|
|
Welcome to Athens Voice blogs. This is your first post. Edit or delete it, then start blogging!
Η φίλτατη λοιπόν με προσκάλεσε και φυσικά ως γυναίκα aka ψώνιο δε μπορούσα να αρνηθώ μία τέτοια πρόσκληση!
εντάξει, εντάξει.. με πρόλαβε την στιγμή που θα ανέβαζα και άλλο ένα ψυχεδελικό post, οπότε με έσωσε και εμένα και εσάς.
Αυτή είμαι εγώ. Πότε δε ξέρω, δεν θυμάμαι. Αλλά όντως είμαι εγω.
Χουχου! Απο μικρή φαινόμουν τι θα γίνω ^^
Όχι εντάξει, ο τίτλος δώθηκε από τον μπαμπά αφού μικρή του έκανα μαλαγανιές και πάντα τον κατάφερνα..
Παρακαλώ τα σχολιά σας μην με πληγώσουν.
Σκατά, μετά από ένα μπουκάλι σαχίρ δεν νιώθω τι γράφω, βγάζουν νόημα τα παραπάνω?! στο μεταξυ ρε πούστη μου ποτέ δε θα καταφέρω να θυμηθώ πως λέγεται αυτό το κρασί.. σιράχ? σαχίρ? σιχαρ? νιανιανια? πφφφ..

Τα πολεμοφόδια..
Αυτό το ψυγείο κάθε τρεις μέρες το αδειάζω
και όλο γεμάτο είναι.. >>

Το Σιχαρ που αδειάζω τώρα.. <3
[ το ποτηράκι Stella Artois είναι δάνειο από την μπυραρία ]

H συντροφιά μου για αυτό το βράδυ..
[ γαμώ το φλας που με τύφλωσε.. ]

tick.. tack..
tick.. tack…
tick… tick.. tick.. tick..
tick..
tack..
tick.. tick..
tick..
tick..
tick.. tack..
I'm unclean, a libertine
And every time you vent your spleen,
I seem to lose the power of speech,
Your slipping slowly from my reach.
You grow me like an evergreen,
You never see the lonely me at all
I…
Take the plan, spin it sideways.
I…
Fall.
Ανέκαθεν είχες την πεποίθηση ότι είσαι δύο πρόσωπα.
Δύο άτομα.
Δύο ζωές.
Ίδια κατάληξη.
Βρέθηκες και πάλι σ' ένα ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, μ' έναν άνδρα που υποσχόταν γκαραντί έρωτα τεσσάρων αστέρων για λίγες ώρες.
Εκείνος ήξερε να παίρνει αυτό που θέλει.
Εκείνη ήταν σίγουρη για το πως να τον σαγηνεύσει κι εσύ είχες καβαλήσει ένα ιλουστρασιόν όνειρο και έτρεχες σαν τρελλή στο πουθενά.
Επικίνδυνη κούρσα.
Τελικά, ούτε εκείνη ούτε εσύ είχατε τις απαραίτητες αντιστάσεις για μην τον ερωτευτείτε. Μάλλον, για να είμαι πιο ειλικρινής, εσύ μέσα από εκείνη και εξαιτίας της τον ερωτεύτηκες. Σου άρεσε η εικόνα σου ετσι όπως του την πλάσαρε εκείνη και στην συνέχεια σε ξετρέλλαινε η ερωτική επιθυμία που λαμπύριζε στα μάτια του. Σε κάθε ερωτόλογο κι ένας ιριδισμός. Γύρω από την κόρη εκείνου του ματιού αιωρούνταν ασημόσκονη και θάλασσες.
Ώρες ώρες, σε θάμπωναν τόσο που ήθελες μόνο να κλείσεις τα μάτια και να χαθείς μέσα τους.
Έμενες για λίγο βουτηγμένη στην ανάμνηση των κυμμάτων κι ύστερα για μερικές στιγμές, το απόλυτο σκοτάδι, το απόλυτη έρεβος, η απόλυτη νύχτα, ένας μικρός θάνατος!
Το χρώμα του έρωτα για εσένα δεν ήταν κόκκινο ή ροζ, ήτανε ασημί και μπλε.
