Categories

Το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει!…

Επιστροφή! Ανανεωμένα τα κύταρα, γαλήνιο το δέρμα, ελαφρύτερο το σώμα, απεγκλωβισμένη η ψυχή, στα φόρτε τους οι ελπίδες, χαμόγελα παντού. Σταγόνες δροσιάς που σε τυλίγουν η αισιοδοξία για το αύριο. Άγνωστο το γιατί. Εσύ όμως νοιώθεις ικανοποίηση μέσα από την άγνοια σου.

Καλησπέρα σπίτι μου! Ο γυρισμός μια παράδοξη ανακούφιση. Το παρελθόν μην σε παραπλανά όσο μεθυστικό κι αν είναι. Σε λίγες ώρες ξημερώνει. Κάθησε κάτω, πάρε μια βαθειά ανάσα και κοίτα προς τα εκεί που ο ήλιος θα ανατείλλει. Ετοιμάσου, γιατί το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει.

Καλώς σας ξαναβρήκα, καλά κουράγια σε όλους!…

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, 163 χρόνια πριν…

Σαντορίνη 27 Ιουλίου 1845

"Τα νερά εδώ έχουν ένα υπέροχο βαθυγάλαζο χρώμα, είναι δε τόσο βαθιά που είναι αδύνατο να αγκυροβολήσει πλοίο. Καμιά άγκυρα δε μπορεί να φτάσει ως τον πάτο της θάλασσας. Πολλοί ταξιδιώτες προσπαθησαν μάταια να ρίξουν άγκυρα, δένοντας το ένα σκοινί με το άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν το σκοινί αυτό να γίνεται τόσο βαρύ που ήταν αδύνατο να το συγκρατήσουν και τελικά τους ξέφευγε από τα χέρια.
Το κέντρο του νησιού λέγεται Απάνω Θήρα*. Τα σπίτια της είναι όπως στην Απάνω Μεριά**, είναι όμως κτισμένη ψηλότερα. Στην Απάνω Θήρα οδηγεί ένας αρκετά φαρδύς δρόμος, μάλλον μια δρομόσκαλα που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια. Όλα τα σπίτια μοιάζουν με εκκλησάκια, γιατί η στέγη τους είναι θολωτή και το κάθε δωμάτιο έχει τη δική του κάμαρα. Αυτός ο τρόπος κατασκευής οφείλεται στο ότι χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό το κυρτό ξύλο της συκιάς, του μόνου δέντρου που υπάρχει στο νησί. Επίσης ένας άλλος λόγος είναι ότι τα θολωτά σπίτια είναι δροσερά και περισσότερο ανθεκτικά στις σεισμικές δονήσεις που είναι πολύ συχνές στο νησί αυτό.
Σε ολόκληρο το νησί δεν υπάρχει ούτε μια πηγή και οι κάτοικοι έχουν μόνο βρόχινο νερό που συγκεντρώνεται σε μεγάλες δεξαμενές, πολύ βαθειές. Οι κάτοικοι ήταν καλοσυνάτοι και μας χαιρετούσαν σα να γνωριζόμαστε από παλιά. Οι δρόμοι είναι στενοί αλλά καθαροί. Παντού πλακόστρωτα από μαύρο μάρμαρο, λάβα στην ουσία δηλαδή γιατί, όπως είναι γνωστό, το νησί είναι ηφαιστειογενές. Τα σπίτια είναι κτισμένα από αυτό το μαύρο πέτρωμα και από θηραϊκή γη που έχει λευκό χρώμα. Έτσι μοιάζουν να είναι πιτσιλωτά. Στο εσωτερικό, το πάτωμα είναι πάλι από θηραϊκή γη, κατάλευκο και πολύ όμορφο.
Την ώρα της λειτουργίας τόσο οι καθολικοί που είναι περίπου 600, όσο και οι Έλληνες, πήγαν ο καθένας στις δικές του εκκλησίες…"

Χριστιάνα Λυτ: "Αρμενίζοντας το Αιγαίο"

*σ.σ: Τα σημερινά ΦΗΡΑ
**σ.σ: Η σημερινή ΟΙΑ

ΠΑΡΟΣ, 163 χρόνια πριν…


Πάρος 24 Ιουλίου 1845.

