
πού σε μια γλώσσα των Εσκιμώων σημαίνει : μυρίζω και φιλί!
πάνω σε μια ιδέα τής chinoise
αφηγούνται ο ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ και η chinoise
Η Λ.
Σκίρτημα τού δαίμονά της σήκωσε τα σκεπάσματα τού ύπνου της τραβήχτηκαν τα νερά τής μέσα λίμνης της, πάλι μόνη και ξέσκεπη θ’ ανέβαινε από τον ύπνο της και πάλι θ’ άρχιζε το παιχνίδι να ονοματίζει τις μυρωδιές τού σώματός και να ερμηνεύει των άλλων τις οσμές. Για την ώρα μύριζε αρωματικό ξύλο πού σιγόκαιγε , αυτή ήταν η μυρωδιά της όταν σκεφτόταν πόσο ήθελε κάποιον μέσα της και δεν τον είχε… κουλουριάσθηκε χωρίς ακόμα ν’ ανοίξει τα μάτια της .. μύριζε πάλι τον εαυτό της ήξερε πώς μύριζε κάθε τι δικό της και κάθε τί δικό της αλλιώς μύριζε ανάλογα με το τί όνειρο είχε δει ή με ποιόν ήταν ή σε ποιά εποχή τού Χρόνου ή τής ζωής της βρισκόταν. Το αρωματικό ξύλο ήταν πάντα η μυρωδιά όταν ανέβαινα οι υγρασίες στον ύπνο της, ή όταν η στάθμη των επιθυμιών υπερχείλιζε στο σώμα της , αυτή η μυρωδιά, η μυρωδιά τού κέντρου της όπως την έλεγε, έσμιγε με τις κάθε φορά επιθυμίες της αποκτώντας, έτσι , διαφορετική χροιά καθώς άλλαζαν σε δύναμη οι επιθυμίες της,. Σαν ηχοχρωματική δέσμη ήταν αυτή η μυρωδιά τού κέντρου της, ήχων πού στην μέση ενός κουαρτέτου ή μιας σονάτας άλλαζαν τονικότητα κυνηγώντας ένα άλλο θέμα ξέχωρο από το κυρίως πού συνέχιζαν να εκτυλίσσουν τα υπόλοιπα όργανα…
Πολλοί νόμιζαν πώς μύριζε τον εαυτό της από κάποια εμμονή καθαριότητας από κάποια υστερία .. εξηγήσεις των ημερών μας αυτές …την έβλεπαν, όσοι ξέραν τις αδιόρατες κινήσεις της να συλλαμβάνουν ,στα καφέ να μυρίζει τις παλάμες της κάθε πού άγγιζε κάποιον είτε σε χειραψία, είτε σε χάδι, κρυφά πώς έπιανε και μύριζε τα χέρια του εραστή της όταν αυτός γύριζε από την τουαλέτα, την έβλεπαν να μαζεύει σταγόνες ιδρώτα από τη μικρή χαράδρα τού στήθους της, από τούς αστραγάλους της, από την μέσα μεριά των μηρών της ή ακόμα και πιο μέσα απ’ ανάμεσα τα πόδια της όταν ήταν σε μέρος σκοτεινά κι ύστερα να μυρίζει αυτές τις μικρές πυκνόρρευστες σταγόνες Κανείς δεν ήξερε όμως πώς αυτή μπορούσε και μύριζε όπως άλλος κανείς παρεκτός ίσως οι συνοφρυωμένοι αρωματοποιοί, αυτούς πού μεγάλες εταιρίες πληρώνουν τις ικανότητές τους με χρυσάφι. Μύριζε οσμές ανύπαρκτες για τούς πολλούς. πού τις ονομάτιζε με τολμηρές παρομοιώσεις ή τούς έδινε ονόματα από ένα κατάδικο της χρωματολόγιο. Τα χέρια τού εραστή της για παράδειγμα ακόμα κι αν καλά τα είχε πλύνει πάντα έφεραν μυριστικά ίχνη τής επιθυμίας του γι’ αυτήν κι αν όχι ήταν ικανή να τον παρατήσει εκεί σύξυλο και να φύγει. Από τα χέρια πού αντάλλασσε χαιρετισμό μυρίζοντάς τα έπειτα μπορούσε να σού πει πού αυτά είχαν πάει, τί είχαν αγγίξει, τί είχαν νιώσει. Μπορούσε ακόμη να καταλάβει την διάθεση πού είχε απέναντι της ο κάτοχός τους . Μια σταγόνα ιδρώτα από το πάνω χείλος ενός αγοριού όταν την μύριζε, από το Λύκειο ακόμα, την έκανε ικανή να δει τα γεμάτα πόθο όνειρα είχε για αυτήν
