα πια, έχοντας μπει στο λούκι της καθημερινότητας και απλά βαδίζω για όπου με βγάλει. Άλλη μια χρονιά πέρασε κι άλλη μια έρχεται. Τι αλλάζει; Πολλά! Πόσα όμως γίνονται αντιληπτά και εννίοτε κατανοητά;

Μέσα στη φρενήτιδα των ημερών, στο άγχος των δώρων και πάνω απο όλα των εξόδων διαπίστωσα πως πολλοί λησμόνησαν τους εαυτούς τους ή απλά τους λησμόνησαν οι άλλοι. Παιδιά που δεν σκέφτηκαν να πάρουν ένα δώρο στη μάνα που δουλεύει διπλοβάρδιες για να μην τους λείψει τίποτα. Γονείς που αδυνατούσαν να πάρουν ένα δώρο στο παιδί που συντηρεί μια ολόκληρη οικογένεια, ένας σερβιτόρος που είχε τα γενέθλια του ανήμερα της πρωτοχρονιάς και κανένας δεν θυμήθηκε να του ευχηθεί, μια λατζέρα σκυμένη στο νεροχύτη, ελπίζει σε μια ειλικρινή ευχή, για να πιστέψει πως όλα θα πάνε καλά απο δω και πέρα και κάπου ανάμεσα τους ίσως είμαι και εγώ ξεχασμένος απο τον ίδιο μου τον εαυτό.

Δεν την άντεχα αυτή την κατάσταση. Σα το Γρουσούζη απο τα Στρουμφάκια που είχε ένα συννεφάκι συνέχεια πάνω απο το κεφάλι του.

Λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος λοιπόν, ένα μικρό κάτι για εκείνους που ξεχάστηκαν. Μια σαμπάνια ανοίχτηκε, έτσι για πάρτη μας η καλύτερη, αφου δεν μας άνοιγε κανένας άλλος και ο Άγιος Βασίλης, είχε τρυπώσει κρυφά απο την πίσω πόρτα φέρνοντας δωράκια σε όλους εκείνους που η χρονιά τους γύριζε την πλάτη δίχως το  στερνό φιλί του αποχαιρετισμού. Και ευχές. Ειλικρινείς, κωμικές ευχές, έτσι για να ξεγελάσουμε την απελπισία ασπάζοντας την ελπίδα.

Είναι πιο ωραίο να δίνεις χαρά απο το να παίρνεις. Κρίμα που το διαπιστώνουμε τόσο σπάνια αυτό. Μια παρακαταθήκη στο Σύμπαν που κάποια στιγμή το ξαναγυρίζει σε μας, ακόμα και με το πρώτο τηλεφώνημα του χρόνου με ειλικρινέις ευχές, απο μια φίλη που ξέρεις εδώ και χρόνια, όμως πάντα σε θυμάται και αυτό, είναι πραγματικά υπέροχο.