Και κάπως έτσι συνέχισες να ταξιδεύεις πάνω σε αραγμένο καράβι που δεν έφευγε για πουθενά.
Tutto il mondo.
Ενώ εσύ ψιθύριζες συνέχεια: non mi treida.
Τελικα, tu treida e ciq' uce.
Άσχετο μα σχετικό: Ξέρεις, τα ψηφία του Πι μόλις γίναν ένα εκατομμύριο.
Θα με πας στο Λούβρο?
Εχουν μία αίθουσα αφιερωμένη στο Πι! Οι τοίχοι καλύπτονται από τα ψηφία του.
Θα ήθελα να μπορούσα να απομνημονεύω τα στοιχεία του τόσο εύκολα όσο απομνημόνευσα την αισθησή του.
Ένα εκατομμύριο αριθμητικά ψηφία.
Και η αρχή του 3,14. : τέλος ασχέτου μα σχετικού.
[ Πίστεψα κάθε λέξη. ]
Έχασα σχεδόν όλη την εμπιστοσύνη που είχα στους ανθρώπους. Εμείναν μόνο κάτι ρανίδες εμπιστοσύνης. Δεν είχα λόγο να μην τους πιστέψω. Κανέναν απολύτως. Και όμως! Πρόσεχα. Κάθε λέξη, κάθε έννοια. Και δεν βρήκα τίποτα που να μου αλλάξει την γνώμη.
[ Μοιράστηκα.]
Πράγματα. Εικόνες. Στιγμές. Ώρες. Ημέρες. Εβδομάδες. Το σπίτι μου. Τα τσιγαρα μου. Το φαγητό μου. Τα πάντα. Ό,τι είχα. Και ήμουν ευχαριστημένη.
[ Έτσι έμαθα πως πρέπει να γίνεται. ]
Όπως έμαθα και άλλα πράγματα. ´Οπως η εμπιστοσύνη. Συνήθως εμπιστεύεσαι τους φίλους σου, έτσι? Ή άλλα, όπως ο σεβασμός. Να σεβόμαι τον καθένα. Η απόλυτη ελευθερία γνώμης.Ποτέ δεν έκρινα. Ποτέ δεν κρύφτηκα.
[ Μα δεν έμαθα κάτι βασικό. ]
Δεν μπορούσαν να μου το διδαξούν. Δεν το ήξεραν και αυτοί. Δεν ήξεραν πως να με διδάξουν να κρύβομαι, να μην εμπιστεύομαι, να μη σέβομαι, να κρίνω, να σκορπάω τσαμπουκά και να πουλάω μαγκιά. Εξάλλου, ποτέ δεν μπόρεσω να τα μάθω μόνη μου.
[ Αλλά πάντα έμπλεκα. ]
Και οι ιστορίες που έχω να σου πω είναι σενάρια φαντασίας. Τόση φαντασία που μοιάζουν ψεύτικα. Εύχομαι με όλη μου την ψυχή να ήταν. Δεν είναι.
[ Και όμως, ποτέ δεν ήθελα "μπλεξίματα".
Δεν τα επεδίωκα ]
Πάντα πίστευα σε παραδόσεις και δυσειδαιμονίες. Άφηνα και αφήνω ποτήρια νερό τα βράδυα για τον φύλακα αγγελό μου. Και με φύλαξε.
[ Πάλι. ]
Όσο το σκέφτομαι χαμηλώνω τα μάτια και ντρέπομαι. Θέλω να βάλω τα κλάμματα με άγρια λύσσα όσο σκέφτομαι. Που πήγα να μπλέξω.. και χωρίς να καταλάβω τίποτα.. τίποτα.. το ορκίζομαι, δεν είχα καταλάβει τίποτα.. Και βρέθηκα ξαφνικά μπλεγμένη. Όχι με αυτά που φαντάζεσαι. Σου είπα, είναι τόσο φανταστικό αυτό που συνεβή που νομίζω ότι είναι ένα κακό όνειρο.
[ Με τσιμπάω όμως και διαπιστώνω ότι δεν κοιμάμαι.]
