Categories

Να 'στε καλά

1. Η αίσθηση του χρόνου μας κάνει να υπολογίζουμε αυτές τις ‘μέρες. Ένα ‘ρολόι στο χέρι μας, μας βοηθάει στην απόκτηση ενδόμυχης μελαγχολίας. Οι στιγμές περνούν, ο χρόνος μετριέται.
2. Τα χρόνια είναι σημάδια μέσα στο ρητό χρόνο, για να ξέρουμε που βρισκόμαστε. Ένα μελαγχολικό ταξίδι που κάνουμε και συνειδητοποιούμε τη φύση του όταν βλέπουμε τα σημάδια προσανατολισμού του.
 
Υ.Γ.
Κοιτώντας τις σπασμωδικές κινήσεις του κεφαλιού ενός σπουργιτιού, σκέφτομαι πως δεν έχει συναίσθηση του χρόνου και της ζωής σαν τη δικιά μας. Απλώς ζει. Απλώς πεθαίνει. Αν είναι έτσι η ζωή, αν δεν έχει κάποιο βαθύτερο νόημα, τότε ας ανοίξουμε κι εμείς τα φτερά μας κι ας πετάξουμε χωρίς να έχουμε έγνοια για τις σφαίρες που κρύβονται πίσω από τους θάμνους.

(γραμμένο από το Μάγο, πρωί 1/1/2006)

Για 'σας…

Μην εντυπωσιάζεστε από δυσνόητα λογύδρια, μη σπάτε το μυαλό σας για να κατανοήσετε την παράνοια. Η αλήθεια σας είναι απλή. Μη θεοποιείτε το άγνωστο, μη ζηλεύετε αυτό που δεν έχετε, μη ζείτε τη ζωή κάποιου άλλου, είναι άσχημο. Μη μιλάτε, νιώστε. Μην το πείτε, μόνο για ‘σας.

Μεσ' το σκοτάδι κρύβεται και ψάχνω…

Ξυπνάω.

Με σύμμαχο το φεγγάρι, κοιτάζω στα εσώψυχα των ανθρώπων. Μα το σκότος βαθύ. Έχω μια προσδοκία, πως λάμψη μπορεί να γεννηθεί μέσα τους, πως έχουν τη δύναμη αυτή.
Κι εσύ πως μιλάς γι′ αυτό; Έχεις μορφή ανθρώπου, η ψυχή σου άραγε δε θα είναι το ίδιο σκοτεινή με των άλλων;
Κλείνω τα μάτια μου.

Συγγνώμη

Έχω το προφίλ του καταθλιπτικού. Ναι αλήθεια είναι, έτσι είμαι. Έτσι ζω και πλέον δεν μπορώ να το αλλάξω, ίσως το αποζητώ κάποτε, ίσως… Ξέρετε δεν ήμουν πάντα έτσι, κάποτε χαμογέλαγα. Ξέρετε κάποτε ήμουν μικρό παιδί με όνειρα κι ελπίδες, που τότε φάνταζαν ένα σίγουρο μέλλον. Ανέπνεα κι εγώ, χωρίς να μολύνω τον αέρα. Όμως τα χρόνια πέρασαν και οι χαρές περνούσαν από τα μάτια μου σα φιλμ στο οποίο ήμουν απλώς θεατής. Και τώρα να ‘μαι, μπροστά σας και σας ζητώ να με καμαρώσετε, ένα δημιούργημα από ανούσια ζωή, ένας συλλέκτης της λύπης. Που δεν ήθελε να είναι τώρα ενώπιον σας και δεν ήθελα να είναι αυτός.

