Ηθοποιός σημαίνει φως (και πανικός)
Θα πίστευε κανείς πως το να πάει κάποιος στο θέατρο θα είναι μια ευχάριστη διαδικασία. Πληρώνεις, κάθεσαι, και περιμένεις να σε ψυχαγωγήσουν. Κι αν έχεις διαλέξει παράσταση ανάλογα με τα γούστα σου το πιο πιθανό είναι να καταφέρεις να ψυχαγωγηθείς.
Φυσικά στον δυσλειτουργικά ακοινώνητο phantom τα πράγματα δεν φαίνονται όπως θα τα έβλεπαν οι υπόλοιποι άνθρωποι. Όσες φορές θυμάμαι να έχω πάει θέατρο (και λέγοντας θέατρο δεν εννοώ παραστάσεις με τίτλους «ΝουΔού και το λουρί της μάνας», ή «Ψάλτης, Τσάκωνας, Ταμτάκος η νέα συμμαχία»)υπέφερα. Ναι μπορώ επίσημα να πω πως στα κάπως κουλτουριάρικα κι αξιόλογα θεατρικά έργα εγώ υποφέρω.
Σπεύδω να στο τεκμηριώσω μη νομίσεις ότι είμαι κανας τρελός.
Πριν 1,5 χρόνο έβγαινα για μια μικρή περίοδο με μια κοπέλα που ήταν τρελή φαν του θεάτρου. Σε κάποιο από τα πρώτα μας ραντεβού με είχε σύρει σε μια παράσταση που η κηδεία της γιαγιάς μου έμοιαζε με bachelor party μπροστά σε αυτό που είδαμε. Γύρισα σπίτι τόσο ψυχοπλακωμένος και μπαϊλντισμένος που δεν είχα κουράγιο ούτε να βγάλω τις κάλτσες μου. «Ποιο το νόημα να βγάλω τις κάλτσες» σκεφτόμουν «όταν του πρωταγωνιστή του έκοψαν τα πόδια? Και τον παράτησε κι η γυναίκα του. Ή μήπως αυτή ήταν η αδερφή του?».
Φυσικά μόλις βγήκα από το θέατρο προσποιήθηκα ότι είχα αντιληφθεί πλήρως όλα τα κρυφά νοήματα και τις τραγικές ειρωνείες και τα μηνύματα που ήθελε να σου περάσει ο συγγραφέας. Θες να δεις καλή υποκριτική? Δες εμένα να προσποιούμαι ότι μου άρεσε θεατρική παράσταση.
Αυτή η κοπέλα λοιπόν είχε βάλει σκοπό της ζωής της να πάει σε μια παράσταση που θα ανέβαινε στο μέγαρο μουσικής για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων, κάτι σαν τις περιοδείες της Άντζελας Δημητρίου στη Θεσσαλία. Είχαμε κλείσει λοιπόν εισιτήρια 2 μήνες πιο πριν. Φυσικά είχα πει ότι θα τη συνόδευα γιατί οι πιθανοί συνοδοί της ήμασταν ή εγώ ή ο συνάδελφος από τη δουλειά που της την έπεφτε. Καμία φίλη της δεν ήθελε να πάει μαζί της. Οι μόνοι άνθρωποι που ήταν πρόθυμοι να πάνε σε αυτό το έργο ήμασταν δυο άντρες αποφασισμένοι να υποστούμε 2 ώρες μιζέριας και βαρεμάρας με την ελπίδα να βιώσουμε αργότερα το ίδιο βράδυ 5 με 10 λεπτά ηδονής.
Δυο μέρες πριν την παράσταση αρρώστησε με 39 πυρετούς και βήχα. Το πρωί της μέρας της παράστασης καθόμασταν στην κουζίνα του σπιτιού της. Αυτή μπροστά από μια κούπα χαμομήλι κι εγώ μαζί με το μικρό της αδερφό μπροστά από ένα βαζάκι Merenda.
