Ξύπνησα έχοντας ζήσει και νιώσει ολοζώνταντο τον χειροτερό μου εφιάλτη.
Γράφω και οι λέξεις μου φεύγουν, κάνει ζέστη και ιδρώνω.
Λένε ότι τα ονειρα διαρκουν ελαχιστα δευτερολεπτα και ομως ήταν σα να διήρκεσε τοσο πολυ, για ωρες, για απιστευτες ωρες.
τα ονειρά μου δεν είναι λουσμένα στο αίμα, δε περιέχουν φρικιαστικά τέρατα και διάφορα τρομακτικα, τα ονειρά μου είναι οι φόβοι μου. οι φοβοι μου. οι φοβοι. οι δικοι μου. καταδικοί μου.
μπλεκονται και με κανουν να αναπηδω απο τον υπνο, με κομμενη ανασα και ματια που αρνουνται να ξανακλεισουν.
Λέμα πράγματα για να πληγώσουμε. Ατάκες που ξέρουμε ότι θα κάνουν τον άλλο να πονέσει. Τις προφέρουμε ηθελημένα, χωρίς οίκτος, δίχως ρανίδα συμπόνοιας.
Και τον πληγώνουμε.
Μου έχει πει πολλές τέτοιες φράσεις. Αμέτρητες.
Έχει κάνει πολλές τέτοιες πράξεις. Αμέτρητες.
Συμφωνα με τα λεγομενά του, εγώ και αυτός δεν έχουμε σχέση, δεν είχαμε. Δεν είχαμε ποτέ. Δεν περνάγαμε καλά, δεν είμαστε μαζί, δεν ήμασταν μαζί. Είναι το απόλυτο κενό. Δίχως όνομα.
Παραμυθί δίχως όνομα της Πηνελόπης Δέλτα. Αυτοκτόνησε όταν μπήκαν οι γερμανοί στην ελλάδα.
Το απόλυτο κενό.
Δε ζήλεψα ποτέ στη ζωή μου άντρα. Κανέναν. Με όποιον και να ήμουνα. Οσο όμορφος και αν ήταν. Όσο και αν έλεγα ότι τον ερωτεύτηκα. Δεν ζήλεψα κανέναν.
Και αυτός με έκανε να ζηλέψω για πρώτη φορά, να γευτώ το δηλητήριο.
Να ζηλέψω ανθρώπους, σχόλια, τις συναδέλφους του, τις γυναίκες, τους πάντες.
Και ένιωσα για πρώτη φορά αυτό το μαχαίρι να με κόβει σα να είμαι βούτυρο, να χαράζει ρυάκια και να ανακατεύεται με το αίμα μου, να με τρελλαίνει, να με θολώνει.
Δε με ρώτησε ποτέ με πόσους ήμουν πριν από εκείνον. Ποτέ. Ηξερε μέσες άκρες. Δε ξέρω αν τον πείραξε, αν τον πειράζει, αν το σκέφτεται ποτέ, αν ζηλεύει. Αν νιώθει ζήλια.
Λένε ότι ζηλεύουν αυτοί που κατακτούν και βλέπουν ή νομίζουν ότι βλέπουν ότι χάνουν το αντικείμενο που η ζήλεια τους περιστρέφεται γύρω τους. Ότι είναι απόρροια της αγάπης σου. Αυτό είναι.
Εγώ πάλι τον ρώτησα. Σε ανύποπτο χρόνο. Πριν το καταλάβω είχα πυροδοτήσει τους εφιάλτες μου για το υπόλοιπο της ζωής μου.
Και μου απάντησε. Και το νούμερο ήταν τρομακτικό. Και αληθινό.
Ένα κτήριο με σκάλες και πόρτες, νερά στους διαδρόμους σα να 'μαι πάλι στο σχολείο αλλά δε γνωρίζω το κτήριο, δε το έχω ξαναδεί. Να 'μαι στο σχολείο και να περιμένω να χτυπήσει το κουδούνι για να κάνω μάθημα. Απέναντι δύο κατακόκκινα μικροσκοπικά κτήρια. Και στην αιθουσά μου δύο γυναίκες. Διαφορετικές από εμένα. Πιο όμορφες από εμένα. Πιο έξυπνες από εμένα.
Κάπως ήξερα και ξέραν και αυτές ότι είχαμε μοιραστεί τον ίδιο άντρα. Και εγώ ήμουν η μόνη που δε του αναλογούσε. Σε ένα από τα κτήρια να είναι αυτός. Μέσα σε ένα κατακόκκινο μικροσκοπικό δωμάτιο με άσπρα χαλιά.
Ήταν πρωί και περιμέναμε να κάνουμε μάθημα. Τριάντα χρονών γυναίκες θέλαμε να κάνουμε μάθημα.
Δε θέλω να πω την συνέχεια, δε θέλω να σκεφτώ την συνέχεια, δε θέλω να θυμηθώ τους διαλόγους, το τέλος, το χέρι του πάνω στον ώμο τους, το βλέμμα του, τις λέξεις του, την παντελή αδιαφορία προς εμένα λες και δεν υπήρχα. Τα πάντα. Ξύπνησα ξαφνικά, χρειάστηκα πέντε λεπτά για να ηρεμήσω, μόνο ένα δευτερόλεπτο για να θυμηθώ.
Μερικές φορές ξυπνάω και παγώνω, όλα είναι κρύα, τα πάντα είναι κρυά, τα πόδια μου μουδιασμένα, αρνούνται να με μεταφέρουν, τα χέρια μου δεν υπακούουν και η καρδιά μου χτυπάει χωρίς πρόγραμμα, την νιώθω λες και θέλει να βγει.
Η υπαρξή μου στερημένη, κρεμασμένη σε ρολόγια.
Φοβάμαι.. τρομάζω..
Δε θέλω να χάσω.. Δε θέλω να χαθώ..
Και όχι ρε πούστη μου, δεν ήταν ειρωνεία το ότι βρήκα το γαμημένο το μήνυμα ακριβώς ένα χρόνο μετά.
Δεν ήταν ειρωνεία αυτό που έλεγε.
Αλλά ήτανε ψέμμα?
Και αν ήταν θέλω το πιστέψω.. θελω να το ακούσω..
Τόσο όσο θέλω να χωθώ μέσα σε μια αγκαλιά και να κλειστώ μέσα της πριν προλάβουμε να κάνουμε το πρώτο τσιγάρο.
Δεν ήταν ειρωνεία.. δεν ήτανε.. δεν ήταν ειρωνεία.. δεν ήταν.. δεν ήταν..
Με ακούς? Δεν ήταν.. δε μπορεί να ήταν..
Και το απόλυτο κενό να είναι, αυτό δεν ήταν ψέμμα, δεν ήταν ειρωνεία, δεν ήταν..
Σε παρακαλώ.. πάρε με και πες μου ότι δεν ήταν ειρωνεία..
Ότι δεν είναι διακόπτες για να ανοιγοκλείνουν..
Μη κάνεις τους εφιάλτες πραγματικοτήτα..
Μη.. όχι πάλι.. όχι ξανά.. όχι.. όχι.. όχι ξανά.. ξανά.. πες το μου ξανά..
Και συνεχίζω ακάθεκτη να αγαπάω ένα απόλυτο κενό.
Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
Ή μήπως όχι?
[ Αυτό το τραγούδι είναι το δικό μου.
Γραμμένο για εμένα.
Μήνες πριν. ]
