Welcome to Athens Voice blogs. This is your first post. Edit or delete it, then start blogging!
|
||||||
|
Welcome to Athens Voice blogs. This is your first post. Edit or delete it, then start blogging! Τον κοίταξε και του είπε «σ’ αγαπώ». Δεν είχε τι να της απαντήσει κι ας περίμενε για να τ’ ακούσει. Δε συσχέτιζε τον χρόνο με τα συναισθήματα. Δε φοβόταν τις λέξεις, αλλά τις είχε ανάγκη. Το άκουσμα τους. Πέρασε καιρός, ξαφνικά, όπως διαβάζεται. Το άσπρο έφυγε από τα χέρια του κι έμεινε κόκκινο για να κοιτάζει. Θυμόταν στιγμές, στιγμές στο σκοτάδι που φεύγουν. Άραγε αυτή τις έχει κρατήσει ή δεν τις έζησε; Ίσως να τα έχει ξεχάσει όλα τώρα πια και η μόνη ανάμνηση να είναι κάποιο γέλιο. Αν όμως θυμάται ακόμα… Πως μπορεί και ζει έτσι; Οι αναμνήσεις χάνονται και δεν ξαναγίνονται παρόν όπως φαίνεται. Πέρασε κι άλλος καιρός. Έμενε μόνος του, μερικές φορές πόναγε. Άλλες ξέχναγε. Έψαχνε τη μορφή της σ’ άλλα σώματα. Κάποια φωνή του είπε πως πέθανε πια και συμφώνησε μαζί της. Θα ήθελε να είναι όπως παλιά, να του δίνει τον χρόνο της και να μην το δανείζεται. Να τον περίμενε με χαμόγελο και όταν την έβλεπε να άγγιζε το σημάδι στο χέρι της. Περιπλανήθηκε μέσα στον χρόνο, τα χέρια του λερώθηκαν κάποιες στιγμές. Πήγε σε μέρη για να βρει τη γαλήνη, άσπρα τοπία απλώθηκαν μπροστά του αλλά αυτός αγάπησε το γκρι. Βρέθηκε σ’ ένα δάσος μόνος για να κλάψει και η βροχή τον χάιδεψε για να έχουν τα δάκρυα παρέα, τότε αυτή εμφανίστηκε, πήρε τη μορφή δέντρου και έσκυψε επάνω του. Μια χτισμένη πόρτα μπορεί να γίνει ένα παράθυρο. Με τρομάζει αυτή η ιδέα, με τρομάζει η εικόνα. «Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.» (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992) «Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας…» (Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007) Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα. Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα. Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών. Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος. «Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.» (Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ: «Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.» Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε: * ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. * ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων (Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι “για την Αμαλία”). Την είδα πάλι. Έμοιαζε μ’ αυτή που γνώριζα. Φοβάμαι να τη ρωτήσω αν είναι η ίδια. Φαίνεται πως με γνωρίζει. Φαίνεται πως τη γνωρίζω. Το γέλιο της είναι ίδιο. Τα λόγια όμως έχουν αλλάξει. Η απουσία αλλάζει τον άνθρωπο. Μάλλον τότε γίνεται εμφανής η αλλαγή. Την είδα πάλι. Αυτή με κάλεσε. Μου πρότεινε να χορέψουμε αλλά ευγενικά αρνήθηκα, ποτέ δεν ήμουν καλός χορευτής, τότε αυτή αγκάλιασε το σώμα της και άρχισε να κινείται ρυθμικά στον χώρο. Άρχισε έναν αργό χορό μόνη της κι εγώ έστεκα εκεί ακίνητος κοιτάζοντας την. Την είδα πάλι. Είχα ξεχάσει την ύπαρξή της. Μόλις τη θυμήθηκα άρχισα να ζηλεύω. Επειδή υπάρχει και τη βλέπουν, επειδή τους αφήνει να τη βλέπουν και δε γίνεται αόρατη. Επειδή κάποια στιγμή θα ξαναφύγει και δεν ξέρω πότε