Και όσο περνάει ο καιρός και οι μέρες βρίσκω ανεπαίσθητα σημάδια που μου δείχνουν πόσο φανερά στήνοταν το όλο πράγμα. Μπροστά στα μάτια μου. Δεν ήμουν όμως αρκετά έξυπνη ώστε να καταλάβω. Δεν ήμουν.
[ Έχω κλειστεί στο σπίτι εδώ και μέρες. ]
Και προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι θα συνέβαινε αν δεν γινόταν όλο αυτό που έγινε.
[ Αλλά τώρα τέλειωσε. ]
Για άλλη μια φορά πληγώθηκα.
[ Δεν φοβάμαι όμως. ]
Δεν φοβάται κανείς για εμένα. Είμαι σκληρό καρύδι εγώ, φτιαγμένη από σκληρό υλικό, δεν σπάω εύκολα.Ρώτα όποιον με ξέρει, αυτό θα σου πει.
[ Δε σου πει όμως κανένας ό,τι καθε φορά χάνω και ένα κομμάτι της ψυχής μου. ]
Δεν το ξέρουν.
[ Κανένας, δεν θα σου πει όμως ό,τι φοβάμαι τόσο που ματώνω τα χείλια μου απ' τον φόβο. ]
Δεν το ξέρουν.
[ Δεν θα σου πει όμως ό,τι νιώθω λες και η τελευταία δικλείδα ασφαλείας μου ανοίχτηκε. ]
Δεν το ξέρουν.
[ Κι ακόμα και αν μαντεύουν κάτι. ]
Δε μπορούν να είναι σίγουροι. Ποιός είναι τόσο δειλός ώστε να δείξει κάτι τέτοιο?
[ Όχι εγώ. ]
Όμως εγώ σπάω. Χάνω και ένα κομμάτι μου. Χάνω την εμπιστοσύνη μου. Νιώθω φτερό στον άνεμο.
Και θέλω να απλώσω τα χέρια μου να πιαστώ από κάτι και δε μπορώ.
[ Με επισκέφτηκαν οι γονείς μου σήμερα. ]
Δημιούργησα από μικρή αποστάσεις και τώρα είναι αργά για να τις διανύσουμε. Πολύ αργά. Κανείς δεν έχει το κουράγιο να το κάνει.
[ "Μην δηλητηριάσεις το σώμα σου Πρένσες." ]
Του υποσχέθηκα πως όχι. Δεν σπαώ τις υποσχέσεις μου ποτέ. Μπορεί να είναι σίγουρος, να κοιμάται ήσυχα.
[ Το μόνο που ήθελα ήταν είκοσι λεπτά να σου μιλήσω.
Να ηρεμήσεις την ψυχή μου ψυχή μου.
Να με κάνεις να νιώσω τόσο ασφαλή όπως έκανες πάντα.
Και εσύ τα πήρες όλα λάθος.
Τα παρεξήγησες.
Νόμιζες ότι σε 'ήθελα'.
Ο,τι αυτό επεδίωκα. ]
Οι μέρες περνάνε και κλείνομαι όλο και πιο πολύ. Μου θυμίζω τις παλιές ημέρες. Και αισθάνομαι πάλι έτσι. Είναι όλα κρύα και μοιάζει σα να είναι έτοιμο να χιονίσει. Δεν υπάρχει κανείς να
με ακούσει, κανείς που να ξέρει τόσα και να μην με έχει κρίνει. Κάποιος που να ξέρει να ακούει μέχρι και τις σιωπές μου. Και θέλω να κλάψω όπως δεν έχω
κλάψει ποτέ. Δεν είναι ωραίο να νιώθεις πως όλα ήταν μία φάρσα, πως
υφάνθηκε ένα γαμημένο δίχτυ γύρω σου ήθελε να σε πνίξει και να σε χώσει μεσ' τον πάτο, πως
γλύτωσες κατά τύχη – ή όχι – από ένα "μπλέξιμο". Και το μόνο που θέλω
είναι να μιλήσω. Και να ακουστώ. Να αφήσω το κομμάτι να κυλήσει και να
το ακούω να σπάει. Και μετά δεν θέλω τίποτα. Είπαμε. Είμαι φτιαγμένη
από σκληρό υλικό εγώ. Δεν σπάω με τίποτα.