"Η Χώρα της Πάρου ή Παροικιά, είναι κτισμένη χαμηλά, στην παραλία, και όταν την βλέπει κανείς από τη θάλασσα, δεν κάνει καμία ιδιαίτερη εντύπωση. Στο εσωτερικό όμως οι δρόμοι της είναι πολύ πιο πρόσχαροι από αλλού. Κάθε σπίτι έχει έναν εξώστη που τον αγκαλιάζει και μια κληματαριά. Είναι πολύ όμορφο και συγχρόνως εμποδίζει το δυνατό ήλιο να μπαίνει στα δωμάτια. Μαζεύονται όμως πολλές μύγες και κουνούπια. Δυστυχώς δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Λίγο πιο έξω από τη Χώρα, ο δρόμος είναι όμορφος, γεμάτος αμπέλια, ελαιόδεντρα και συκιές. Υπάρχουν και αρκετοί ανεμόμυλοι… "

Χριστάνα Λυτ ("Αρμενίζοντας το Αιγαίο")

Λίγο πριν “σαλπάρω”!…

Αν και έχω αρχίσει από καιρό τις εβδομαδιαίες μου "αποδράσεις", έφτασε ο καιρός να λείψω για περισσότερο διάστημα. Κατά την διάρκεια όμως της απουσίας μου θα στείλω κάποιες "ανταποκρίσεις" καθώς και 2-3 ποστάκια-αφιερώματα ή ότι άλλο σημαντικό προκύψει. Βάβαια για κάποιο καιρό αναμένεται να "κατεβάσω διακόπτες".

Καλό καλοκαίρι και καλές διακοπές σε όλες και όλους σας. Κι όσοι δεν πάτε κάπου, να περάσετε καλά ότι κι αν κάνετε. Μέσα από την καρδιά μου, να είστε πάντα καλά και να προσέχετε τον εαυτό σας!…

http://www.youtube.com/watch?v=jXqrkjxtLSY&eurl

Υπάρχει ΘΕΟΣ;

Το μεγαλύτερο ερώτημα που έχει ο άνθρωπος από τότε που ήρθε στη γη είναι τί γίνεται μετά τον θάνατο του. "Η μετά θάνατον ζωή". Γι αυτόν το λόγο επινόησε τη θρησκεία. Προσωπικά είμαι άθρησκος και άθεος ίσως. Ο λόγος: οι χιλιάδες "αδικίες" που γίνονται καθημερινά πάνω στη γη και οι γελοιότητες που κάνει το εκάστοτε παπαδαριό. Σέβομαι την "πίστη" των άλλων και τις "παραδόσεις". Έχω κάνει Άγιο Όρος όπου ένοιωσα δέος όμως τελικά δεν "πείστηκα". Από πάντα με εμπνέαν οι ανατολικές φιλοσοφίες και κυρίως ο Βουδισμός. Κι αυτό γιατί ασχολούνται κυρίως με τον άνθρωπο. Δεν ξέρω εσείς τί γνώμη έχετε, αλλά αυτό που ψάχνω εγώ να βρώ είναι ο "θεός" που κρύβουμε μέσα μας. Κάτι σαν τον "Υπεράνθρωπο" του Νίτσε…

Δονούσα, δόνηση, ηδονή!…

Δονούσα, ένας ξεχασμένος παράδεισος. Παντού η Ελλάδα κρύβει απίστευτες ομορφιές. Όμως το καλοκαίρι πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω σε μικρά νησάκια. Σε μικρούς κρυμμένους "παραδείσους"! Οι φωτογραφίες είναι δημιουργία ενός καλού φίλου και μεγάλου ταλέντου.

Το δικαίωμα στη μετριότητα!…

Να σας (ξανα)συστηθώ λοιπόν. Με λένε Δημήτρη και εν ολίγοις (δεν) έχω τα κάτωθι χαρακτηριστικά:

-Δεν είμαι γόης

-Δεν είμαι ψηλός

-Δεν είμαι αδύνατος

-Δεν είμαι σωματαράς

-Δεν είμαι επώνυμος

-Δεν είμαι πλούσιος

-Δεν είμαι "επιτυχημένος επαγγελματίας"

-Δεν είμαι σοφός

-Δεν είμαι ρήτορας

-Δεν είμαι πάντα ψύχραιμος

-Δεν είμαι το "επίκεντρο" της παρέας

-Δεν είμαι καταπληκτικός στο να λέω ανέκδοτα

-Δεν είμαι τραγουδιστής

-Δεν είμαι μουσικός

-Δεν είμαι ηθοποιός

Δεν είμαι συγγραφέας

-Δεν είμαι ποιητής

-Δεν είμαι "χαρισματικός"

-Δεν είμαι…

-Δεν είμαι…

-Δεν είμαι…

Είμαι απλά όπως οι περισσότεροι, ένας μέτριος άνθρωπος.