θα την ξαναδώ και φοβάμαι να κάνω στον εαυτό μου την ερώτηση αν θέλω να την ξαναδώ. Την είδα πάλι. Της είπα πως χορεύω όταν σταματάει η μουσική και σε απολαμβάνω όταν σε χάνω. Κι όταν η μουσική ακούγεται, με ρώτησε, τι κάνεις; Ίσως το μυαλό μου μ' εγκαταλείπει αυτές τις στιγμές, της είπα χωρίς να σκεφτώ τα λόγια μου. Σε λίγο θα την χαιρετίσω, δεν μπορώ να της πω να μείνει. Θέλω να της πω ότι δεν έπρεπε να φύγει. Ο χρόνος πλέον μετράει αντίστροφα κι εγώ ήδη ζω τις επόμενες στιγμές μακριά της. Ίσως επειδή ξέρω πως πλέον δεν την έχω. Την είδα πάλι. Ήταν όμορφη όπως και τότε, δυστυχώς. Ο χρόνος παίρνει πίσω ό,τι μου δίνει. Μετά ακούω το γέλιο του, νιώθει ικανοποιημένος που με ξεγέλασε ακόμη μια φορά. Ένιωσα για μια στιγμή τα μάτια των αγγέλων να με κοιτούν. Δυστυχώς όμως ήταν μόνο για μια στιγμή. Και οι στιγμές όταν φεύγουν χάνονται μέσα στις άλλες και δείχνουν τόσο ίδιες μεταξύ τους… Μακάρι να ήταν διαφορετικά. Το μακάρι είναι μια πονεμένη λέξη, κοιτάς το Θεό όταν την προφέρεις γιατί νιώθεις αδύναμος ν’ αλλάξεις όσα συμβαίνουν, όσα έχουν συμβεί. Είναι λυπηρή η αδυναμία των ανθρώπων. Το αλκοόλ μου κλέβει στιγμές, μνήμες που αγκαλιάζονται τόσο γλυκά από σκοτάδι κι εγώ τις θυσιάζω εκούσια σ’ αυτό και στη λήθη, χωρίς να σκεφτώ πως θα χαθώ κι εγώ μαζί τους, χωρίς αντίσταση σα να περιμένω το αναπόφευκτο. Τις ζω μ' αυτό, ίσως για να δώσει κάτι απ’ τη μαγεία του σ’ αυτές αλλά ξεχνώ πως στο τέλος το ερωτεύονται και φεύγουν μαζί του. Αστείο μοιάζει να ζητώ εγώ τη μαγεία. Νιώθω μόνος. Θ’ ανάψω ένα τσιγάρο για να νιώσω τη συντροφιά του, έχω ανάγκη μια συντροφιά τώρα. Παρακολουθώ τη φλόγα του σπίρτου καθώς ανάβει, δεν το βλέπω να σβήνει, δε θέλω. Κοιτάζω μόνο τον καπνό που μένει σαν ανάμνηση αυτής της φλόγας. Την ώρα που ο θάνατος σε αγκαλιάζει ποιά μουσική είναι αυτή που θες ν' ακούς; Όταν ο ήλιος δύει και κοιμούνται τα λουλούδια. Το νιώθω να με σφίγγει πιο γέρα, απόψε θέλει κάτι από εμένα. Άραγε, πώς θα μας βρει η ανατολή; Τα δάκρυα έχουν πια γίνει ανάμνηση και γελάς με την καινούργια σου ζωή αγνοώντας το πριν, γιατί; Ψίθυροι ακούστηκαν μέσα στους τάφους, οι νεκροί περιγελούν. Έχω ανάγκη τα λόγια τους, μια παρουσία εξώκοσμης δύναμης για να με αγκαλιάσει τρυφερά, μια ώρα σαν κι αυτή. Ψάχνω δυνάμεις και ο χρόνος φαίνεται φειδωλός, ποτέ δεν ήταν με το μέρος μου. Η ζωή κερνάει αλήθειες κι εγώ στη μέθη τους φοβάμαι. Η ζωή μου καταρρέει κι εγώ είμαι ένας απλός παρατηρητής αυτής της κατάρρευσης. Δεν ξέρω πλέον πώς να την σταματήσω. Δε γνωρίζω γιατί όλα πήραν τέτοια κατηφορική πορεία. Γιατί και πως πνίγηκαν κάποια στεγανά που είχα μέσα μου. Πλέον απλώς επιβιώνω, δε ζω. Δεν μπορώ να ψυχολογήσω την αντίδραση μου όταν βρεθώ αντιμέτωπος με τις απαντήσεις. Εγώ παραμένω σταθερός και όλα γύρω μου κινούνται, εξελίσσονται. Ίσως δεν έχω θάψει καλά τα όνειρα μου, ίσως δεν έχουν αφήσει ακόμα την τελευταία τους πνοή. Νιώθω αδύναμος, μήπως δε γεννήθηκα για να κυβερνήσω τον κόσμο κι απλώς είμαι κι εγώ ένα ακόμα όνομα σε κάποιον τηλεφωνικό κατάλογο; Ο κόσμος μου φαίνεται μικρός για να επιβιώσω και αρκετά μεγάλος για να ζήσω. Ζητώ την αναγνώριση και τη σύμπνοια. Θέλω ν’ αναγεννηθώ. |
||||||
|
Copyright © 2010 Errare humanum est. - All Rights Reserved |
||||||