[ ΧΔΣΠΣ. ]
*για να μην παρεξηγηθώ. Όχι, το μπλέξιμο δεν αναφέρεται σε ναρκωτικά ή πουτανιά. Μπροστά σε αυτά, αυτό που πήγε να γίνει είναι μακράν χειρότερο. Δε μπορώ καν να το προφέρω.
Οι μέρες περνάνε αργά. Βασανιστικά αργά.
Παλιά δεν ήταν έτσι.
Έφευγαν γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
Περνούσαν σαν το νερό.
Τώρα στέκονται και σε κοιτάνε και εσύ δεν ξέρεις τι να κανεις.
Προσπαθείς να τις κάνεις να τρέξουν λίγο αλλά και πάλι δεν καταφέρνεις τίποτα.
Συνεχίζεις απλά.
Να πηγαίνεις στις δουλειές σου, να τρέχεις σαν τον μαλάκα να τα προλάβεις όλα, να μην ξεχάσεις τίποτα.
- Πήρα κονσέρβες για τα μικρά?
- Ναι, πηρα.
- Πλήρωσα το δάνειο?
- Ναι, το πλήρωσα.
-
Αντί για Mera Luna και ZZ βρέθηκα περιχαρής να ετοιμάζω τα μπαγκάζια μου για Κέρκυρα.
Πριν την εξιστόρηση όμως χρειάζονται κάποιες διευκρινισεις αλλιώς δε θα καταλάβεις τίποτα..
Σάββατο, πέντε μέρες πριν φύγω:
Σαν χαρούμενη τουρίστρια των Αθήνων φοράω μαγιό, ροζ φορεματάκι, ασορτί σανδάλι και σέρνω μαζί μου μία γαλάζια τσάντα θαλάσσης. Επόμενος σταθμός μια παραθαλάσσια περιοχή δίπλα στην Αθήνα για δύο μέρες. Συνεργάτες στο έγκλημα: Γιώργος, Δαναίτσα, Αγγέλω.
Η μέρα είναι ζεστή και εγώ ζαβλακωμένη και χαζοχαρούμενη. Μη το παίρνεις στραβά μάτια μου, δεν έφταιγα εγώ αλλά οι ορμόνες που χορεύαν τσιφτετέλι ένεκα η καυτή μέρα/απόγευμα/νύχτα που είχε προηγηθεί. Ξεκινάω λοιπόν, παίρνω το λεωφορείο, το μετρό, αλλάζω στο σύνταγμα, κατεβαίνω στου διαόλου τη μάνα, περιμένω ένα άλλο λεωφορείο που έρχεται φίσκα και περνάω μία φανταστική ώρα ταξιδεύοντας στα όμορφα περίχωρα των Αθηνών.
Φτάνω, έρχεται ο Γιώργος και με μαζεύει με το αμάξι, οι άλλες ακόμα κοιμούνται οπότε αράζουμε έξω με καφέ, τσιγάρα και τάβλι. Τέλεια!
Η μέρα περνάει με μπάνιο στην θάλασσα, έναν αχινό που μου καρφώθηκε στο πόδι και όχι ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΠΛΑΚΑ, εγώ το έχω πει, αν κάνω μπάνιο και δεν με τσιμπήσει αχινός θα γίνει θαύμα, αλλά τώρα έχω πάρει το κολάι και δεν με ενδιαφέρει τίποτα, σιγά μη κλάψω, σιγά μη φοβηθώ που λέει και ο Τσίπρας. Και έρχεται το βράδυ..
Και με βρίσκει εμένα στη νέα μπέμπα του Γιώργου – με τον γιώργο μέσα – και τις άλλες στο αυτοκίνητο της Αγγέλως να πηγαίνουμε Πετρούπολη για ποτάκι. Πράγμα απόλυτα ανώμαλο αφού η Πετρούπολη είναι στην άλλη άκρη από εκεί που ήμαστε..