«Σήμερα είναι το θεατρικό ε?» μου λέει.
«Ναι» απάντησα φουρκισμένος επειδή τζάμπα είχαμε ξοδέψει τόσα λεφτά για τα εισιτήρια.
«Τηλεφώνησες μήπως γίνεται να τα αλλάξουμε?»
«Πάνω από δέκα φορές. Δε μας τα αλλάζουν. Δεν έχεις κανέναν που να θέλει να πάει, να του τα δώσουμε?»
«Μπα, κανέναν. Αχ, η τέχνη δεν εκτιμάται!»
Δε μίλησα.
«Μήπως να πάω απέξω από το μέγαρο και να τα πουλήσω? Αν πρέπει να τα κλείσεις 2 μήνες πριν, μπορεί να βρω κανέναν να του τα πουλήσω και πιο ακριβά. Μπορεί να βγάλουμε και λεφτά. Έτσι γίνεται στα γήπεδα.»
«Το μέγαρο δεν είναι γήπεδο βλάσφημε. Άσε που όσοι πάνε έχουν ήδη κλείσει εισιτήριο κανείς δεν αγοράζει από εκεί».
Απογοητεύτηκα.
«Πάρε τον μικρό, μην πάνε χαμένα» μου λέει, δείχνοντας με το κεφάλι τον αδερφό της ο οποίος έτρωγε ανυποψίαστος μερέντα.
«Καλά θα τον πάρω. Αλλά άλλη φορά δεν ξανακλείνω εισιτήριο για κουλτουριάρικο έργο. Τέλος.»
«Έλα μην μου είσαι θυμωμένος» μου είπε ξεροβήχοντας πιο πολύ από νάζι παρά από πραγματική ανάγκη να καθαρίσει το λαιμό της.
«Να με πάρει πού?» είπε ο μικρός σηκώνοντας το κεφάλι του από τη μερέντα.
«Δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου.» της λέω. «Απλά είμαι θυμωμένος. Πρέπει τώρα να δίνω αναφορά γιατί και πότε θα είμαι θυμωμένος?»
«Ω Θεέ μου, να με πάρει πού?» είπε ο μικρός με γουρλωμένα μάτια.
Στο δρόμο για το Μέγαρο προσπαθούσα να εξηγήσω στο μικρό τι θα βλέπαμε. Του έκανα μια περίληψη από όσα θυμόμουν που μου είχε πει η άλλη. «Το έργο μιλά για τη δύσκολη ζωή κάποιων Γάλλων ζητιάνων, έχει να κάνει με μια ερωτική ιστορία ενός τύπου με αστείο όνομα και μιας τύπισσας που ενώ τον αγαπά πηδιέται με έναν πλούσιο… έλα δε θα βαρεθούμε θα έχει και τραγούδια..χμ τραγούδια στυλ όπερας…ναι ίσως βαρεθούμε λίγο…αλλά η αδερφή σου λέει ότι περνάει το μήνυμα να μένεις ψύχραιμος κι αισιόδοξος, να υπομένεις στωικά τις δυσκολίες και να έχεις υπομονή και ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ μία ώρα τριγυρνάμε και δε βρίσκουμε μια θέση πάρκινγκ!»
Του είχα πει ότι θα του πάρω ένα σκασμό γλυκά πριν την παράσταση για να τον καλοπιάσω να μην γκρινιάζει και ότι θα κάναμε και μια βόλτα στο πάρκο αλλά έκανα μία ώρα να βρω να παρκάρω και σε θέση που απείχε 2 χιλιόμετρα από το μέγαρο οπότε μπήκαμε βιαστικά και αργοπορημένοι. Στριμωχτήκαμε στις θέσεις μας κάπου στο μέσον. Στα αριστερά μου καθόταν μια κυρία με παχιά γούνα κι έντονο άρωμα. Αν το κουνέλι ή η αλεπού πάνω της δεν ήταν ήδη πεθαμένο θα πέθαινε σίγουρα από ασφυξία. Στα δεξιά μου ο μικρός κρατούσε ένα πρόγραμμα.