Μια Παράξενη Ιστορία

Υπήρχε κάποτε μια κοπέλα μελαγχολική μ’ ένα χλωμό πρόσωπο, μακριά μαύρα μαλλιά και πελώρια καστανά μάτια. Είχε μια παράξενη ομορφιά που σου γεννούσε συναισθήματα πραότητας και ηρεμίας. Η κοπέλα αυτή ήταν πολύ ερωτευμένη μ’ ένα νεαρό ο οποίος ήταν απλώς ένας εργάτης ενώ η νέα άνηκε σε ανώτερη κοινωνική τάξη. Τ’ αδέρφια της καθώς πληροφορήθηκαν τα αισθήματα της αδερφής τους γέμισαν τις ψυχές τους μίσος για το νεαρό.
Έτσι μια ηλιόλουστη ημέρα ζήτησαν τη συνδρομή του νεαρού για να οργώσουν ένα χωράφι τους. Ο νεαρός προθυμοποιήθηκε κυρίως λόγω της συγγένειας τους με την κοπέλα που αγαπούσε. Τα αδέρφια της όμως του είχαν στήσει παγίδα και μόλις έφτασαν στο χωράφι τον μαχαίρωσαν θανάσιμα.
Πέρασε μια ‘βδομάδα από το γεγονός και η κοπέλα είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη νομίζοντας πως ο έρωτας της την είχε προδώσει. Το ίδιο βράδυ άκουσε σ’ ένα όνειρο της τη φωνή του νεαρού να λέει αυτά τα λόγια «Γιατί με κατηγορείς; Εγώ ποτέ δεν έπαψα να σ’ αγαπάω. Δεν μπορώ να έρθω να σε δω γιατί τ’ αδέρφια σου με σκότωσαν και μ’ έθαψαν στις ρίζες της ελιάς στο χωράφι σας». Η κοπέλα σηκώθηκε μόλις άκουσε τον νεαρό. Ξύπνησε την νταντά της και πριν ακόμα χαράξει ξεκίνησαν για το χωράφι. Ακολουθώντας της οδηγίες που έλαβε στο όνειρο της άρχισε να σκάβει πλάι στο μεγαλόσωμο δέντρο. Ύστερα από λίγο ξεπρόβαλε το χέρι του αγαπημένου της και σιγά σιγά όλος του ο κορμός. Ατάραχη έβγαλε από ένα σακί που κουβαλούσε μαζί της ένα μεγάλο μαχαίρι και άρχισε μ’ αυτό να κόβει το λαιμό του νεαρού. Αφού αποκολλήθηκε το κεφάλι του, το έβαλε μέσα στο σάκο και γύρισε σπίτι της.
Μπαίνοντας στην κάμαρά της έβγαλε το κεφάλι απ’ την σακούλα και άρχισε να το πλένει με ροδόνερο. Η νταντά της, της παρέδωσε μία γλάστρα μ’ ένα βασιλικό λέγοντας της πως αυτός είναι ο πιο καθάριος της αυλής, ποτισμένος μονάχα με ροδόνερο. Η κοπέλα έβγαλε το βασιλικό, τοποθέτησε το κεφάλι του νέου μέσα στη γλάστρα και ύστερα το βασιλικό από πάνω. Αφού συμπλήρωσε με χώμα έβαλε τη γλάστρα πάνω στο παράθυρό της για να τη βλέπει ο ήλιος.
Έτσι κοιτώντας κάθε ‘μέρα το βασιλικό και μυρίζοντάς τον, αισθανόταν τον αγαπημένο της κοντά της.

χαιρετώ το όνειρό μου

Είναι άραγε συνετό να κάνουμε όνειρα; Όταν γνωρίζουμε πως αν δεν πραγματοποιηθούν ο πόνος που επιφέρουν είναι μεγαλύτερος από την χαρά της ελπίδας που δίνουν. Άραγε, με μια ανάσα πεθαίνουν τα όνειρα; Ίσως. Ίσως έτσι άπλα να χάνονται, όπως εμφανίζονται, ξαφνικά, αδόκητα. Άραγε τα ωραιότερα όνειρα δεν επαληθεύονται γιατί έτσι θα έχαναν τη γοητεία τους; Αγαπάμε τα όνειρα γιατί μερικές στιγμές δείχνουν μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας, μας αφήνουν μια χαραμάδα και πιστεύουμε πως από ‘κει χωράει το φως της αλήθειας.

Δυστυχώς, τα όνειρα δε γίνονται πραγματικότητα, δε γίνονται ζωή. Ίσως επειδή ο άνθρωπος από τη φύση του δε νιώθει κορεσμό και ζητάει συνεχώς περισσότερα, ίσως πάλι γιατί κάποιος μας παίζει μια φάρσα και δανείζει τα όνειρα μας αλλού κι άλλος χαίρεται τη ζωή μας κι εμείς κάποιου άλλου.

Άραγε ποιο είναι πιο δύσκολο, το καλωσόρισμα του ονείρου ή ο αποχαιρετισμός;

Το καλύτερο μέρος.

Προχθές συνάντησα τυχαία ένα γνωστό μου, είχα καιρό να τον δω, του είπα να πάμε να πιούμε καμία μπύρα για να τα πούμε κι αυτός δέχτηκε.

Αφού οι μπύρες είχαν αντικατασταθεί από καινούργιες αρχίσαμε να μιλάμε για το καλοκαίρι που πέρασε… Μου είπε για τα μέρη που επισκέφτηκε με την κοπέλα του και μερικούς άλλους και για τον τσακωμό του με την κοπέλα του που προκλήθηκε όταν θέλησαν ν’ αποφασίσουν σε ποιο μέρος θα πήγαιναν μόνοι τους διακοπές, ένας τσακωμός που επέφερε τον χωρισμό τους.

Ακούγοντας την κατάληξη στεναχωρήθηκα κι αφού έκανα ένα νεύμα στην ομολογουμένως συμπαθητική σερβιτόρα για να μας φέρει άλλες δύο μπύρες, του είπα μια ιστορία.