Γι’ όλα αυτά έφταιγε η προγιαγιά της, 100 χρονών όταν αυτή μπήκε στην εφηβεία . Λέγαν κάποιοι πώς ήτανε μάγισσα κι άλλοι, πιότερο λογικοί, πώς κατείχε αρχαία σοφία. Στα παράλια τής Μαύρης Θάλασσας, όπου είχαν ζήσει για 20 και βάλε αιώνες οι πρόγονοί της, σ’ ένα ορεινό χωριό πού έβλεπε την Σινώπη, οι γυναίκες από το μεγάλο σόι της πάντα είχαν τον πρώτο λόγο. Πολλοί ήταν εκείνοι πού πίστευαν πώς αυτές οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν τα πάντα . Να φέρουν αρσενικά παιδιά στις εγκυμονούσες, να φαρμακώσουν ζωντανά των Τούρκων χωρίς να πλησιάσουν σε μαντρί τους, να φέρνουν νερό καθάριο σε ξεραμένα πηγάδια, να φτιάξουν μουσικές με τ’ αγκαλιάσματά τους, να περπατήσουν πάνω από λίμνες στα ορεινά τραβώντας τις ψυχές των αδικοχαμένων πού τούς ανάπαυαν ύστερα με λόγια και χάδια τον καϋμό τους… λέγαν… λέγαν γι’ αυτές . Τις πρώτες πού θέλησαν να σφάξουν οι Τούρκοι ήσαν αυτές σαν μπήκαν στο χωριό. Κι αυτές ήσαν εκεί μαζί με τούς ανήμπορους είχαν μείνει πίσω για να προλάβουν να φύγουν οι άλλοι . Είπαν αργότερα πώς δεν εσφάγησαν αντίθετα πώς αυτές χωρίς ούτε, πού λέει ο λόγος , το μαχαιράκι πού πάντα κουβάλαγαν πάνω τους για να κόβουν χόρτα κατέσφαξαν ολάκερο λόχο από δαύτους κι ύστερα πώς χάθηκαν στο βουνό , πώς κρύφτηκαν εκεί για πάντα . Έτσι ισχυριζόταν κι η προγιαγιά της πού έφτασε στο χωριό όπου είχαν καταφύγει οι συγχωριανοί της στην Δυτική Μακεδονία περπατώντας, εφτά ολόκληρα χρόνια μετά την σφαγή και τον ξεριζωμό. Ένα πρωΐ την είδαν στην μεγάλη δημοσιά να έρχεται μ’ ένα μεγάλο ίσαμε σχεδόν το μπόϊ της ραβδί οδοιπόρου στο δεξί της ντυμένη με τα φορέματα οπού την είχαν αφήσει, σάμπως να είχε βγει για χορταράκια στο βουνό ή για ν’ ανάψει τα καντήλια σε κοντινό ξωκλήσι μόλις δύο ώρες πριν και να επέστρεφε . Ακέραιη και μήτε μέρα λες να είχε περάσει από πάνω της. Βέβαια δύο από τις νύφες της κι ο μικρός της ο γιός. ο παππούς τής Λ. λέγαν ύστερα πώς την είχαν δει σε όνειρα τους λίγες μέρες πριν και κάποιο σημάδι της επεριμέναν αλλά όχι βέβαια την ίδια αυτοπροσώπως . Η μια της νύφη έλεγε πώς στον ύπνο της τής είχε δώσει παραγγελία να ζυμώσει ψωμί με καρυδόψιχα και να την περιμένει ότι σύντομα θα ερχόταν κι εκείνη το είχε εκλάβει ότι έπρεπε να τής ετοιμάσει κόλλυβα να τα πάει στην εκκλησιά και να ζητήσει από τον παπά να κάνει της τρισάγιο. Η άλλη της νύφη την είχε δει να τής κεντάει μαύρο μαντιλάκι με χρυσό φεγγαράκι στην άκρια του και είχε ερμηνεύσει το όνειρο ως παραγγελιά της από τον άλλο κόσμο να τής ετοιμάσει θυγατέρα πού θα τής έδινε το όνομά της. Ο γιός της πάλι την είχε δει να σέρνει τον χορό μέσα τον ύπνο του και κατάλαβε πώς με το όνειρο αυτό τον παρακαλούσε να βρει επιτέλους νύφη να νοικοκυρευτεί κι όχι να χαλάει τα λεφτά του με μισότριβες και κοκκότες στή Σαλονίκη ..