«Πού το βρήκες αυτό? Το χρεώνουν 10 ευρώ» του λέω.
«Δεν το πλήρωσα, τα βρήκα αφημένα δίπλα στο καλοριφέρ και νόμισα ότι ήταν τζάμπα. Πήρα και για σένα.»
Είχε πάρει δύο κιόλας. Κοίταξα διακριτικά μήπως μας κυνηγούσε καμιά ταξιθέτρια να τα πληρώσουμε και χώθηκα στο κάθισμά μου να παρακολουθήσω την παράσταση.
Κατά τη διάρκεια της παράστασης ασχολιόμουν πιο πολύ με την κυρία δίπλα μου παρά με τους ηθοποιούς. Η κυρία ήταν από αυτές που εγώ αποκαλώ «Μη μου άπτου». Ο εγκέφαλός της ήταν προγραμματισμένος να στρέφεται προς κάθε είδους θόρυβο των διπλανών της κι η φάτσα της να μεταμορφώνεται αυτόματα σε ένα ξινισμένο προσωπείο. Με είχε συναρπάσει, έμοιαζε λες και είχε ραντάρ για κάθε ψίθυρο ή θρόισμα ρούχων ή βήχα. Μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι της 180 μοίρες. Ήταν πιο ενοχλητική κι από τους ίδιους τους θορύβους που την ενοχλούσαν.
Κάπου στο μισό του πρώτου μέρους ο μικρός δίπλα βαρέθηκε κι άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες του προγράμματος. Η «μη μου άπτου» γύρισε αυτόματα το κεφάλι της και τον κοίταζε επίμονα. Ήθελα να του το πάρω από τα χέρια αλλά όχι όσο τον κοίταζε. Δεν θα της έδινα αυτή την ευχαρίστηση. Πήρε τα μάτια της από πάνω του, μόνο όταν σταμάτησε από μόνος του. Άρχισε πάλι να το ξεφυλλίζει κι αυτή γύρισε και τον κοίταζε μέχρι να σταματήσει.
Στο διάλλειμα η «μη μου άπτου» σηκώθηκε να πάει τουαλέτα.
«Πάω να πάρω σοκολάτα» μου λέει ο μικρός κι έφυγε προς το κυλικείο.
«Περίμενε, εδώ είναι ακριβά, έχεις λεφτά ή θα την κλέψεις κι αυτήν?»
Γύρισε κρατώντας μια τεράστια Toblerone. «Πήρα μια μεγάλη για να τη φάμε μαζί».
«Δε μπορείς να τη φας εδώ μέσα! Είναι τυλιγμένη με αυτό το πράγμα σαν αλουμινόχαρτο, θα κάνεις θόρυβο.»
«Ε και?»
«Η τύπισσα δίπλα είναι από αυτές τις μη μου άπτου που δε μπορούν τους θορύβους.»
«Τις ποιες?»
Χτύπησε το τρίτο καμπανάκι κι η αυλαία άνοιγε.
«Απλά μην κάνεις θόρυβο.»
Πέντε λεπτά αφότου είχε αρχίσει το δεύτερο μέρος ακούω το πρώτο χριτς χρατς από το αλουμινόχαρτο. Ο μικρός έκανε φιλότιμες προσπάθειες να ξετυλίγει τη σοκολάτα τις στιγμές που το κοινό ξέσπαγε σε γέλια ή ακουγόταν πολύ δυνατά η μουσική της παράστασης για να καλύπτει τον θόρυβο αλλά δεν τα κατάφερνε όλες τις φορές κι έβγαινε εκτός συγχρονισμού οπότε με το πρώτο χριτς που άκουγα στο δεξί μου αυτί, έβλεπα με την άκρη του αριστερού μου ματιού τη μη μου άπτου να γυρίζει να τον κοιτάζει αγριεμένα.