Σε ευχαριστώ Ζήνα

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

Αγαπημένες Συνήθειες

Οι άνθρωποι, είμαστε πλάσματα και εννοίοτε ζώα της συνήθειας. Πολλά πράγματα τα κάνουμε ασυναίσθητα καθημερινά, απλά και μόνο γιατί τα συνηθίσαμε και συχνά, εάν κάτι μας κάνει να ξεστρατίσουμε απο αυτά, χάνουμε τα αυγά και τα πασχάλια.Είναι όμως κάποιες συνήθειες, που πραγματικά είναι υπέροχες. Μικρά καθημερινά πράγματα, που περιμένεις κάθε μέρα ανυπόμονα να έρθει η στιγμή που θα επιδοθείς σε αυτές, γιατί είναι σκέτη…ΑΠΟΛΑΥΣΗ. 
Και ναι είμαι κι εγώ της "συνήθειας". Περιμένω σα τρελλός την στιγμή που θα γυρίσω σπίτι αργά το βράδυ, να ανάψω το κεράκι μου, όχι για να συγχωρεθεί η ψυχή κάποιου μακαρίτη, αλλά αναφέρομαι σε ένα κυροπήγιο απο αλάτι χρώματος πορτοκαλί που και καλά δίωχνει τα αρνητικά ιόντα απο το χώρο. Στη συνέχεια να βάλω μουσική, να βάλω σε ένα συγκεκριμένο ποτήρι τύπου balloon κόκκινο κρασί και μετά να χωθώ στον καναπέ με τα πόδια απλωμένα στο τραπεζάκι για να ανάψω με μια απολαυστική τζούρα το τσιγάρο. Η παραπάνω διαδικασία επαναλαμβάνεται σχολαστικά κάθε βράδυ και συχνά στις δύσκολες μέρες της δουλειάς, σκέφτοντας την μου δίνει κουράγιο για να ανταπεξέλθω στις δύσκολες στιγμές της μέρας. 
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που για κάποιον λόγο, αναγκάζεσαι να μην επιδοθείς στις αγαπημένες, λατρεμένες σου συνήθειες; 
Τον τελευταίο χρόνο είχα αποκτήσει άλλη μια υπέροχη συνήθεια. Κάθε μέρα με το που θα ξυπνούσα, έφτιαχνα καφέ, άνοιγα τον υπολογιστή, άναβα τσιγάρο και με την πρώτη γουλιά είχα ανοίξει ήδη τη σελίδα των blog της Athens Voice, εννοίται ότι πλύσιμο, δόντια κτλ τα είχα κάνει πριν, μη με πείτε και βρωμιάρη δηλαδή. Έτσι μαζί με καφέ και τσιγάρο διάβαζα τα απολαυστικά post "ανώνυμων", "αγνώστων" bloggers που μέσα απο λέξεις, σιγοψυθυρίζαμε τα όνειρα, τις επιθυμίες και τα λάθη μας, ο ένας στον άλλον μέσα στον διαδυκτυακό μας κόσμο. Και ναι, για μένα αυτή η καθημερινή συνήθεια ήταν πραγματικά μια ΥΠΕΡΟΧΗ απόλαυση. 
Όταν λοιπόν τα μάζεψα και ήρθα στο μαγευτικό Ναύπλιο, προσωπικά τη μαγεία δεν την έχω συναντήσει ακόμα, αυτή η συνήθεια…πάπαλα! Κι αυτό γιατί δεν είχα internet. 3G δίκτυο στην πόλη, με τίποτα. Καφέ με σήμα ελάχιστα. Άντε και τον πρώτο καιρό πήγαινα σα το τουρίστα με το laptop παραμάσχαλα απο καφέ σε καφέ ρωτώντας: "Wi-fi έχετε;" αλλά για πόσο καιρό να άντεχα να πηγαίνω πρωϊνιάτικα για καφέ έξω, που άμα δεν κάνω μισό πακέτο τσιγάρα και πιω δυο κούπες καφέ, δεν είναι ούτε να βγαίνω απο το σπίτι ούτε να με δει άνθρωπος; Έτσι, πάει αυτή η συνήθεια. Θα μου πείτε, ας έβαζες μια σύνδεση.  Έλα που δεν είχα αποφασίσει το αν θα ξεχειμώνιαζα εδώ πέρα. Αν έφευγα τι θα κανα με τη σύνδεση; Έτσι ένα ολόκληρο καλοκαίρι στερήθηκα την αγαπημένη μου συνήθεια. 
Όταν όμως τελικά αποφάσισα  να ξεχειμωνιάσω στο Ναύπλιο, μετακόμισα σε ένα σπιτάκι έξω απο την πόλη, με θέα το Παλαμήδι πάλι, ανάμεσα σε πορτοκαλιές και περιβόλια. Έκανα και αίτηση για inetrnet και αφού περίμενα ένα ολόκληρο μήνα για να μου το συνδέσουν πρόσμενα την πρώτη μέρα όπου θα καθόμουν πάλι με το καφέ και το τσιγάρο για να διαβάσω αγαπημένα blogs. Ε και όταν ήρθε εκείνη η μέρα… κράσαρε ο υπολογιστής. Φτου!!! 
Δεν το βαλα κάτω όμως, μάζεψα τις υποχρεώσεις μου, τα τεφτέρια μου, έκανα τους υπολογισμούς μου και μετα κόπων και βασάνων και αφού τα νεύρα  μου είχαν γίνει κορδέλες σκάω μια μέρα σε τοπικό κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών και πήρα το πρώτο μουράτο μηχάνημα που λιμπίστηκα. 
Έτσι, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα που και πάλι επιδίδομαι στην αγαπημένη μου συνήθεια και την έχω καραψωνίσει γράφοντας το πρώτο μου post στο νέο μου… imac.
Beware, cause…I am Back babes! 