Η Λ. ήταν αυτήν πού πιο πολύ απ’ όλα της τα δισέγγονά επρόσεχε η Δ. στα χρόνια πού ήρθαν μετά . Πολύ ανήσυχο κορίτσι, η Λ. μου, έλεγε η μάνα της, παράξενο . Αν καιγόταν φαΐ δέκα σπίτια πιο μακριά η Λ. από τότε πού ήταν πέντε χρονών πάντα το εμύριζε πρώτη, δεν φοβόταν το αίμα μήτε και τούς λύκους πού κατέβαιναν το θεϊκό βουνό όταν πεινούσαν με τα πολλά χιόνια, κι από τα 12 της τ’ αγόρια την ακολουθούσαν όπως λαγωνικά το θήραμά του φερμάροντας στο κατόπι της.
Την χρονιά πού η Λ. έβλεπε το στήθος της επιτέλους να φουσκώνει κι η προγιαγιά της 100 χρονών ίσως και παραπάνω όμως ακόμη έβλεπε την βελόνα να περάσει, αρνιόταν να μιλήσει Ελλαδίτικα και χανόταν στο βουνό μονάχη της για μέρες και βγαίναν κάθε φορά οι άντρες με φανούς θυέλλης και κλεφτοφάναρα να την ψάξουν, μάταια αφού εκείνη πάντα γύριζε αναπάντεχα και από μόνη της .
Εκείνη την ίδια χρονιά λίγο πριν μπει η άνοιξη η Λ. συναντήθηκε με το αίμα της για πρώτη φορά , είχε αργήσει, η Λ. κόντευε τότε τα 14. Βράδυ μεσοκαλόκαιρο ακριβώς τρείς μέρες πριν τού Αϊ Γιαννιού η προγιαγιά της την πήρε και χάθηκαν στο δάσος. Εκεί σ’ ένα ξέφωτο τής έστρωσε και κοιμηθήκαν . Τί έγινε, τί είδε τί άκουσε τί τής είπε η προγιαγιά της αυτές τις τρείς μέρες στο δάσος σε κανένα δεν το είπε. Όταν γύρισαν στο χωριό πηδάγαν τις φωτιές τού Κλήδονα τ’ αγόρια κι εκείνη είχε ήδη αρχίσει το ταξίδι της στις μυρωδιές κι όλο μύριζε τον εαυτό της .
Η προγιαγιά της πέθανε ανήμερα τού Σταυρού εκείνη την ίδια χρονιά τού πρώτου αίματός της . Μια μέρα πριν ξεψυχήσει , μήτε αρρώστια ή άλλη ανημποριά την εβασάνιζε, κάλεσε τις γυναίκες από το σόϊ της και τούς είπε σε Ελληνικά πού ποτέ ως τα τότε δεν είχε μιλήσει πώς θα πέθαινε την άλλη μέρα, την είχαν καλέσει τούς είπε οι φιλενάδες κι οι συγγένισσες της πού είχαν μείνει πίσω. Μετά τούς έδωσε οδηγίες πώς θα της έκαναν την εξόδιο λειτουργία και πώς τα σαράντα, σε ποιούς έπρεπε να μηνύσουν πώς πέθανε κι όλα τα σχετικά Το ξόδι της όχι σε σπίτι αλλά στην εκκλησιά να γίνει και να είναι μόνη της με την Λ. στο τελευταίο της επί γης βράδυ, έτσι παράγγειλε κι όλα καταπώς τα προείπε και όπως τα ήθελε εγίναν κι η Λ. την ξαγρύπνησε στην εκκλησιά με μόνη συντροφιά της την εικόνα μιας μαυροφορεμένης Αγίας πού είχαν φέρει από το παλιό του χωριό και την είχαν για την περίσταση απιθώσει στο μαραμένο στήθος τής προγιαγιάς τη αυτή να την ξεπροβοδίσει από ετούτον τον προσωρινό κόσμο . Η εκκλησάρισσα βέβαια είπε ύστερα πώς όλο το βράδυ η πεθαμένη Δ. εκουβέντιαζε με την προγονή της, την άκουγε αυτή από το παράσπιτο της δίπλα στον ναό όμως τής ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει τί έλεγαν. Όμως δεν ήθελε κανείς να την πιστέψει ότι ήταν ελαφροΐσκιωτη κόντευε κι αυτή τα 100 κι από τούς πολλούς σφαγμένους πού είχε δει ήταν και λίγο σαλεμένη ενώ η Λ. ισχυρίσθηκε πώς κατά τις 2 το πρωΐ την είχε πάρει ύπνος κι εξύπνησε από τον παπά πού ξεκλείδωνε την εκκλησιά ότι την είχαν αμπαρώσει μη φύγει η ψυχή της Δ. και γυρνούσε στο χωριό ύστερα τρομάζοντας ζωντανά κι ανθρώπους .