Βούλιαξα στο κάθισμά μου και διασκέδαζα με αυτό που συνέβαινε τριγύρω μου. Από εκείνη την παράσταση δε θυμάμαι τίποτα.
Έχω τύχει και σε παράσταση όπου συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Οι ηθοποιοί ενθάρρυναν το κοινό να συμμετέχει, να γιουχάρει και να φωνάζει όσο θέλει ενώ στην είσοδο σου έδιναν χαρτιά υγείας και νεροπίστολα να πετάς κατά τη διάρκεια. Ήταν το Rocky Horror show με τον Πασχάλη Τσαρούχα και τη Θεοφανία Παπαθωμά κι ένα θίασο από φρικιά και στριπτιτζούδες. Ο Τσαρούχας ντυνόταν drag queen κι η Θεοφανία έβγαζε όλη την παράσταση με ένα νυχτικό, τόσο στενό που στοιχημάτιζες σε πόσα λεπτά θα πεταγόταν το βυζί της απέξω και ποιανού το μάτι θα έβγαζε η ρώγα.
Μη μου άπτου δεν υπήρχε κανείς στο κοινό. Υπήρχε όμως πάνω στη σκηνή… Σε μια φάση που ο Τσαρούχας πεθαίνει, είχε ξαπλώσει κάτω στο πάτωμα και κείτονταν μπροστά στο κοινό, νεκρός υποτίθεται. Κάποιοι από την πρώτη σειρά τού έριχναν με το νεροπίστολο. Οπότε σε μια φάση, ανασταίνεται, σηκώνεται τσαντισμένος και γυρίζει και τους λέει: «Κόφτε το ρε!» και μετά ξαπλώνει και συνεχίζει να κάνει τον πεθαμένο!
Μια άλλη φορά είχα κερδίσει εισιτήρια για μια παράσταση κάπου στα Εξάρχεια με τίτλο: «Ο Διάβολος ήταν γυναίκα». Ασφυκτικά μικρό το θέατρο και η εξέδρα που καθόμασταν ήταν τόσο κοντά στη σκηνή που οι ηθοποιοί σε κοιτούσαν στα μάτια λες και μιλούσαν σε σένα. Κωμωδία το έργο, αρκετά καλό. Στο τέλος όμως, μια από τους ηθοποιούς είχε έναν σοβαρό μονόλογο. Φώναζε και οδυρόταν και τα έλεγε ακριβώς μπροστά μου σε απόσταση τριών μέτρων κοιτώντας με στα μάτια. Ή έτσι νόμιζα τελοσπάντων. Οπότε από την αμηχανία με έπιασε νευρικό γέλιο! Φαντάσου να έχω την άλλη απέναντί μου να δίνει την παράσταση της ζωής της, να κλαίει και να χτυπιέται κι εγώ να κοπανιέμαι και να δακρύζω προσπαθώντας να πνίξω το γέλιο! Νομίζω αχρήστευσα ένα νεφρό εκείνη τη μέρα. Και πιθανότατα την έκανα να θέλει να σταματήσει το θέατρο και να ακολουθήσει καριέρα στο τραγούδι.
Πριν κανά δίμηνο πήγα σε μια άλλη παράσταση, Τα Μάτια Τέσσερα. Ήταν μόνο 40 λεπτά, έπαιζαν γνωστοί ηθοποιοί κι είχε θέμα επίκαιρο για ένα κορίτσι που πυροβολήθηκε από έναν αστυνομικό και το σενάριο ήταν προφητικό γιατί είχε γραφτεί πριν τη δολοφονία του Αλέξη στα Εξάρχεια. Ασφυκτικά μικρό το θέατρο κι εδώ, αλλά ήταν συγκλονιστικό σαν παράσταση, σου καθόταν στο στομάχι και σου ερχόταν στο μυαλό όταν ξύπναγες μες στη νύχτα. Σκηνή δεν υπήρχε, τα καθίσματα ήταν στο ίδιο επίπεδο με τους ηθοποιούς κι ένιωθες λες και παίζεις κι εσύ. Η παράσταση ήταν φτιαγμένη για να σε σοκάρει. Σε μένα το κατάφερε.