Πάμε, τα πίνουμε, ακούμε μουσικούλα, την ψιλό ακούμε και γυρίζουμε στα όρη, στα άγρια βουνά.. Κάπου σε κάτι χωματόδρομους μου ερχεται η φαινή ιδέα:
- Εχμ.. Γιώργο?
- Ναι..?
- Θα μου δώσεις την μπέμπα να την πατήσω λίγο?
- Και να την πας που?
- Ε εδώ μωρέ.. άδειος είναι ο δρόμος, μόνοι μας είμαστε..
- Δώσε!
Και έδωσα. Και πατήσα την μπέμπα στα 210. Και φτιάχτηκα άσχημα. Πολύ άσχημα..
Τρίτη, δύο μέρες πριν φύγω:
Μετά από ένα πέρασμα στο καταπληκτικό μπαρ Noir κάπου στα δυτικά βρίσκομαι πάλι στη μπέμπα με τον Γιώργο στο τιμόνι και κατευθυνόμαστε στο σπίτι των γονιών μου. Ιδέα που τότε φάνηκε καλή αφού πεινάγαμε του πούστη και σπίτια μας δεν υπήρχε φαγητό ούτε για δείγμα. Δεν είχα υπολογίσει όμως ότι ο Γιωργάκης μιλάει. Και μιλάει και πολύ ο μαλάκας..
Και μίλησε.. και πέταξε το θεικό: "Δε νομίζω το GT της να πιάσει τα 210 όπως έπιασε με την μπέμπα μου το Σάββατο!" και μένουν όλοι κάγκελο. Μαζί και ο μπαμπάς.
Γαμήσι.
Τετάρτη, μία μέρα πριν φύγω:
Το επόμενο πρωί με βρίσκει να ακούω κράξιμο μέσω τηλεφώνου και την απαγόρευση να ξανα πιάσω τιμόνι στα χέρια μου. Πράγμα λογικό. Καθώς και την απαγόρευση να πάω Κέρκυρα με το αυτοκίνητο. Πράγμα μη λογικό. Αφού δεν θα οδηγούσα εγώ αλλά η Αγγέλω! Και όπως ξέρει όποιος την ξέρει πάνω απο 80 δεν πάει ούτε με σφαίρες..
Ο λόγος του μπαμπά όμως είναι λόγος όσο χρονών και να είσαι. Άρα.. τρέξε μαλάκα να βρεις εισιτήριο με το κτελ! Και έτρεξα.. και βρήκα το μοναδικό που είχε μείνει γιατί εμένα ο Θεούλης με αγαπάει! Awwwww 
Τετάρτη, λίγες ώρες πριν αλλάξει η 'μέρα:
Πανικός, τσιγάρα, γέλια και λικέρ.. πολύ λικέρ καρύδα ανακατεμένο με χυμό πορτοκάλι και ούζο. Χικ!
Και κάπως έτσι βρέθηκα να κάνω ταξίδι δέκα ωρών με ένα κτελ..
Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και ποστ..
Ξύπνησα έχοντας ζήσει και νιώσει ολοζώνταντο τον χειροτερό μου εφιάλτη.
Γράφω και οι λέξεις μου φεύγουν, κάνει ζέστη και ιδρώνω.
Λένε ότι τα ονειρα διαρκουν ελαχιστα δευτερολεπτα και ομως ήταν σα να διήρκεσε τοσο πολυ, για ωρες, για απιστευτες ωρες.
τα ονειρά μου δεν είναι λουσμένα στο αίμα, δε περιέχουν φρικιαστικά τέρατα και διάφορα τρομακτικα, τα ονειρά μου είναι οι φόβοι μου. οι φοβοι μου. οι φοβοι. οι δικοι μου. καταδικοί μου.
μπλεκονται και με κανουν να αναπηδω απο τον υπνο, με κομμενη ανασα και ματια που αρνουνται να ξανακλεισουν.
Λέμα πράγματα για να πληγώσουμε. Ατάκες που ξέρουμε ότι θα κάνουν τον άλλο να πονέσει. Τις προφέρουμε ηθελημένα, χωρίς οίκτος, δίχως ρανίδα συμπόνοιας.
Και τον πληγώνουμε.
Μου έχει πει πολλές τέτοιες φράσεις. Αμέτρητες.