Όπως είπε σε κάποιον εραστή της χρόνια μετά η Λ. πρώτα κοιμήθηκε μ’ ένα αγόρια πού μύριζε ελατόξυλο. Μετά με τα δύο αγόρια πού πιο πολύ φοβόντουσαν το αίμα της . Κι ύστερα με το πιο ντροπαλό αγόρι τού χωριού πού μύριζε την ντροπαλοσύνη του, κόκκινη και με οσμή μεταλλικού νερού, από δύο δρόμους παρακάτω. Στο Πανεπιστήμιο κοιμόταν με όσους οι άλλες δεν καταδέχονταν αυτούς πού δεν μύριζαν εξέγερση και θούρια .Αλλά όποτε ένιωθε το δίκιο να μυρίζει στην κοιλιά της ήταν η πρώτη πού άρχιζε τον πετροπόλεμο και τα μολότοφ με τούς αστυνομικούς .
Μπορούσε ακόμη και μύριζε τις φωνές, αυτές πού θροΐζουν ανεβαίνοντας κλίμακες άγριας χαράς ή σαν ίσκιοι σέρνονται ξυπόλητες στα πλακόστρωτα των ηδονών, τις δικές της μα και των αντρών καθώς τούς άφηνε μέσα της να περάσουν . Υπήρχαν εκείνοι πού οι φωνές τους μύριζαν μακρινή βροχή, εκείνοι πού η οσμή τής χαράς τους μύριζε άγρια μαύρα μανιτάρια, κι άλλοι πού ενώ φώναζαν και διαλαλούσαν την ηδονή τους αυτές τους οι κραυγές μύριζαν όπως ένα έλος στα βάθη ενός πρωϊνού ονείρου. Οι δικές της οι φωνές εκτός από αρωματικό ξύλο πού άλλοτε σιγόκαιγε κι άλλοτε χλωρό έθαλλε, ήσαν φωνές πού μύριζαν λιγοβρεγμένο χώμα κι άλλοτε πάλι θάλασσα περίκλειστη ανάμεσα σε δύο νησιά. Υπήρχαν φορές πού λαχανιάσματά της κι ιδρώτας της ένα γίνονταν και τότε ολόκληρη, φωνές και σώμα, μύριζε όπως παλιό κρασί πού ‘χε ποτίσει λινό σκέπασμα τραπεζιού.. Κάποιες φορές όταν άφηνε κάποιον να εισχωρήσει εκεί όπου λέγαν πώς δεν έπρεπε, αυτή δεν καταλάβαινε ποτέ από πρέπει και μη , οι φωνές της μύριζαν ίδια με θερμοπίδακες στις ιαματικές λουτροπόλεις. Το καλοκαίρι το τέλος των μικρών κραυγών της μύριζε σεντόνι βουτηγμένο στην λάσπη , το φθινόπωρο αέρα περιβολιών λεβάντας οι φωνές της και το χειμώνα είχαν το άρωμα καφέ από την έρημο τής Αιθιοπίας . Όταν μόνη της χαϊδευόταν οι φωνές της δεν μύριζαν αλλά το φύλο της ευωδίαζε όπως νούφαρα ή αρμυρίκια ανάλογα με την ζέστη πού τα δάχτυλά της προκαλούσαν . Τής άρεσε πάνω απ’ όλα η μυρωδιά τού στήθους της πού ποτέ δεν ήταν ίδια μ’ άλλαζε συνέχεια ανάλογο με το ρούχο, το ανυπόμονο αντρικό ή δικό της χάδι, μεταβάλλετο αργά περνώντας από την οικεία μυρωδιά ενός λεμονιού έως την περίπλοκη ευωδιά ανάμεικτων μπαχαρικών. Στην μέσα μεριά των μηρών της το αρωματικό ξύλο έκαιγε μαζί με κανέλλα, οι πατούσες της μύριζαν, έτσι έλεγε πάντα, ουρανό …..