Η τελευταία θεατρική παράσταση όπου πήγα ήταν το Caveman την προηγούμενη Παρασκευή. Η μακροβιότερη solo παράσταση του Broadway μεταφράστηκε και προσαρμόστηκε στα ελληνικά δεδομένα, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης ολομόναχος πάνω στη σκηνή αναλύει τις σχέσεις αντρών και γυναικών. Με πήρε λοιπόν θηλυκή συντροφιά και με τραβολόγησε εκεί.
Ανεβάζοντας 20 πίεση και σιχτιρίζοντας καθώς προσπαθούσαμε να βρούμε μια θέση πάρκινγκ στο Παγκράτι φτάνουμε τελικά στο ταμείο του θεάτρου.
«Θα σας βάλω πρώτη σειρά» μας λέει χαμογελώντας πονηρά η ταξιθέτρια.
«Ωχ γιατί? Μήπως για να μας μιλάει?» ρώτησε το κορίτσι υποψιασμένο γιατί κάπου είχαμε ακούσει ότι είναι interactive, ο ηθοποιός μιλά και με το κοινό.
«Όοοοχι, όοοχι» μας απάντησε συγκαταβατικά «απλά βάζουμε όμορφα νέα πρόσωπα μπροστά μπροστά. Μπορεί να σας μιλήσει και λίγο, τι πειράζει».
Τι ήθελε και το είπε αυτό? Την υπόλοιπη μισή ώρα μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση την πέρασα σκεφτόμενος αν θα με σηκώσει πάνω στη σκηνή, αν θα τρέμουν τα χέρια μου, αν θα βγει φωνή από το ήδη στεγνωμένο λαρύγγι μου καθώς θα με κοιτάζει όλο το θέατρο χαχανίζοντας απορημένο τι ζαβό είναι αυτό που ανέβηκε πάνω. Τέτοιο άγχος δεν είχε ούτε ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης στην πρεμιέρα.
Η ώρα έφτασε και πήγαμε και κάτσαμε μπροστά μπροστά στο μέσον της πρώτης σειράς.
«Μα καλά, γιατί δε βγάζεις το μπουφάν σου?» με ρώτησε το κορίτσι.
«Αν είναι να ανέβω πάνω στη σκηνή, θέλω να ανέβω με το δερμάτινο φαίνομαι πιο ωραίος».
«Βγάλτο ρε άνθρωπε, θα βγάλεις τη μπέμπελη!»
Υπάκουσα.
Μετά από λίγο με ρωτάει «Θες να πάρουμε τίποτα να τσιμπολογάμε?»
«Μπα άσε μωρέ, θα μας μιλάει ο άνθρωπος κι εμείς θα μασουλάμε χρατς χρουτς, άστο είμαστε και πρώτη σειρά». Δεν ήθελα να ανέβω στη σκηνή και να έχω κομμάτια από πατατάκια στα δόντια μου.
Το τρίτο καμπανάκι χτύπησε, τα φώτα έσβησαν τελείως κι έπαιξε ένα εισαγωγικό βιντεάκι για την παράσταση. Μόλις τελείωσε βγήκε ο Βλαδίμηρος κάτω από ένα σύννεφο χειροκροτημάτων, τα φώτα στη σκηνή άναψαν κι η παράσταση ξεκίνησε.