Ε και;… δεν έχω δικαίωμα να ζήσω σαν ίσος προς ίσον;…

BILLIE HOLIDAY, η μεγάλη κυρία των “blues”…

Σαν εχθές 17 Ιουλίου 1959, πέθανε μια ντίβα της τζαζ μουσικής.

Αυτό εδώ είναι ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη της:

Το πραγματικό της όνομα δεν ήταν ούτε Μπιλι ούτε Χολιντει, αλλά Ελεονόρα Φέιγκαν Γκόου, απόγονος μιας παράνομης επιμειξίας μεταξύ μιας μαύρης σκλάβας κι ενός Ιρλανδού γαιοκτήμονα που την είχε υπό την επίβλεψη του. Οι γονείς της ήταν αντίστοιχα 15 και 17 όταν την απέκτησαν. Άλλα ήθη κι άλλα έθιμα για την Αμερική των μαύρων της εποχής του Μεσοπολέμου. Ο πατέρας της Κλαρενς Χολιντει ηταν κιθαρίστας στην ορχήστρα του Φλετσερ Χεντερσον, πότης και γυναικάς. Εγκατέλειψε την συζυγική εστία άμα τη γεννήσει της μικρής Ελεονόρα, αφήνοντας την στο έλεος της ανεύθυνης μητέρας της Σειντι, η οποία δεν αποτέλεσε και το καλύτερο δυνατό παράδειγμα γι’ αυτήν. Η μικρή μεγάλωσε σχεδόν ολομόναχη, ποτέ δεν γνώρισε την αποδοχή και την αγάπη από κανέναν γύρω της και διαμόρφωσε μια προσωπικότητα αφενός αυτόνομη, αλλά εξαιρετικά αυτοκαταστροφική και ευάλωτη.

«Ποτέ δεν είχα την δυνατότητα να παίξω με τις κούκλες όσο ήμουν μικρή. Άρχισα να δουλεύω όταν ήμουν 6 ετών». Όταν έφτασε 10 χρόνων, το 1925, ένας γείτονας την βίασε. Το δικαστήριο έδειξε επιείκεια απέναντι του, αλλά όχι απέναντι στη μικρή υιοθετώντας την λογική «γυναίκα (;;;) είναι, εκείνη τον προκάλεσε». Είπαμε, άλλα ήθη, πόσο μάλλον όταν η κατηγορούμενη δεν έχει ίδιο χρώμα δέρματος με αυτό του δικαστή. Το δικαστήριο την έστειλε εσώκλειστη σε ένα Παρθεναγωγείο, το οποίο εγκατέλειψε λίαν συντόμως γιατί η μητέρα της από την Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν την διεμήνυσε ότι η οικογένεια χρειαζόταν χρήματα. Η Ελεονόρα κατέληξε -άγνωστο πως– στον οίκο ανοχής της Αλις Ντιν στην γενέτειρα της, την Βαλτιμόρη, προσφέροντας από την τρυφερή κιόλας ηλικία των 12 τις υπηρεσίες της σε κυρίους όλων των φυλών, των εθνικοτήτων και των ηλικιών. Είναι η εποχή που η –σωματώδης και υπερανεπτυγμένη για τα δεδομένα της ηλικίας της –Ελεονόρα υιοθετεί το όνομα Μπιλι, λόγω της αγάπης που έτρεφε για την –λευκή- ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπιλι Νταβ και στα διαλείμματα της δουλειάς της ακούει μανιωδώς τζαζ και ραγκταιμ μουσική στο παλιό γραμμόφωνο. Ενίοτε κάθε Δευτέρα βράδυ που οι οίκοι ανοχής είχαν ρεπό, ανέβαινε στις πίστες των τοπικών νυχτερινών κέντρων, έπαιρνε το μικρόφωνο και τραγουδούσε τα τραγούδια της Μπεσι Σμιθ και της Εθελ Γουοτερς.