Έχει κάνει πολλές τέτοιες πράξεις. Αμέτρητες.
Συμφωνα με τα λεγομενά του, εγώ και αυτός δεν έχουμε σχέση, δεν είχαμε. Δεν είχαμε ποτέ. Δεν περνάγαμε καλά, δεν είμαστε μαζί, δεν ήμασταν μαζί. Είναι το απόλυτο κενό. Δίχως όνομα.
Παραμυθί δίχως όνομα της Πηνελόπης Δέλτα. Αυτοκτόνησε όταν μπήκαν οι γερμανοί στην ελλάδα.
Το απόλυτο κενό.
Δε ζήλεψα ποτέ στη ζωή μου άντρα. Κανέναν. Με όποιον και να ήμουνα. Οσο όμορφος και αν ήταν. Όσο και αν έλεγα ότι τον ερωτεύτηκα. Δεν ζήλεψα κανέναν.
Και αυτός με έκανε να ζηλέψω για πρώτη φορά, να γευτώ το δηλητήριο.
Να ζηλέψω ανθρώπους, σχόλια, τις συναδέλφους του, τις γυναίκες, τους πάντες.
Και ένιωσα για πρώτη φορά αυτό το μαχαίρι να με κόβει σα να είμαι βούτυρο, να χαράζει ρυάκια και να ανακατεύεται με το αίμα μου, να με τρελλαίνει, να με θολώνει.
Δε με ρώτησε ποτέ με πόσους ήμουν πριν από εκείνον. Ποτέ. Ηξερε μέσες άκρες. Δε ξέρω αν τον πείραξε, αν τον πειράζει, αν το σκέφτεται ποτέ, αν ζηλεύει. Αν νιώθει ζήλια.
Λένε ότι ζηλεύουν αυτοί που κατακτούν και βλέπουν ή νομίζουν ότι βλέπουν ότι χάνουν το αντικείμενο που η ζήλεια τους περιστρέφεται γύρω τους. Ότι είναι απόρροια της αγάπης σου. Αυτό είναι.
Εγώ πάλι τον ρώτησα. Σε ανύποπτο χρόνο. Πριν το καταλάβω είχα πυροδοτήσει τους εφιάλτες μου για το υπόλοιπο της ζωής μου.
Και μου απάντησε. Και το νούμερο ήταν τρομακτικό. Και αληθινό.
Ένα κτήριο με σκάλες και πόρτες, νερά στους διαδρόμους σα να 'μαι πάλι στο σχολείο αλλά δε γνωρίζω το κτήριο, δε το έχω ξαναδεί. Να 'μαι στο σχολείο και να περιμένω να χτυπήσει το κουδούνι για να κάνω μάθημα. Απέναντι δύο κατακόκκινα μικροσκοπικά κτήρια. Και στην αιθουσά μου δύο γυναίκες. Διαφορετικές από εμένα. Πιο όμορφες από εμένα. Πιο έξυπνες από εμένα.
Κάπως ήξερα και ξέραν και αυτές ότι είχαμε μοιραστεί τον ίδιο άντρα. Και εγώ ήμουν η μόνη που δε του αναλογούσε. Σε ένα από τα κτήρια να είναι αυτός. Μέσα σε ένα κατακόκκινο μικροσκοπικό δωμάτιο με άσπρα χαλιά.
Ήταν πρωί και περιμέναμε να κάνουμε μάθημα. Τριάντα χρονών γυναίκες θέλαμε να κάνουμε μάθημα.
Δε θέλω να πω την συνέχεια, δε θέλω να σκεφτώ την συνέχεια, δε θέλω να θυμηθώ τους διαλόγους, το τέλος, το χέρι του πάνω στον ώμο τους, το βλέμμα του, τις λέξεις του, την παντελή αδιαφορία προς εμένα λες και δεν υπήρχα. Τα πάντα. Ξύπνησα ξαφνικά, χρειάστηκα πέντε λεπτά για να ηρεμήσω, μόνο ένα δευτερόλεπτο για να θυμηθώ.
