[Μερικές φορές νομίζω ότι παίζω σε διαστροφική τσόντα.]
Ξύπνησα και άνοιξα τα μάτια μου. Σκοτάδι και φως μαζί να μπαίνει από τα κατεβασμένα στόρια. Σηκώθηκα. Σωριάστηκα. Το κεφάλι μου χτύπησε στα κάγκελα του κρεββατιού και στο πάτωμα. Δε ξέρω πόση ώρα λιποθύμησα. Ανοίγω τα μάτια. Μόνο σκοτάδι, σφυριά στο κεφάλι μου και οι συμβουλές τους γιατρού να ψιθυρίζονται σε slow motion. 'Προσπάθησε να θυμήθεις. Σκέψου, πώς σε λένε? που μένεις? Πώς λένε τους γονείς σου?'
Τα λέω από μέσα μου. Δεν είμαι σίγουρη για τις απαντήσεις αλλά τα λέω. Αντηχούν στο μυαλό μου και ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός. Πονάω. Θυμάμαι: 'Προσπάθησε τώρα να τα φωνάξεις.'
Ανοίγω το στόμα και το κλείνω αμέσως, καίγομαι ολόκληρη. Προσπάθεια ξανά. Βγαίνει ήχος? Δε μπορώ να ακούσω! Σταμάτα αυτό το ντάπα ντούπα στο κεφάλι μου! Σηκώνομαι απότομα και ουρλιάζω καθώς ξαναπέφτω κάτω.
[- ΠΕΣ ΤΟ.
- Δε μπορώ.
- Δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δε θέλω. Πες το.
- Δε μπορώ..
- Τώρα.
- Όχι.
Τι ήχο κάνει η παλάμη που συγκρούεται με κόκκαλο?
Πλουφ ή πλαφ?]
Ψιθυρίζω το ονομά μου, την διευθυνσή μου, τα ονόματά των γονιών μου. Ξανασηκώνομαι. Πιάσιμο από το γραφείο, τα νύχια μου σπάνε. ΜΗ ΞΑΝΑΠΕΣΕΙΣ! μου φωνάζω. Ξανά στο κρεββάτι. Μετράω δευτερόλεπτα. Ένα, ένα, δύο, δύο, τρία, τρία.. Δευτερόλεπτα ώσπου να αρχίσουν οι σπασμοί. Αγκαλιάζω το μαξιλάρι. Πρώτος. Δεύτερος. Σιωπή. Κλείνω τα μάτια και τραγουδάω από μέσα μου αυτό που έλεγα μικρή κάθε φορά που συνέβαινε. Ο γάτος είναι πονηρός μα το ποντικάκι πιο μικρό. Συνέχεια και συνέχεια. Τέταρτος. Διπλώνω στα δύο. Θυμάμαι: "Να μην αγγίξουν τα γονατά σου το σώμα σου". Σφίγγω και άλλο το μαξιλάρι. Σκοτάδι. Φως. Πόση ώρα πέρασε? Μουδιάζω. Όπως όταν οδηγάς για πολύ ώρα με ανοιχτά τα παράθυρα. Θυμάμαι: "Κατάπιε!". Σε ακραίες καταστάσεις οι σιελογόνοι αδένες υπερλειτουργούν, μπορείς να πνιγείς αν δεν καταπιεις.
[Σε χρειάζομαι για να δω αν μπορώ να το κάνω αυτό ή όχι.]
Σκοτάδι. Φως. Θυμάμαι: 'Προσπάθησε να μετρήσεις ως το 5'. Μπερδεύομαι, το έξι είναι μεσ' το πέντε ή όχι? Ψάχνω το κινητό, έχει χωθεί κάτω από το στρώμα. Θυμάμαι: 'Το 112 είναι ο διεθνής αριθμός βοήθειας'. Το δερμα στο λαιμό τεντώνεται όπως όταν ακουμπάς την γλώσσα στον ουρανίσκο. Μια φωνή μεσ' το θόρυβο που ακούς μόνο εσύ: 'Σήκω!'. Μένω όρθια, τα πόδια μου ακουμπάνε το πάτωμα, πάω ως το πάσο και συνεχίζω. Ο πάγκος της κουζίνας. Θυμάμαι: 'Προχώρησε σε πηγή φωτός." Ανάβω το φως και ζαλίζομαι. Είμαι ακόμα όρθια όμως.
[Σε χρειάζομαι περισσότερο απ' ότι μπορείς να φανταστείς.]
Θυμάμαι: ' Ανέβασε τα χέρια πάνω απο το κεφάλι σου, πονάς?' Δε πονάω.
[Ζηλεύω το κάθετι. Σα να 'μαι παιδί που ζηλεύει
κάτι που ήδη έχει.]
Ο θόρυβος μειώνεται. Τα πάντα ξεκαθαρίζουν. Βλέπω πιο καθαρά.
[Φοβάμαι το καθετί. Σα παιδί που φοβάται
κάτι που ήδη έχει αντιμετωπίσει.]
Πέρασε. Τέλος.
[Η φράση που όλοι φοβούνται κανείς δε λέει
'βοηθησέ με'.
Σαν παιδιά όλοι, φοβούνται μήπως τους κοροιδέψουν
μήπως πληγωθεί η υπερηφάνεια τους.]
Θυμάσαι τότε
που πήραμε διάκριση
και τον πρώτο τίτλο στο
φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους?