Η ζωή της αλλάζει ξαφνικά όταν μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και αρχίζει τις οντισιόν σε μικρά και περισσότερο γνωστά κλαμπ του Μεγάλου Μήλου. Ο Μύθος λέει ότι κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης της για χορεύτρια στο κλαμπ Pod & Jerry's ο ιδιοκτήτης, απογοητευμένος από τις επιδόσεις της άχαρης, πανύψηλης και ευτραφούς 18χρονης, της πρότεινε να τραγουδήσει κάτι μπας και σώσει τα προσχήματα. Τη στιγμή που από το λαρύγγι της βγήκαν οι πρώτες νότες του "Trav'lin All Alone" της πρότεινε αμέσως συμβόλαιο συνεργασίας. Και τότε εμφανίζεται ο Τζον Χαμοντ, αρθρογράφος της Αγγλικής εφημερίδας Μelody Maker και κυνηγός ταλέντων συν τοις άλλοις –και ο ίδιος άνθρωπος που κάποιες δεκαετίες αργότερα ανακάλυψε τον Μπόμπ Ντιλαν και τον Μπρους Σπρινγκστιν. Και την επιλέγει για να τραγουδήσει δίπλα στον ίδιο τον Βασιλιά του Σουίνγκ, τον Μπενυ Γκουντμαν. Είναι το σημείο που αρχίζει η καριέρα της κι επίσημα πια.

Τα 4 πρώτα χρόνια της καριέρας της ηχογραφεί μαζί με τις ορχήστρες του Τεντυ Ουιλσον, του Αρτι Σω, εμφανίζεται στο Apollo Theatre ως πρώτο ονομα στην μαρκίζα και συμμετέχει με τον Ντιουκ Ελινγκτον στην εννιάλεπτη ταινία Symphony In Black, όπου ερμηνεύουν το κλασικό Rhapsody In Negro Life. Ο ρατσισμός όμως ακόμη κι όταν είσαι ένα εδραιωμένο όνομα της τζαζ είναι πανταχού παρών. Η παραμονή της στο διάσημο κλαμπ Famous Door στο πλευρό λευκών μουσικών αποδεικνύεται βραχύβια όταν της απαγορεύουν να συγχρωτίζεται με τους θαμώνες του μπαρ και της επιβάλουν να παραμένει σε χώρο που προορίζεται για άτομα της ίδιας με αυτήν απόχρωσης δέρματος. Ίδια κι απαράλλακτη η κατάσταση και στο Onyx Club που εμφανίζεται το Σεπτέμβριο του 1936 μαζί με τον βιολονίστα Σταφ Σμιθ. Το κοινό υποκλίνεται μπροστά στο ταμπεραμέντο της Μπιλι και ο Σμιθ, θορυβημένος από τις αντιδράσεις του κόσμου και φοβούμενος ότι η νεαρή τραγουδίστρια του κλέβει την παράσταση, την απολύει.


Η ζωή στο δρόμο την δεκαετία του ’30
ήταν σκληρή ακόμη και για τον πιο ακούραστο και σκληραγωγημένο άντρα μουσικό. Για μια γυναίκα ήταν ένας εφιάλτης. Για μια μαύρη γυναίκα όμως ήταν κάτι παραπάνω: κόλαση. Ίσως η χειρότερη στιγμή στην καριέρα της ηταν κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής περιοδείας της μαζί με τον Καουντ Μπεισι. Άτακτες ώρες παραστάσεων, ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, έλλειψη προσωπικού χώρου, ταξίδια με ετοιμόρροπα λεωφορεία σε δρόμους ελληνικού επαρχιακού / νησιωτικού δικτύου. Το μοναδικό καλό πράγμα που συνέβη στη Μπιλι τα τέσσερα αυτά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον καλύτερο της φίλο, τον Λεστερ Γιανγκ, ο οποίος και την έδωσε το παρατσούκλι Lady Day.