….κανείς, παρεκτός από εκείνη πού μύριζε συνέχεια τον εαυτό της όπου και να βρισκόταν, όλες αυτές τις μυρωδιές της δεν τις εγευόταν . Άντρες πού έτρωγαν το φύλο της μόνο την επίγευση τού νοτισμένου χώματος κι αυτήν αν ήσαν επιδέξιοι προσπορίζονταν. Άντρες ή κοπέλες πού κοιμόντουσαν μαζί της ξύπναγαν τ’ άλλο πρωΐ κι έλεγαν πώς τ’ όνειρά τους μύριζαν κεραυνούς, καμένα χόρτα ή περίπλοκα εδέσματα ή πώς το στόμα τους σαν γεμάτο άμμο αλμυρή ήταν .Δεν ξέραν κι ούτε τούς έλεγε εκείνη πώς ήταν οι δικές της μυρωδιές πού’ χαν σμίξει με τις μυρωδιές των φωνών και των φιλιών τους, πού είχαν πλημμυρίσει τον ύπνο τους και πώς ό,τι περιέγραφαν δεν ήταν παρά η άμπωτις όλων αυτών των οσμών. Καμιά φορά από το ποτό ζαλισμένη δεν έμπαινε στον κόπο να μυρίσει καλά ένα άντρα κι υπακούοντας μόνο στο φύλο της πού γι’ αυτόν υγραινόταν πήγαινε μαζί του . Κι όταν τον έγδυνε την έπαιρνε η δυσοσμία τής εξουσίας κάτι σαν κρασί πού είχε αποτύχει η οινοποίησή του κι ούτε για ξίδι δεν έκανε ή σαν σκουριά εγκαταλελειμμένου πλοίου ή άλλες πάλι φορές πού χωρίς να έχει ονοματίσει την μυρωδιά ενός άντρα πήγαινε μαζί του ασυλλόγιστα κι όπως τής εγδυνόταν την κατέκλυζε η ανυπόφορη η μυρωδιά τής αλαζονείας τού κατακτητή κάτι σαν φθηνό σαπούνι ή πλαστικό πού καιγόταν . Και πάντα όταν τέτοιες μυρωδιές αποκρουστικές εσυναντούσε ντυνόταν κι έφευγε ή τούς γινόταν αποκρουστική όπως μόνο αυτή ήξερε πού να μην την θέλουν ή αν άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να φύγει τούς τύφλωνε όπως την είχε δασκαλέψει,- άλλη εξήγηση δεν υπάρχει γι’ αυτό -, η προγιαγιά της. Κάποτε συναντούσε και μυρωδιές αναπάντεχες πού την δυσκόλευαν. Ένα βράδυ σε πόλη Βόρεια πού την όριζε μοναστήρι από τα χρόνια των πορφυρογέννητων κοιμήθηκε ένα άντρα και τίποτα σε αυτόν δεν μπορούσε να μυρίσει πέρα από χώμα και νερό. Το πρωΐ πού εξύπνησε αυτός είχε φύγει κι κείνη όπου κι αν αγγιζόταν εμύριζε δεντρολίβανο. Κατάλαβε πώς με κάποιον απόντα είχε κοιμηθεί, την είχε προετοιμάσει γι’ αυτούς όχι μόνο η φοβερή η προγιαγιά της αλλά κι ο ποιητής Κ.Π κι ώσπου να ξανασυναντηθεί με την δική της μυρωδιά τού αρωματικού ξύλου πέρασαν 40 μέρες . Κάποια άλλη φορά θέλησε ένα αγόρι 6-7 χρόνια μικρότερό της . Γδύνοντάς τον την πήρε μυρωδιά από ωραίο χασίσι μαύρο τού Μαρόκου. Οι φωνές του μύριζαν βάλσαμο, το φιλί του ίδια μ’ εκείνο το πολυμυρωδάτο χασίσι από τα μέρη τής προγιαγιά της, οι δικές της οι φωνές εκείνο το βράδυ μύριζαν μουσική από έγχορδα κι ήσαν όλες κίτρινες, κι όπως αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του το στήθος της μύρισε απογευματινό ελαιώνα και το φύλο της μπαχάρια πρωτόγνωρα .

