Ξημερώνει. Πάλι ο ήλιος με βρίσκει με βαριές σκέψεις στο κεφάλι μου. Δίπλα ένα μισάνοιχτο πακέτο με τσιγάρα κι ένας αναπτήρας που η φλόγα του τρεμοπαίζει σε κάθε μου ανάσα. Έρχεται μια ακόμα ‘μέρα για να μπει στο ήδη μακρύ ημερολόγιο που μετράω. Δε θα έχει κάτι το ξεχωριστό, έχω μάθει πλέον να ζω έτσι. Να μου φαίνονται όλες οι ‘μέρες ίδιες και να μην τις ονομάζω, μόνο κατ’ εξαίρεση για λόγους στυγνής λειτουργικότητας. Θα ξαναδώ τον ήλιο λίγο πριν χαθεί και μετά, μετά θα ‘ρθει πάλι η νύχτα με τα θολά της φώτα. Μια νύχτα που νιώθω ότι έχει μπει βαθιά μέσα μου και δε λέει να φύγει όσο κι αν επιμένει ο ήλιος ν’ ανατέλλει κάθε πρωί. Δε νιώθω πια τη ζωή κι έχω ξεχάσει αν κάποτε την ένιωθα, αλλά έτσι νομίζω γιατί οι αναπολήσεις μου δημιουργούν ένα χαμόγελο. Συγγνώμη θα ζητήσω πάλι γιατί έχω ανάγκη και χρειάζομαι μια συμπάθεια που θα φέρει αυτή η συγγνώμη. Έμαθα να τη γράφω με δύο γάμα για να φέρνω πιο κοντά την αγάπη που έχω ανάγκη, έτσι με δίδαξε κι εγώ το κράτησα μέσα μου. Δε γινόταν αλλιώς. Που είναι τώρα; Άραγε υπήρξε ποτέ υλιστικά ή βρισκόταν μόνο μέσα στο μυαλό μου; Αν ισχύει το δεύτερο τότε μπορώ να πολεμήσω και να τη σκοτώσω. Ίσως δε θέλω όμως να το κάνω αυτό, γιατί έτσι έχω μάθει να ζω, με πίκρες.
