Τον κοίταξε και του είπε «σ’ αγαπώ». Δεν είχε τι να της απαντήσει κι ας περίμενε για να τ’ ακούσει. Δε συσχέτιζε τον χρόνο με τα συναισθήματα. Δε φοβόταν τις λέξεις, αλλά τις είχε ανάγκη. Το άκουσμα τους.
Πέρασε καιρός, ξαφνικά, όπως διαβάζεται. Το άσπρο έφυγε από τα χέρια του κι έμεινε κόκκινο για να κοιτάζει. Θυμόταν στιγμές, στιγμές στο σκοτάδι που φεύγουν. Άραγε αυτή τις έχει κρατήσει ή δεν τις έζησε; Ίσως να τα έχει ξεχάσει όλα τώρα πια και η μόνη ανάμνηση να είναι κάποιο γέλιο. Αν όμως θυμάται ακόμα… Πως μπορεί και ζει έτσι; Οι αναμνήσεις χάνονται και δεν ξαναγίνονται παρόν όπως φαίνεται.
Πέρασε κι άλλος καιρός. Έμενε μόνος του, μερικές φορές πόναγε. Άλλες ξέχναγε. Έψαχνε τη μορφή της σ’ άλλα σώματα. Κάποια φωνή του είπε πως πέθανε πια και συμφώνησε μαζί της. Θα ήθελε να είναι όπως παλιά, να του δίνει τον χρόνο της και να μην το δανείζεται. Να τον περίμενε με χαμόγελο και όταν την έβλεπε να άγγιζε το σημάδι στο χέρι της.
Περιπλανήθηκε μέσα στον χρόνο, τα χέρια του λερώθηκαν κάποιες στιγμές. Πήγε σε μέρη για να βρει τη γαλήνη, άσπρα τοπία απλώθηκαν μπροστά του αλλά αυτός αγάπησε το γκρι.
Βρέθηκε σ’ ένα δάσος μόνος για να κλάψει και η βροχή τον χάιδεψε για να έχουν τα δάκρυα παρέα, τότε αυτή εμφανίστηκε, πήρε τη μορφή δέντρου και έσκυψε επάνω του.

και η μουσική πάει γάντι !
Πολύ όμορφο μάγε.. Υπάρχουν όντως έρωτες και άνθρωποι που στοιχείωνουν το μυαλό μας.. Αλλά μόνο γιατί εμείς τους αφήνουμε να το κάνουν..
“…Όμως συχνά κάποια υπενθύμιση μ’ άγγιζε και στεκόμουν τρομαγμένος
κάποια υπενθύμιση για κάτι πολύ μακρινό και ξεχασμένο — ώσπου οι αναμνήσεις σκεπάζουν σιγά-σιγά το παρελθόν
έτσι που σε λίγο δε θυμόμαστε παρά κάτι άλλο…”
Τάσος Λειβαδίτης
Με συγκίνησες…
Παραμύθι με λυπημένο τέλος…
h mousikh tairiazei toso polu…kai mena me sugkinhses…ax autoi oi erwtes stoixeia!
mou thimise ligo to fountain, auto me to dentro…