Η δεκαετία του ’40 μπήκε για την Μπιλι με τις καλύτερες προοπτικές: όλα τα καμπαρέ της Νέας Υόρκης την ήθελαν για πρώτο όνομα στις πιστές τους, αλλά το Cafe Society ήταν τελικά αυτό στο οποίο έγραψε ιστορία. Ένα πολυτελές κλαμπ στην περιοχή του Μανχάταν, ίσως το μοναδικό το οποίο επέτρεπε να βρίσκονται λευκοί και μαύροι στον ίδιο χώρο και το μέρος όπου για πρώτη φορά ακούστηκε το γνωστότερο τραγούδι της, το "Strange Fruit", ένα κομμάτι-κόλαφος ενάντια στο ρατσιστικό καθεστώς του Αμερικανικού Νότου –κι όχι μόνο. Είναι η εποχή όπου η προσωπική της ζωή βρίσκεται σε μια στοιχειώδη αρμονία και η Μπιλι έβγαινε στη σκηνή με τις χαρακτηριστικές λευκές γαρδένιες να μπλέκονται στα μακριά της μαλλιά υπό τη συνοδεία της ορχήστρας του Φρανκι Νιουτον. Μια πενταετία με σπουδαίες ηχογραφήσεις στην εταιρεία Decca – "Fine and Mellow", "God Bless the Child", "Lover Man", "Don't Explain," "Good Morning Heartache", "Ain't Nobody's Business If I Do,", "Them There Eyes", "Crazy He Calls Me."- αλλά και με πρωτοφανή εμπορική επιτυχία. Πρόλαβε ακόμη και να παίξει στην ταινία New Orleans, στο πλευρό του νεανικού της ειδώλου του Λουις Άρμστρονγκ, υποδυόμενη την μαύρη υπηρέτρια – ρόλος που μετέπειτα παραδέχτηκε ότι καθόλου δεν χάρηκε. Από το σημείο εκείνο κι έπειτα αρχίζει ο προσωπικός, καλλιτεχνικός και εμπορικός της κατήφορος.
 

Ήταν λίγο πολύ μόδα στο κύκλωμα των μουσικών της τζαζ η χρήση μαριχουάνας και λοιπών απαγορευμένων ουσιών. Το τέλος του πόλεμου βρίσκει τον Αμερικανικό υπόκοσμο απόλυτα εξοικειωμένο με ένα νέο ναρκωτικό, την ηρωίνη. Η Μπιλι δεν ήθελε και πολύ για να ενδώσει στον πειρασμό της δοκιμής, παρασυρμένη ίσως κι από την ταραχώδη προσωπική της ζωή. Βλέπετε, ο γάμος της με τον Τζιμι Μονρο είχε λήξει και ο άνθρωπος, ο οποίος λίγο μετά θα γινόταν δεύτερος σύζυγος της, ο τρομπετίστας Τζο Γκαι, ήταν για τα καλά χωμένος στο νέο αυτό ναρκωτικό. Η εξάρτηση της όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Το Εθνικό Γραφείο Για Τα Ναρκωτικά ήταν καλά ενήμερο για το γεγονός αυτό και το Μάιο του 1947 η Κύρια συλλαμβάνεται στη Φιλαδέλφεια για κατοχή ηρωίνης και καταδικάζεται σε δεκάμηνη φυλάκιση -χωρίς αναστολή. Το χειρότερο δεν είχε έρθει ακόμη: το μητρώο της είχε ένα βαθύ μελάνωμα που της απαγόρευε την είσοδο της σε όλα τα κλαμπ και τα καμπαρέ της Νέας Υόρκης. Η Πρώτη Κύρια δεν είχε μέρος να τραγουδήσει. Πάλι καλά που βρέθηκε στο δρόμο της ο Τζον Λεβυ, ιδιοκτήτης του Ebony Club και κατόρθωσε να αποσπάσει από τις αστυνομικές αρχές την πολυπόθητη άδεια να εμφανιστεί στο μαγαζί του.

Όταν όμως το επόμενο έτος οι Ομοσπονδιακοί πράκτορες την έπιασαν επ’ αυτοφώρω στο ξενοδοχείο της την στιγμή που κάπνιζε όπιο, το πήρε καλά απόφαση ότι δεν πρόκειται να ξανανέβαινε στο σανίδι, τουλάχιστον στην πατρίδα της. Η ευρωπαϊκή περιοδεία της το 1954 ήταν ίσως η τελευταία αξιοπρεπής παράσταση ενώπιον κοινού. Οι ηχογραφήσεις της στην νέα δισκογραφική της στέγη, την θρυλική Verve δεν έχουν την ποιότητα προηγούμενων στιγμών της. Αποπροσανατολισμένη από τη ρήξη με το σύζυγο της, την εξάρτηση της και τον ολοένα κι αυξανόμενο αλκοολισμό της, πέρασε μια σύντομη αναλαμπή με το "Fine and Mellow" του 1957 αλλά το τελευταίο της άλμπουμ Lady in Satin αποκαλύπτει την 43χρονη Μπιλι να ακούγεται σαν 73, να μασάει σχεδόν τις συλλαβές και αρκετές φορές να καταρρέει εν ώρα ηχογραφήσεων.