Η ΑΛΛΗ
Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Η μέρα ήταν σκιερή και χλιαρή. Φόρεσε ένα κοντό μαύρο φουστάνι άφησε γυμνά τα πόδια της μέσα σε μαύρες φτηνιάρικες γόβες έδεσε ένα φουλάρι στο λαιμό της έκανε κότσο τα μαλλιά της δένοντάς τα μ’ ένα μικρό χρυσό ιαγουάρο , αιμάτινο κατακόκκινο κραγιόν και αποφάσισε να μυρίζει όπως ένα ταξίδι σε συνοικία Ασιατών στο Λονδίνο ή στο Χάρλεμ τής Ολλανδίας. Στο κεντρικό εμπορικό δρόμο τής πόλης της είδε ένα νάνο να περπατά μπροστά της . Αυτός την αισθάνθηκε μιας κι ο αέρας φυσούσε την μυρωδιά της προς αυτόν και γύρισε το κεφάλι του.. Το βλέμμα του χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της ξεδιάντροπα το δύσμορφο κεφάλι του έφτανε δεν έφτανε ως το ύψος τού φύλου της.
Η Λ. μύρισε τον αέρα. Μύριζε σάπιο μήλο, έσκυψε το κεφάλι της το στήθος δεν είχε πάρει την μυρωδιά πού ανέδιδε το βλέμμα τού νάνου όμως φούσκωνε.. Τον φαντάσθηκε , καθώς τον προσπερνούσε, να την έχει καβαλήσει να προσπαθεί μέσα της να χωθεί … κοντοστάθηκε , έσκυψε και του έδωσε ένα γλυκό φιλί στα χείλη. Τα μάτια του ήταν αφύσικα πράσινα και μύριζε φλούδες πορτοκαλιού που καίγονται βασανιστικά αργά πάνω στο μεταλλικό καπάκι της σόμπας της γιαγιά της , μια Κυριακή πρωί μετά την εκκλησία! Ήταν όμορφος από κοντά και της θύμισε τον «πολύ ψηλό άνδρα». Τον χώρισε μια νύχτα χωρίς αστέρια , χωρίς φεγγάρι με πολλά δάκρυα σε μια άσχημη παραλία γεμάτη φύκια και σπασμένα κοχύλια. Χειμώνα καιρό , εκεί που πηγαίνουν τα ζευγαράκια για να παρθούν στα γρήγορα ή στα πολύ αργά. Ο «πολύ ψηλός άνδρας» ήταν άσχημος από μακριά αλλά από κοντά μύριζε ανοιξιάτικο χώμα κοντά στην κερασιά , βρεγμένο από υγρασία έτοιμο να σπαρθεί εκείνη τη μέρα που κάποιος της ζήτησε να μαζέψει σκουλήκια για το ψάρεμα!
Ο νάνος ήταν σαν τον «πολύ ψηλό άνδρα». Κάπνιζε πολύ χασίσι, είχε βλέμμα απλανές κι είχε ένα τεράστιο πουλί ανάμεσα στα πόδια του. Κοιμήθηκε μαζί του κι αυτός αποκοιμήθηκε πάνω στα στήθη της που έμοιαζαν υπερφυσικά μεγάλα για το μέγεθός του. Η μυρωδιά του άλλαξε!