Υ.Γ. Τώρα τα νεύρα μου έχουν γίνει κορδέλες γιατί δεν τα βγάζω πέρα με το mac  αφού είχα συνηθίσει τα windows. Είπαμε, είμαι ζώο της συνήθειας.    

Sex, The Cities and…Me!

Sex, the Cities and…Me!

 

Λένε, πως το sex στις μεγάλες πόλεις είναι κάτι εύκολο, κάτι σα ψωμοτύρι δηλαδή. Έβγαινες σε ένα bar παλαιότερα, κέρναγες κάνα ποτό, έπιανες κουβέντα και κατέληγες σε ένα one night stand με ρίσκο να αποδειχθεί "πατάτα". Πλέον με την τεχνολογία, το όλο νταβαντούρι γίνεται on line. Chat room, site, και φυσικά face book, μετατρέπονται σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό Bar και το όλο παιχνίδι γίνεται διαδικτυακά, από την καρέκλα του γραφείου σου, με  πυτζάμες ή μη, χωρίς να ανησυχείς για το τι θα φορέσεις, πως θα φαίνεσαι και πάνω από όλα, είναι πιο οικονομικά. Μας έχει χτυπήσει η κρίση κιόλας, που λεφτά να κερνάς σφηνάκια για να πηδήξεις.

Ως παιδί της πόλης κι εγώ, έβγαινα σε μπαράκια, έβαλα internet και επιδόθηκα στο παιχνίδι των "γνωριμιών" της πόλης. Shit!!! Κουλοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. Έχω πει εγώ ότι μου αρέσουν οι χοντροί, τριχωτοί και μίζεροι; Ή έχω φετίχ με πόδια, χέρια, γόβες, χειροπέδες κτλπ; Καλά το τελευταίο δεν με χαλάει κιόλας, αλλά κάτι για τα δικά μου μέτρα; Γιόκ! Νιέτ! Μόκο!Το απόλυτο μηδέν.

Οκ, λέω, κάτι δεν πάει καλά και άρχισα να την ψάχνω τη δουλειά. Είναι τα standard μου πολύ υψηλά; Ψάχνω για κάτι πολύ εξεζητημένο; Όχι. Τότε μην έχω εγώ κάτι που απωθεί τους άλλους; Ξανά  να ψάχνομαι, με την πάρτη μου αυτή τη φορά. Κουτσός, στραβός δεν είμαι. Άσχημος; Χοντρός, αδύνατος τι στο διάλο φταίει. Ε, αφού κόντεψα να πάθω κρίση ανασφάλειας, ανεπάρκειας, κόμπλεξ κατωτερότητας και όλα τα ψυχολογικά σύνδρομα που αναφέρει το εγχειρίδιο ψυχολογίας, απέρριψα κι αυτή την εκδοχή. Όχι τίποτα άλλο, αλλά και αγάμητος και με ψυχολογικά, δεν θα την παλέψω!!!

Κατέληξα στο συμπέρασμα πως φταίει η πόλη. Οι ρυθμοί της ζωής, το άγχος, η πίεση που ασκώ στον εαυτό μου για την "καριέρα", μη χιέσω, που με κάνει να μην κοιτάω τίποτα άλλο πέρα από τη δουλειά, η οικονομική κρίση που είναι πιο έντονη στις μεγάλες πόλεις, το καυσαέριο που σου έχει κάψει τον εγκέφαλο και όλα όσα κατέβαζε ο νους μου για να τεκμηριώσω την a-sexual ζωή μου. Ωραία, είναι το κακό feng shui της πόλης. Κι αφούν δεν μπορείς να την αλλάξεις, τι κάνεις; αλλάζεις πόλη. Πήρα τον οματιών μου κι εγώ και πήγα πέρυσι στην Σαντορίνη. Δεν μπορεί, κοτσάμ μου νησί, τόσοι ανεβαίνουν κι κατεβαίνουν, οπότε και η σεξουαλική μου ζωή θα "ανέβει" κι εκείνη.