Πέθανε τη Παρασκευή 17 Ιουλίου 1959 στο Δωμάτιο 6Α12 του Ξενοδοχείου Μετροπολιταν της Νέας Υόρκης. Στο πόδι της βρέθηκε δεμένο ένα σεβαστό χρηματικό πόσο, το οποίο είχε εισπράξει λίγες ώρες νωρίτερα από ένα ατζέντη ο οποίος θα είχε δικαίωμα να εκδώσει την αυτοβιογραφία της.

Μπιλι Χολιντει: ανήλικη πόρνη, αλκοολική. ηρωινομανής, μεγάλη φωνή. Προπαντός όμως μια ακόμη χαμένη ψυχή.

Για περαιτέρω διάβασμα:

• Η Κυρία Τραγουδάει Τα Μπλουζ, Εκδόσεις Άγρα, μτφ. Ιουλία Ραλλίδη

Απολαύστε τα VIDEOS (κλικάρετε επάνω στα γράμματα):

http://www.youtube.com/watch?v=KBtN8h85F-I

http://www.youtube.com/watch?v=ROEWiNsb754

http://www.youtube.com/watch?v=bWtUzdI5hlE

CELIA CRUZ, η εκρηκτικότερη τραγουδίστρια στην ιιστορία της Latin μουσικής!…

Πρόκειται για το γυναικείο "είδωλο" μου στη λατινοαμερικάνικη μουσική. Γυναικάρα με τα όλα της, με πάθος για τη ζωή, το χορό και κυρίως το τραγούδι έως το τέλος του βίου της.