Μερικές φορές ξυπνάω και παγώνω, όλα είναι κρύα, τα πάντα είναι κρυά, τα πόδια μου μουδιασμένα, αρνούνται να με μεταφέρουν, τα χέρια μου δεν υπακούουν και η καρδιά μου χτυπάει χωρίς πρόγραμμα, την νιώθω λες και θέλει να βγει.
Η υπαρξή μου στερημένη, κρεμασμένη σε ρολόγια.
Φοβάμαι.. τρομάζω..
Δε θέλω να χάσω.. Δε θέλω να χαθώ..
Και όχι ρε πούστη μου, δεν ήταν ειρωνεία το ότι βρήκα το γαμημένο το μήνυμα ακριβώς ένα χρόνο μετά.
Δεν ήταν ειρωνεία αυτό που έλεγε.
Αλλά ήτανε ψέμμα?
Και αν ήταν θέλω το πιστέψω.. θελω να το ακούσω..
Τόσο όσο θέλω να χωθώ μέσα σε μια αγκαλιά και να κλειστώ μέσα της πριν προλάβουμε να κάνουμε το πρώτο τσιγάρο.
Δεν ήταν ειρωνεία.. δεν ήτανε.. δεν ήταν ειρωνεία.. δεν ήταν.. δεν ήταν..
Με ακούς? Δεν ήταν.. δε μπορεί να ήταν..
Και το απόλυτο κενό να είναι, αυτό δεν ήταν ψέμμα, δεν ήταν ειρωνεία, δεν ήταν..
Σε παρακαλώ.. πάρε με και πες μου ότι δεν ήταν ειρωνεία..
Ότι δεν είναι διακόπτες για να ανοιγοκλείνουν..
Μη κάνεις τους εφιάλτες πραγματικοτήτα..
Μη.. όχι πάλι.. όχι ξανά.. όχι.. όχι.. όχι ξανά.. ξανά.. πες το μου ξανά..
Και συνεχίζω ακάθεκτη να αγαπάω ένα απόλυτο κενό.
Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
Ή μήπως όχι?
[ Αυτό το τραγούδι είναι το δικό μου.
Γραμμένο για εμένα.
Μήνες πριν. ]
In flames.
Post will be continued.
First, I need more alcohol in my blood.
.
..
…
….
…..
…….
Disconnected!
Alternative title: Ανίκανοι.
Βρίσκομαι, όχι στο κέντρο αλλά σε κάποια προάστια. Δεν είναι in, δεν είναι high, είναι in the middle. The next big thing. The next talk of the town.
Πίνω και δε πίνω. Καπνός στους πνευμονές μας και χαλίκια στην γλώσσα μας.
Έχουμε μείνει στήλες άλατος ακούγοντας τις διπλανές παρέες. Συν δύο, πλην δύο χρόνια διαφορά ηλικίας.
Εμείς μεγαλώσαμε σε άλλο κόσμο ή κάπου στη πορεία μας απήγαγαν εξωγήινοι και χάσαμε την εξέλιξη? Μήπως εμείς είμαστε οι ανώμαλοι και οι εκτός εποχής? Μήπως εμείς κάπου ξεχαστήκαμε να χάσουμε το μέτρο?
Γυρνάμε σπίτι μου με εργατικά στο χέρι και πορτοκαλάδες Λουξ.
Καταλήγουμε ότι μάλλον εμείς ξεχαστήκαμε να χάσουμε το μέτρο και γι' αυτό μένουμε άναυδες στο ότι βλέπουμε. Ναι.. ναι.. αυτό είναι.. δεν εξηγείται αλλιώς..
Ή όπως στο futurama παγώσαμε ξαφνικά και ήρθαμε σε ένα παράλληλο συμπαν, μόνο που δε μας το έχουν φανερώσει ακόμα.
Με ποιό δικαίωμα αυτά τα βδελυρά ερπετά που αυτό-αποκαλούνται άνθρωποι ανοίγουν τον οχετό της σάπιας ψυχής και νου τους και μολύνουν την αισθητική μας με τα λόγια και τις πράξεις τους?
[ υπερφίαλα λόγια και πράξεις κραυγαλέες.