Γύρισε σπίτι της βουερό απόγευμα πια .Στην ησυχία τού σπιτιού της κοιτώντας την θάλασσα πού σκοτείνιαζε σκέφτηκε πάλι εκείνον τον νάνο, τώρα θυμήθηκε πώς μύριζε χαλκό και θάνατο. Πόσα χρόνια ζει ένας νάνος; Ξεντύθηκε. Το στήθος της στις ρώγες μύριζε από την ανάσα τού Α. στη δουλειά , σήμερα είχε σχεδόν πέσει πάνω του καθώς πήγαινε βιαστική για την πρωινή συνάντηση, πόσο πολύ την ήθελε αλλά αυτή όχι γιατί σ’ εκείνην μύριζε άπλυτα σεντόνια, ναφθαλίνη και χώμα πού το είχαν περιφρονήσει οι υγρασίες. Εκεί απ’ όπου κυλούσε πιο πολύ ο ιδρώτας της, στην μέσα μεριά των χεριών της, μύρισε την συνονόματη της πού μοιράζονταν το ίδιο γραφείο, μια γλυκιά μυρωδιά από μαύρο χρώμα και φρούτα καλοκαιρινά, ά έτσι λοιπόν καλά το είχα υποψιασθεί πώς τής αρέσω μονολόγησε .Σπάνια κοιμόταν με γυναίκες και πάντα με πιο μικρές της κυρίως για να συναντηθεί με νέες μυρωδιές γυναικών . Όμως η συνονόματής ήταν μεγαλύτερή της κόντευε τα 32 και θα έμενε εκεί για αρκετό καιρό. Είχαν συγχρονιστεί με την συνονόματη. Στο αίμα. Συμβαίνει αυτό στις γυναίκες που ζούνε μαζί. Έστω και για λίγες ώρες τη μέρα. Της το εξήγησε ένα βράδυ στο τηλέφωνο. Την πήρε δήθεν γιατί ξέχασε τις μέρες της περιόδου της στις διακοπές. Η αλήθεια είναι ότι της είχε λείψει. Ήθελε να ακούσει τη φωνή της. Της εξήγησε λοιπόν πως οι γυναίκες έχουν αυτό που πολύ εύστοχα κάποιοι άνδρες ονομάζουν συνομωσία του αίματος και πως η ίδια μπορεί να μυρίσει το αίμα της. Πως η μυρωδιά της νικάει όλες τις άλλες μυρωδιές. Της είπε επίσης πως κανένας από τους εραστές της δεν μπορούσε να περιγράψει την φυσική της μυρωδιά και πως αυτό συνέβαινε γιατί η μυρωδιά της νικούσε ακόμα και τα πιο δυνατά αρώματα ή γιατί κανείς από τους εραστές της δεν την ερωτεύτηκε ποτέ! Η Λ. τότε της είπε :
-Μου έλειψες και έχω περίοδο , σου είπα ψέματα. Θέλω …
-Το ξέρω. Θέλεις να με μυρίσεις. Και γέλασε , με ένα γέλιο απλό και καθημερινό που σε έκανε να ξεχάσεις το όνομα σου.
-Θέλω να σε μυρίσω! Με το αίμα , με την καύλα , με αρώματα , με φαγητά , με όλα!
-Μα με έχεις μυρίσει , στο γραφείο.
-Θέλω να σε μυρίσω μια νύχτα που να έχεις πιει κόκκινο κρασί , και να τρέχουμε στην πιο βρώμικη γειτονιά της πόλης. Κι ένα πρωί να μπω στο κρεβάτι σου , να είναι καλοκαίρι , να έχεις ιδρώτα και υγρά δικά σου από τη νύχτα που έπαιζες με το φύλο σου. Να βάλω το κεφάλι μου μέσα στο φύλο σου.
-….ναι;
-δεν θέλω το παιδί σου , δεν θέλω να σε έχω δική μου, δεν θέλω να σ’ αλλάξω , δεν θέλω να γεράσουμε μαζί , θέλω να σε μυρίσω όπως είσαι. Αυτό που είσαι, όχι αυτό που νομίζει πως είσαι.
-Ποιος νομίζει; Τι ; Και γιατί να το κάνεις αυτό;
-Γιατί έχω πολύ καιρό να μυρίσω κάτι ζωηρό.
Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο η Λ. ένιωσε τα μάγουλα της να καίνε από την προσμονή και την ένταση της εξομολόγησης. Αυτό ήταν σπάνιο. Η συνονόματη ένιωσε τα μάγουλα της να καίνε από την προσμονή και την αβεβαιότητα της απόφασης της. Κοίταξε τα μάγουλα της στον καθρέφτη και θυμήθηκε την τελευταία φορά που βρέθηκε με τον εραστή της. Όλα βιαστικά , όλα γρήγορα , όλα τόσο οργασμικά. Μα εκείνος δεν μιλούσε. Άκουγε. Δεν ζήλευε. Δεν ζητούσε. Την γαμούσε τέλεια. Κοκκίνιζαν τα μάγουλα της. Οργασμός. Δεν της έκανε ποτέ καμία έκπληξη. Κι αυτός την μύριζε αλλά δεν μπορούσε να το περιγράψει. Τον