Η Κουβανέζα Celia Cruz* (Σίλια Κρούζ), το αστέρι της σάλσα, σπούδασε τραγούδι και θεωρία της μουσικής στο ωδείο της Αβάνα, ξεκινώντας την καριέρα της στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Η μουσική αποτέλεσε μέρος της ζωής της από τα παιδικά της χρόνια, αλλά η μουσική της καριέρα προέκυψε μάλλον κατά τύχη. Έχοντας 13 αδέλφια, η Cruz τραγουδούσε για να κοιμίζει τους αδελφούς της, και ο κόσμος στεκόταν στην πόρτα όταν άκουγε την φωνή της, ώσπου ο ξάδερφος της πρόσεξε ότι έχει ταλέντο. Τραγούδησε ένα ταγκό σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό και βραβεύτηκε. Μια καριέρα γεννιόταν.
Το πρώτο βραβείο για το ταλέντο της το κέρδισε το 1947, στην πατρίδα της την Αβάνα. Λίγο μετά, γράφτηκε στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής, όπου σπούδασε θεωρία της μουσικής, τραγούδι και πιάνο. Σύντομα τη μουσική της την ζητούσαν στο ραδιόφωνο, σε ταινίες και στην τηλεόραση.
Στην αρχή της δεκαετίας του ’50, έγινε μέλος του συγκροτήματος La Sonora Matancera και μαζί έγραψαν μερικά από τα πιο αλησμόνητα κεφάλαια της Αφροκουβανέζικης μουσικής. Στις 15 Ιουλίου 1960 έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συνέχισε να γράφει ιστορία. Εκείνη τη δεκαετία, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους, με το μαέστρο Τito Puente και μαζί ξύπνησαν το ενδιαφέρον για τη σάλσα σε Αγγλόφωνα και Ευρωπαικά ακροατήρια, με τραγούδια όπως το La Bamba. Αυτό το φαινόμενο ήταν γνωστό ως «η Σάλσα της δεκαετίας του ’70». Ξεχωριστές συνεργασίες της με άλλους μουσικούς ήταν με τον Τζώνυ Πατσέκο, το Γουίλι Κόλον και τους Φάνια Ωλ Σταρς.
Τιμήθηκε με αστέρια και το όνομά της δόθηκε σε οδούς σε κάποιες από τις πολυσύχναστες λεωφόρους του κόσμου. Το 1987 το Χόλιγουντ της αφιέρωσε ένα αστέρι στο Walk of fame. Χρόνια μετά, η calle ocho του Μαϊάμι μετονομάστηκε σε οδός Celia Cruz και το 1991 η ίδια πόλη της αφιέρωσε και αυτή ένα αστέρι. Μια τιμή που της έχει επίσης απονεμηθεί από το Σαν Χοσέ της Κόστα Ρίκα και την Πλάζα Γκαλερία στην πόλη του Μεξικού. Αν και κέρδισε πολλές διακρίσεις, η δεκαετία του ’90 ήταν μια ιδιαίτερη περίοδος στην καριέρα της. Το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν της απένειμε Βραβείο για επιτεύγματα ζωής, η Κολομβία της απένειμε το Προεδρικό Μετάλλιο των τεχνών και ο δήμος του Σαν Φρανσίσκο ονόμασε την 25η Οκτωβρίου 1997 «ημέρα της Celia Cruz».
Αλλά αναμφίβολα, μια από τις πιο αξέχαστες στιγμές στη ζωή της ήταν το 1994, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπίλ Κλίντον, τη δέχθηκε στο Λευκό Οίκο και της απένειμε την υψηλότερη τιμές που μπορεί να αποδοθεί σε έναν καλλιτέχνη στις ΗΠΑ : το βραβείο του Εθνικού Κληροδοτήματος για τις Τέχνες.
Η Cruz μες τολμηρό φωνητικό έλεγχο, πάθος και αυτοσχεδιαστικό ταλέντο, είχε πλέον γίνει συνώνυμη με τη σάλσα και την κουβανέζικη μουσική κουλτούρα. Ηχογράφησε σχεδόν 75 δίσκους και κέρδισε αρκετούς επαίνους, μεταξύ τους και ένα Γκράμι. Επιλέχθηκε για την ταινία που βασίστηκε στο μυθιστόρημα «Οι Μάμπο Κίνγκς παίζουν τραγούδια της αγάπης», πλάι στον βασιλιά του μάμπο Τίτο Πουέντε. Η συνεργασία της με τον Πουέντε ξεκίνησε ήδη τη δεκαετία του ’50, ενώ ήταν ακόμη στην Κούβα.
Δεν είναι σαφές πότε ακριβώς άρχισαν να την αποκαλούν «βασίλισσα της Σάλσα», αλλά έφερε αυτόν τον τίτλο με αρχοντιά και τιμή. Η Celia συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της μουσικής όπως με : την Dionne Warwick , την Patty Lambel, τον David Burn, την Gloria Estefan κτλ…
Η φωνή της, το ταλέντο της και το χάρισμά της μαζί δημιούργησαν μια από τις πιο εντυπωσιακές πορείες επιτυχιών της μουσικής βιομηχανίας. Πολλοί από τους δίσκους της έγιναν χρυσοί και πλατινένιοι. Προτάθηκε για τα GRAMMY AWARDS (Βραβεία Γκράμι) 12 φορές και κέρδισε το πρώτο της το 1989.
Στη Celia Cruz απονεμήθηκαν τιμής ένεκεν πτυχία από το πανεπιστήμια Γέηλ, Φλόριντα Ιντερνάσιοναλ και Μαϊάμι. Εμφανίστηκε σε 10 ταινίες, μια από τις πιο πρόσφατες ήταν βέβαια το Μάμπο Κίνγκς.
Η Cruz απεβίωσε στις 16 Ιουλίου του 2003 εξαιτίας καρκίνου στον εγκέφαλο, σε ηλικία 78 ετών. Άφησε πίσω της μια κληρονομιά με σπουδαία επιρροή στη μουσική όλης της Λατινικής Αμερικής.
* το κείμενο είναι μετάφραση από ξένο (σχετικό με το θέμα) ιστότοπο.

Απολαύστε την εδώ με τον ανεπανάληπτο Τίτο Πουέντε:
http://www.youtube.com/watch?v=Nh56PMRfcSY&eurl