Συναντήθηκαν κάποτε τρεις γνωστοί, ένας σεφ, ένας αρχαιολόγος κι ένας γέρος που μετρούσε τη σοφία στα χρόνια του. Αφού άρχισαν να κουβεντιάζουν, υπήρξε μια διαφωνία για το ποιο είναι το καλύτερο μέρος για να πάει κανείς. Ο σεφ υποστήριζε πως αυτό είναι η Γαλλία, <<έχει τη μεγαλύτερη ποικιλία από γεύσεις και οσμές, την παραγωγή των καλύτερων τυριών και κρασιών, η γαλλική σαμπάνια είναι προέκταση του ουρανίσκου>>. Ο αρχαιολόγος έλεγε πως το καλύτερο μέρος είναι η Ελλάδα <<έχει τα τελειότερα αρχαιολογικά ευρήματα, τον πλουσιότερο αρχαίο πολιτισμό και αν η σαμπάνια είναι προέκταση του ουρανίσκου, ο Παρθενώνας είναι προέκταση της κόρης του ματιού>>. Ο τρίτος δε μίλαγε αλλά χαμογελούσε μ’ αυτά που άκουγε. Οι άλλοι δύο του ζήτησαν να πει κι αυτός τη γνώμη του, τότε αυτός τους είπε: << Είστε και οι δυο ανόητοι, γιατί το καλύτερο μέρος είναι αυτό που θα το επισκεφτείς με την καλύτερη παρέα>>, οι άλλοι δύο έμειναν σαστισμένοι ακούγοντάς τον, <<μόνο τότε θα μπορείς ν’ απολαύσεις τα παράγωγα και τ’ αγαθά του τόπου>> είπε στην κατακλείδα του.

Ο γνωστός μου ακούγοντας την ιστορία και επηρεασμένος πιθανόν από το οινόπνευμα της μπύρας, θέλησε να στείλει ένα μήνυμα στην πρώην κοπέλα του λέγοντάς της πως θέλει να τη δει. Αυτή δέχτηκε. Αυτός αφού μ’ ευχαρίστησε για την αφήγηση με χαιρέτησε εγκάρδια και μου ζήτησε να τον συγχωρέσω αλλά έπρεπε να φύγει.

Κάπνισα ένα τσιγάρο, τελείωσα την μπύρα μου και σηκώθηκα να φύγω. Λίγο πριν την έξοδο με σταμάτησε η προαναφερόμενη σερβιτόρα για να μου πει πως είχα ξεχάσει τον αναπτήρα μου, την ευχαρίστησα και της ευχήθηκα καλό βράδυ. Κοιτώντας τη να φεύγει σκέφτηκα πως η ομορφιά των ανθρώπων κάνει ένας μέρος να δείχνει όμορφο, όμως το μέρος, τους βοηθά να την αναδεικνύουν.

 

Προσωπικές σκέψεις

Ξημερώνει. Πάλι ο ήλιος με βρίσκει με βαριές σκέψεις στο κεφάλι μου. Δίπλα ένα μισάνοιχτο πακέτο με τσιγάρα κι ένας αναπτήρας που η φλόγα του τρεμοπαίζει σε κάθε μου ανάσα. Έρχεται μια ακόμα ‘μέρα για να μπει στο ήδη μακρύ ημερολόγιο που μετράω. Δε θα έχει κάτι το ξεχωριστό, έχω μάθει πλέον να ζω έτσι. Να μου φαίνονται όλες οι ‘μέρες ίδιες και να μην τις ονομάζω, μόνο κατ’ εξαίρεση για λόγους στυγνής λειτουργικότητας. Θα ξαναδώ τον ήλιο λίγο πριν χαθεί και μετά, μετά θα ‘ρθει πάλι η νύχτα με τα θολά της φώτα. Μια νύχτα που νιώθω ότι έχει μπει βαθιά μέσα μου και δε λέει να φύγει όσο κι αν επιμένει ο ήλιος ν’ ανατέλλει κάθε πρωί. Δε νιώθω πια τη ζωή κι έχω ξεχάσει αν κάποτε την ένιωθα, αλλά έτσι νομίζω γιατί οι αναπολήσεις μου δημιουργούν ένα χαμόγελο. Συγγνώμη θα ζητήσω πάλι γιατί έχω ανάγκη και χρειάζομαι μια συμπάθεια που θα φέρει αυτή η συγγνώμη. Έμαθα να τη γράφω με δύο γάμα για να φέρνω πιο κοντά την αγάπη που έχω ανάγκη, έτσι με δίδαξε κι εγώ το κράτησα μέσα μου. Δε γινόταν αλλιώς. Που είναι τώρα; Άραγε υπήρξε ποτέ υλιστικά ή βρισκόταν μόνο μέσα στο μυαλό μου; Αν ισχύει το δεύτερο τότε μπορώ να πολεμήσω και να τη σκοτώσω. Ίσως δε θέλω όμως να το κάνω αυτό, γιατί έτσι έχω μάθει να ζω, με πίκρες.