καύλωνε τρελά. Μόνο αυτό. Ήθελε να σταματήσει να τον βλέπει αλλά δεν γινόταν. Τον ήθελε πολύ. Ήξερε ότι αν του το ζητούσε δεν θα έκανε τίποτα για να την κρατήσει. Κενό! Προτιμούσε να μην το σκέφτεται. Πολύ! «μερικές φορές όταν με γαμάς νιώθω το σύμπαν να σταματά» του είπε. Μια πελώρια μηχανή σταματά μέχρι να χύσω κι ύστερα ξαναπαίρνει μπρος για να σταματήσει μόλις ξαναμπείς μέσα μου. Σκατά! Όλα αυτά ακούγονται τόσο αληθινά για έναν άνδρα που δεν μπορεί να εκφραστεί. Και τώρα η Λ. Γιατί ; Τι ήθελε από αυτήν; Ήταν παράξενη. Το είχε καταλάβει. Απλή. Στο γραφείο οι άλλες την συζητούσαν. Οι μισές την θεωρούσαν θεούσα και οι άλλες μισές τρελό πουτανάκι . Δεν ήταν τίποτα από τα δυο. Κι η ίδια δεν ήξερε τι ήταν. Το είχε καταλάβει ότι την γουστάρει. Την είχε καταλάβει που έπαιρνε μυρωδιές. Ένα πρωί που είχε αργήσει λίγο γιατί είχε πέσει σε μια λακκούβα με νερά , έπρεπε να ξαναγυρίσει σπίτι για να αλλάξει ρούχα αλλά δεν πρόλαβε να πλύνει τα μαλλιά της. Μόνο τα στέγνωσε με το πιστολάκι. Έβρεξε στη γειτονιά σου χθες ε; της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Κι ένα μεσημέρι που συνάντησε τον εραστή της , μπήκε στο γραφείο κι εκείνη την κοίταξε τόσο έντονα στα μάτια , χαμογέλασε κι άνοιξε το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. Και τότε κοκκίνισαν τα μάγουλα της κι η Λ. της ζήτησε να κάνουνε μαζί ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. «Σε ομορφαίνει» της είπε. Ποιος; Η βιασύνη σου. Και γέλασαν και οι δύο συνωμοτικά.
Όταν γύρισε στη δουλειά μετά της διακοπές η Λ. δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά προσπαθώντας να μην σκέφτεται ούτε τον αμίλητο εραστή της , ούτε την πρόταση της Λ. Την δεύτερη μέρα ήρθαν 2 δέματα. Το ένα από την Λ. είχε ένα από τα ημερολόγια της. Με αφιέρωση : μου έλειψες. Το δεύτερο από τον αμίλητο εραστή της. Αυτό κι αν ήταν έκπληξη : ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες. Με αφιέρωση : μου έλειψες. Προσπάθησε να μην σκέφτεται. Μια γυναίκα που σκεφτόταν διαρκώς. Μια γυναίκα που όλοι της έλεγαν : γιατί σκέφτεσαι τόσο πολύ; Σκέφτεσαι , σκέφτεσαι. Σαν να σκύβεις. Δεν γινόταν. Αν σταματούσε να σκέφτεται δεν θα γινόταν τίποτα. Λες;
Το βράδυ πήγε σπίτι της, έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε τις κόκκινες γόβες. Στην αρχή της φάνηκε αστείο. Μετά άρχισε να ερεθίζεται με την εικόνα της. Άρχισε να παίζει με το σώμα της. Να μυρίζει τον εαυτό της. Αλμύρα και μπισκότο. Να γλείφει όποιο σημείο του κορμιού της μπορούσε να φτάσει. Σιρόπι μπακλαβαδένιο και ξύδι. Να παίρνει δυνατές τζούρες. Κολόνια Μυρτώ και ψωμί. Μέθυσε. Αφού έχυσε μια –δυο φορές κουράστηκε και ξάπλωσε να κοιμηθεί αλλά δεν μπορούσε. Διάβασε το ημερολόγιο της Λ.. Μιλούσε και για εκείνη. Για την ημέρα με τη βροχή , το απόγευμα μετά το αμίλητο σεξ. Ήταν σαν να ήταν μπροστά , όταν έπεφτε στα νερά της λακκούβας , όταν έχυνε πάνω στο καυλί του εραστή της κι εκείνος της ρουφούσε τις ρώγες τόσο δυνατά αλλά και τόσο συγκρατημένα. Χα! Είναι τόσο αστείο! Μπορούσε να μυρίσει ακόμα και την αμήχανη σιωπή του. Και την αμήχανη φλυαρία της.
Άρχισε να γελά μέσα στη νύχτα. Και τότε άνοιξε την πόρτα. Μια χαραμάδα. Κάποιος θα έρθει να με μυρίσει είπε. Δεν μπορεί!
Κι αποκοιμήθηκε. Χωρίς να σκέφτεται!