 Αμ δε. Κι εκεί τα ίδια σκατά. Έξι μήνες στο νησί και κουκου ρούκου γιόκ. Φταίει ο αέρας, τα μελτέμια που τους παίρνει τα μυαλά, τα ηφαίστεια που είναι τριγύρω και το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που περιβάλει το νησί, μαζί με τον ντάλα ήλιο που χτυπάει κατακούτελα. Άντε το χρυσώσαμε το χάπι πάλι.

Φέτος όμως πήρα την μεγάλη απόφαση! Μύκονο. Του πούστη πιο βαθειά δεν υπάρχει. Έλα μου ντε που ο διπλανός μου με το που πάτησε το πόδι στο νησί τι ίδιο βράδυ διοργάνωσε ολόκληρο πάρτυ με ούζα που,  όχι μόνο δεν με κάλεσε, αλλά ξενύχτισα κι απο την "φασαρία" για να καθόμαι να πλέκω γκέτες για το χειμώνα, μετά από τέσσερις εβδομάδες στο νησί των ανέμων. Που να φυσήξει ο μπάτης και να το στείλει πιο πέρα!

Ε, μετά από όλα αυτά, κατέληξα… στο Ναύπλιο. Βρήκα κι ένα σπίτι δίπλα από το νεκροταφείο για να είμαι και κοντά, με θέα το Παλαμήδι όμως, διότι μπορεί η σεξουαλική μου ζωή να έχει φτάσει στο τέλμα της, το ψώνιο όμως ποτέ.

Προχτές πήγα να πετάξω τα σκουπίδια. Άκουγα ένα κλαψούρισμα και βρήκα ένα νεογέννητο γατάκι. Τι να κανα κι εγώ, το περιμάζεψα και το φόρτωσα στο σκύλο για παραμάνα. Μετά από δέκα μέρες πήρε τα πάνω του το γατί και ένα βράδυ που είχα γίνει τελικό σίγμα στο κρεβάτι, ξυπνάω για να δω γιατί δεν είχα χώρο να ισιώσω την κορμάρα μου και βλέπω το σκυλί από την μια και το γατί από την άλλη. Η πρώτη εικόνα μετά την σύγχυση που είχα, ήταν κάτι γεροντοκόρες που καταλήγουν νεκρές μόνες τους με δέκα γατιά και σκύλους στο σπίτι. Τουλάχιστον εμένα δεν θα με πάνε και μακριά. Δίπλα από το νεκροταφείο μένω.

Οπότε το πήρα απόφαση. Την παρθενιά μου, διότι μετά από τοοοοοοόση αναβροχιά, την παρθενιά την ξαναποκτάς, θα την φυλάξω για προίκα στον Άγιο Πέτρο. Άλλωστε όπως είχε πει και η Αδαμάκη στο "Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο":

"Μουνιά, μουνιά έχουν ριζικό

Μουνιά, μουνιά έχουν μοίρα

Μα το δικό μου το μουνί,

Μου το ‘φαγε η Ψείρα!"

Νεκρική Σιγή

Νεκρική Σιγή

 

Ανέκαθεν ήμουν άνθρωπος που βαριέται εύκολα. Αλλάζω χώρες, πόλεις, περιοχές, σπίτια, δουλειές και ενίοτε γκόμενους. Αν και με το τελευταίο, κάπως έχω σκουριάσει γιατί το χω ξεχάσει το άθλημα. ( που να μην του ξανασηκωθεί, εκείνου που με μούτζωσε!) Έτσι μετά την στραπάτσα της Μυκόνου, πήρα τα μπογαλάκια μου και κατέληξα στο Ναύπλιο, σε πεντάστερο, πάλι και εννοείται leading.