μερικές φορές ακόμα και το γέλιο τους
σε κάνει να ανατριχιάζεις
νιώθοντας έναν αόριστο
κίνδυνο. ]
Από πότε η κριτική μπερδεύτηκε και ονομάστηκε γνώμη?
Από πότε οι σέκτες έγιναν αρεστές από όλους?
[ οι πιο μεγάλες επαναστάσεις
έγιναν για να καταργηθούν,
τα πιο μεγάλα κινήματα
για να συσπειρώσουν
όχι να κλείσουν μάτια, αυτιά και μυαλά. ]
Πόση αμετροέπεια, χυδαιότητα και λαικισμό χρειάζεται
να καταναλώσεις για να γίνεις σα και αυτούς?
Αφού η "ελευθερία" επήλθε στα πάντα και έγινε συνώνυμο της ύβρεως ας αρχίσουμε έναν εποικοδομητικό "διάλογο".
Ανίκανοι, Αχρηστοι, Ρατσιστές, Κακομοιραίοι, Υστερικοί, Κομπλεξικοί, Πουτάνες σε ψυχή και σώμα, Στερημένοι από τα πάντα, Άχρείοι και Μωροί.
Περιφέρουν το σώμα τους παντού, σχολιάζοντας τα πάντα. Αλώβητοι. Χωμένοι σε ένα lifestyle που φτιάχτηκε από αυτούς για αυτούς.
Ζητάω κάτι ακατόρθωτο όταν θέλω να κοιτάζω και να μην βλέπω προστυχιά, πρόζα, πόζα, υπεροπτικά βλέμματα, συσπειρώσεις ανθρώπων σε ομάδες που κοιτάνε αν τους κοιτάνε, που κοιτάνε αν τους ποθούνε, αν τους σχολιάζουν?
Μάλλον ναι.
Κάπου ξεχάστηκα πάλι, ως αιώνια αφηρημένη.
Και όσο και να θέλω δε θυμάμαι σε πια στάση πρέπει να ανέβω για να το ξαναπρολάβω.
Υπαρξιακά ερωτήματα της Ν. προς την Α.
στις εφτά και εικοσι-οχτώ το πρωί μέσω msn: Δεν ξέρω. Όχι δε ξέρω. Δε ξέρω.
Είμαι εγώ του τώρα ή του πριν? Εγώ του παρελθόντος ή του μέλλοντος? Υπάρχει όντως ο λανθάνον υποθετικός μέλλοντας στη ζωή ή είναι μόνο στα χαρτιά? Είμαι όντως εγώ ή απλά μία φιοριτούρα του εαυτού μου?
Είμαι εγώ του τώρα ή του πριν ενός μηνός?
Και αφού εγώ αδυνατώ να απαντήσω ο άλλος εγώ θα μπορώ να απαντήσω?
[ Το σήμερα είναι το αύριο που περίμενες εχθές. ]
I'm your fear, I'm your monster
What's hiding in your shadow? Is it taking what's left of you
Now take me, now lead me from you
Now take me from the light that's dying in your eye
I'm finding out what's left of you, you're burning out
What's left of you? Choking on doubt, you're choking
Way down way down now what's left of you
See no fear, speak no evil
Are you screaming out to no one as you fall down a mountain of pride
I feel you, my eyes wide open
I feel you, do you think you can save yourself in time
I'm finding out what's left of you, you're burning out
What's left of you? Choking on doubt, you're choking
Way down way down now what's left of you
What you see, what tears into you
Behind the wheel that leads you, are you facing a truth that
Won't die? Now take me, now lead me from you
Now take me from the light that's dying in your eye
I'm finding out what's left of you, I'm finding out what's left of you
You're burning out what's left of you, you're king of doubt,
You're choking, way down, way down now, what's left of you
What's left of you, you're burning out, what's left of you
Choking on doubt, you're choking
Way down, way down now, what's left of you..
[ Of course you have a purpose -- to find a purpose. ]
Τελικό συμπέρασμα της Α. προς την Ν.
στις εφτά και τριαντά ένα το πρωί: Το γάμησες και ψόφησε, μόλις πληρωθείς θα σε πάω για ψώνια να ξελαμπικάρεις.
|
|