Κρίμα.

Ζούμε σ’ έναν κόσμο. Έναν κόσμο άδικο, γεμάτο ανισότητες αλλά τόσο όμορφα παρουσιασμένο που σε κάνει ν’ αγαπάς αυτό το “περιτύλιγμα”. Αν όμως κοιτάξεις λίγο εν των έσω τότε θα γεννηθεί μέσα σου το μίσος.

Ζούμε σ’ έναν κόσμο. Έφηβοι ερωτεύονται, νιώθουν, δίνουν και παίρνουν αγάπη. Ανταλλάσουν όρκους, κλαίνε, γελάνε και χαμογελάνε. Κάνουν όνειρα. Άνθρωποι κάνουν παιδιά, έτοιμοι να τους δώσουν την αγάπη τους και τα βλέπουν να τρέχουν, να παίζουν, να κρύβονται στην ασφαλή αγκαλιά τους και πάντα να γελούν. Ηλικιωμένοι ν’ αναπολούν ωραίες στιγμές δημιουργώντας ένα μειδίαμα στο πρόσωπό τους. Να νιώθουν γεμάτοι από ζωή βλέπωντας τους νέους και τα λουλούδια που κι αυτήν την άνοιξη θ’ ανθίσουν.

Ζούμε σ έναν κόσμο. Μια κοπέλα λέει ψέματα στ’ αγόρι της κι έχει μυστικά μαζί με άλλους κρυφά απ’ αυτό. Μια γυναίκα μεθάει και χτυπάει δημόσια το μικρό κοριτσάκι της, αυτό δεν κλαίει, δεν έχει δύναμη για κλάματα. Δύο παιδιά βρίζουν και χτυπάνε μια γριούλα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που έχει ζήσει στιγμές που αυτά δεν μπορούν να τις σεβαστούν.

Περί μοναξιάς…

Η ελληνική μυθολογία λέει πως αρχικά οι άνθρωποι δεν είχαν φύλο αρσενικό ή θηλυκό, αλλά ανήκαν σ’ ένα τρίτο φύλο. Αφού το ανθρώπινο γένος έκλεψε τη φωτιά απ’ τους θεούς, ο Δίας θέλησε να τιμωρήσει τον άνθρωπο και μετά έχουμε την εμφάνιση των δύο φύλων. Υπάρχει μια ωραία ιστορία πάνω σ’ αυτόν το μύθο, λέει λοιπόν η ιστορία: “Οι άνθρωποι ήταν ενωμένοι σ’ ένα και μόνο φύλο, έτσι ήταν ολοκληρωμένοι κι ευτυχισμένοι χωρίς ανάγκες για θυσίες. Ο Δίας θέλοντας να τους τιμωρήσει γι′ αυτήν τους την απιστία έριξε έναν κεραυνό στη γη και τους χώρισε στα δύο παρόντα φύλα. Από τότε το κάθε φύλο ψάχνει πάνω στη γη το άλλο του μισό.” Μου αρέσει πολύ αυτή η παραδοχή. Έτσι, την είχα πει και στην πρώην κοπέλα μου. Αυτή κοιτώντας με στα μάτια μου είπε “Εγώ το βρήκα…”. Όμως στην προσφώνησή της από εμένα έχει μπει η λέξη “πρώην”. Ήταν ένα απόγευμα που μου είπε να χωρίσουμε.
 Περνάω κάτι βράδια μοναξιάς που προσπαθώ να τα γεμίσω φέρνοντας στο νου στιγμές που έχω ζήσει ή που θα ήθελα να ζήσω, στέλνοντας μηνύματα σε γνωστούς για έναν σύντομο αλλά σημαντικό διάλογο, στο δεξί μου χέρι ένα τσιγάρο που αργοκαίγεται δείχνει σιωπηλή και καλή συντροφιά. Μ’ αρέσει να μένω μόνος αλλά πάντα αποζητώ την παρέα.
Γενικά οι άνθρωποι νιώθουν μοναξιά, όπως είχε πει ένας Έλληνας τραγουδοποιός “Για να ζεις μόνος πρέπει να είσαι ή θηρίο ή Θεός” συμφωνώ απόλυτα, λέγοντας τη λέξη “μόνος” δεν εννοεί μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά. Γενικά οι άνθρωποι προσπαθούν να γεμίσουν το κενό που προκαλεί η μοναξιά ή εθελοτυφλούν και την αποδιώχνουν κάνοντας οτιδήποτε τους κάνει να την ξεχνούν.