Ένα μήνα στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έμενα σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου με θέα το Μπούρτζι σας παρακαλώ, αλλά επειδή τα μεταξωτά βρακιά είναι για  επιδέξιους κώλους, αν και ο δικός μου είναι, αλλά όχι για αυτό που λέει η ρήση, αποφάσισα να βρω ένα σπιτάκι να νοικιάσω, ώστε να ξεφύγω από το εργασιακό μου περιβάλλον, ελπίζοντας σε καμία ξέφρενη βραδιά χωρίς να δώσω δικαιώματα στο στενό μαρκάρισμα των ντόπιων που εργάζονται στο ξενοδοχείο. Πάνω από όλα όμως για να μπορέσω να φέρω και το ζωντανό μου μαζί, που έχει πάθει παράκρουση από τους χώρους που έχει αλλάξει.

Παίρνω λοιπόν κι εγώ μια τοπική εφημερίδα και αρχίζω να παίρνω τηλέφωνα μέχρι που πετυχαίνω μια ευγενέστατη κυρία η οποία μου λέει πως δεν έχει πρόβλημα με το σκύλο και έχει δυο γκαρσονιέρες να μου δείξει. Δύο κιόλας. Δίνουμε λοιπόν κάπου ραντεβού και θα με πήγαινε να δω πρώτα το ένα και μετά το άλλο, για να αποφασίσω ποιο μου κάνει. Το πρώτο ήταν σε ένα ύψωμα με μίζερους δρόμους που θύμιζε πραγματικά επαρχία, αν και το βρήκα πολύ retro. Δεν ήμουν σίγουρος όμως ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί, έτσι με πήγε κι από το δεύτερο περνώντας μέσα από στενά για να φτάσουμε σε μια νεόκτιστη περιοχή στη νέα πόλη.

 Σταματάμε λοιπόν σε μια καινούργια πολυκατοικία  και κόζαρα κι εγώ τη γειτονιά να κόψω κίνηση. Το διαμερισματάκι ισόγειο και απέναντι μια πανέμορφη πέτρινη μάντρα γεμάτη πράσινο. Περίφραξη αρχαιολογικού χώρου, είπα από μέσα μου. Τεράστια πεύκα και κυπαρίσσια όπου φώλιαζαν τα τζιτζίκια, θυμίζοντας καλοκαίρι και πίσω τους το Παλαμήδι να δεσπόζει από ψηλά. Το σπιτάκι όμορφο, cute που λένε, ημιεπιπλωμένο, θα άνοιγα τη μπαλκονόπορτα και θα βγαινε ο σκύλος από μόνος του έξω να σουλατσάρει στους λόφους. Τέλεια, σκέφτηκα και χωρίς πολλά πολλά δίνω την προκαταβολή και το κλεισα.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, πετυχαίνω τον ρεσεψιονίστ, ντόπιος, ο οποίος με ρωτάει τι έκανα τελικά με το σπίτι.

«Μια χαρά το κλεισα. Είναι πολύ χαριτωμένο, μπλα, μπλά.»

«Μπράβο ρε συ που είναι;»

«Εκεί…του λέω κι εγώ. Έχει και μια μάντρα μπροστά τίγκα στο πράσινο.»

«Έλα ρε συ, μια χαρά. Στο νεκροταφείο είσαι δηλαδή!»

!!!!???????????!!!!………………… Ζντουπ!!!

Έ, έχετε δει εσείς αρχαιολογικό χώρο στην Ελλάδα με πέτρινη πείφραξη; Εμ τα θεόρατα κυπαρίσσια σε πόσες πλατείες τις έχετε πετύχει; Καμία θα μου πείτε. Κι εγώ το ίδιο. Αλλά πάνω στη φούρια μου να βρω σπίτι και λόγω της ατμόσφαιρας της πόλης, που να φανταστώ ότι το νεκροταφείο θα ήταν μέσα στην πόλη γαμώτο;

Το μόνο σίγουρο είναι πως τα βράδια που γυρίζω, δεν ακούγεται κιχ. Ούτε μηχανάκια, ούτε βαβούρα και σίγουρα μπορώ να λέω πως στη γειτονιά μου βασιλεύει…Νεκρική σιγή.

Υ.Γ. Καλές διακοπές σε όσους κάνουν, για τους υπόλοιπους…δε γαμιέται καλοκαίρι είναι θα περάσει.ΚΛΑΨ!!!