Ως πότε θα περιμένω;…

Ξύπνησε απότομα και πετάχτηκε. Κοίταξε το ρολόι: "επτά και εικοσιπέντε", σκέφτηκε. Ξεχύθηκε ξυπόλητος στο μπάνιο. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο του να ξυπνήσει. Πήρε την πετσέτα και σκούπισε το πρόσωπο του. Βημάτισε γρήγορα προς το μπαλκόνι. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα για να δεί τη θέα της Αθήνας από ψηλά. Είχε καιρό να το κάνει αυτό. Του άρεσε, είχε αρχίσει να σουρουπώνει και τα φώτα της πόλης είχαν αρχίσει να ανάβουνε σιγά-σιγά. Θυμήθηκε όμως ότι η ώρα είχε περάσει. Περίμενε κάτι "σημαντικό" απόψε. Μήνες το περίμενε. Περίμενε "εκείνη". Είχε καιρό να τη δεί. Την προηγούμενη μέρα την είχε συναντήσει τυχαία σε ένα σπίτι ενός κοινού τους φίλου. Της ζήτησε να έρθει από το σπίτι του να τα πούνε από κοντά για να μιλήσουνε για τα οικονομικά της εταιρείας του. Εκείνη ήταν λογίστρια κι εκείνος το βρήκε σαν πρόφαση. Έστω κι έτσι θα συναντιόντουσαν πάλι. Άλλωστε τα μάτια της έδειξαν ικανοποίηση στην πρόταση του. Θαυμάσια! Τώρα θα της μίλαγε διαφορετικά και δεν μπορεί, θα την κέρδιζε. Δεν την είχε ξεχάσει ούτε μέρα. Και ποτέ του δεν είχε παραδεχθεί την "ήττα". Κάνοντας αυτές τις σκέψεις ήδη είχε ντυθεί. Είχε βάλει το καινούριο του τζην παντελόνι, μπλε κάλτσες, τα καινούρια του μοκασίνια σε χρώμα ταμπά, και το αγαπημένο του πουκάμισο, λευκό βεβαίως. Έμενε μόνο να περάσει στη μέση του μια ζώνη σε απόχρωση πολύ κοντά στο χρώμα των παπουτσιών του. Όταν το έκανε κι αυτό, πήγε στον καθρέφτη, κοιτάχτηκε και έστρωσε τα μαλλιά του. "Καλός είμαι", σκέφθηκε. Και στράφηκε προς το μέρος που βρισκόταν το μπαρ. Πήρε με το ένα του χέρι ένα κοντό και χοντρό ποτήρι και με το άλλο έβαλε ουίσκι. Στην κατάψυξη είχε παγάκια. Πήγε εκεί άνοιξε και πήρε τρεις κύβους ρίχνοντας τους στο ποτήρι. Ήπιε δυο γουλιές, πλησίασε το στέρεο και άνοιξε το αγαπημένο του ραδιόφωνο. Έπιασε ένα σταθμό που έπαιζε ένα θαυμάσιο τραγούδι. Του φάνηκε λυπητερό για τη στιγμή, όμως το άφησε και βγήκε στο μπαλκόνι. Ένας ψυχρός αέρας του χάιδεψε το πρόσωπο. Ο Οκτώβρης είχε μπει για τα καλά. "Αλήθεια", σκέφθηκε "η ώρα πέρασε, πού είναι;" Πάνω στην ώρα το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέκοψε τη σκέψη του. Έτρεξε και το σήκωσε. Ήταν "εκείνη". "Γεια, μήπως ενοχλώ;". Απόρησε. Ξεροκατάπιε και μπόρεσε να ψελίσει: "Εσύ;…όχι βέβαια". "Ξέρεις…δεν θα μπορέσω να έρθω απόψε…μου έτυχε κάτι…συγνώμη…κάποια άλλη φορά…στο υπόσχομαι" αποκρίθηκε δειλά εκείνη. "Δεν τρέχει τίποτα, κάνε δουλειά σου" κατάφερε εκείνος να απαντήσει. "Καληνύχτα, εύχομαι να μπορέσεις να περάσεις καλά απόψε", ανταπάντησε εκείνη με πιο θάρρος αυτή τη φορά. "Καληνύχτα" πρόσθεσε κοφτά εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.

Του 'ρθε να ουρλιάξει μα κρατήθηκε. Έγειρε στον καναπέ που ήταν δίπλα του και σκέφθηκε φωναχτά: "Γιατί θεέ; Αν υπάρχεις. Ως πότε θα περιμένω να γυρίσει; Ως πότε;

Το τραγούδι συνέχισε να παίζει: "…Ι cheated my self, like I knew I would I told ya I was troubled yeah ya know that I'm no good…"

Ήταν μια ιστορία βγαλμένη από την ίδια τη ζωή.

http://www.youtube.com/watch?v=-s76SUag97Y