Το μειονέκτημα του να βρίσκεσαι πρώτη σειρά ήταν ότι αναγκαζόσουν να ξαπλώσεις τελείως στο κάθισμά σου για να μπορείς να βλέπεις τον ηθοποιό, ο οποίος περπατούσε μέχρι την άκρη της σκηνής και στην ουσία βρισκόταν ακριβώς από πάνω σου. Εντωμεταξύ με το φωτισμό που υπήρχε, φωτιζόταν η σκηνή και οι δύο πρώτες σειρές. Έτσι ένιωθα λες και ήμουν ξαπλωμένος, με όλα τα φώτα καταπάνω μου κι έναν τύπο σαν μπάστακας να είναι έτοιμος να με ρωτήσει ανά πάσα στιγμή. Πραγματικός εφιάλτης.
Δεν είχαν περάσει 5 λεπτά κι ο ηθοποιός έπιασε την κουβέντα με έναν τύπο που βρισκόταν 4 άτομα παραδίπλα στα δεξιά μου. Να ταααα, δε το γλιτώνουμε σκέφτηκα. Μετά από 5 λεπτά άρχισε και μίλαγε με έναν 3 άτομα στα αριστερά μου. Ο κλοιός στένευε. Πάσχιζα να κρατηθώ συγκεντρωμένος σε αυτά που έλεγε, μην τυχόν με ρωτήσει κάτι και καταλάβει ότι δεν τον προσέχω. Θα ξεφτιλιστώ σε όλο το θέατρο. Ούτε στα προφορικά της νευρολογίας δεν ένιωθα έτσι.
Ο ηθοποιός πηγαινοερχόταν, μιλούσε, φώναζε, ανέλυε σχέσεις αντρών και γυναικών, έδινε ρεσιτάλ. Τα λεπτά περνούσαν κι εμένα ακόμα να μου μιλήσει κι άρχισα να νιώθω παρεξηγημένος. Τι καλύτερο έχουν οι άλλοι και τους έπιασε την κουβέντα κι εμένα με άφησε στην απέξω? Δεν του γεμίζω το μάτι? Δε μπορώ δηλαδή εγώ να συνεχίσω τα καλαμπούρια του?
Κι εκεί που είχα αποφασίσει να του θυμώσω και να μην ξαναγελάσω με αστείο του, έρχεται από πάνω μου στο εντελώς άσχετο και κάτι με ρωτάει, κάτι του στυλ «Έχω δίκιο φίλε μου?». Σοκαρίστηκα, με είχε πιάσει απροετοίμαστο παναθεμά τον! Φωνή δε βγήκε, του έγνευσα απλά ένα ναι με το κεφάλι, ενώ πετάχτηκε μία από πίσω και του φώναξε: «Δίκιο έχεις!»
«Ορίστε, άντρα ρώτησα, γυναίκα απάντησε» είπε ο ηθοποιός. «Μιλήστε βρε μην τις φοβάστε!».
God damn it, ήθελα να γυρίσω να δω ποια ήταν η σκύλα που πετάχτηκε και μου έκλεψε την παράσταση. That was my line, bitch! Από κει κι έπειτα έπαψα να αγχώνομαι για το αν θα μου ξαναμιλήσει κι άρχισα από μέσα μου να σκέφτομαι τι έξυπνο θα μπορούσα να του είχα απαντήσει, έπαιζα όλα τα πιθανά σενάρια στο μυαλό μου φανταζόμουν το κοινό να ξεκαρδίζεται με τις ατάκες μου, το κορίτσι δίπλα μου να με έχει ερωτευτεί παράφορα, ο ηθοποιός να μου σφίγγει το χέρι και να μου κάνει πρόταση να πρωταγωνιστήσουμε.
Μ’αυτά και μ’αυτά και με τις τόσες σκέψεις είχα χάσει τη μισή παράσταση.
Η ώρα του phantom δεν είχε τελειώσει όμως. Κάπου λίγο πριν το τέλος του πρώτου μέρους με ξαναρώτησε κάτι, έλεγε για το πώς οι γυναίκες καταπιέζουν τους άντρες οπότε γυρίζει και μου λέει: «Τα λέω καλά?».
Αυτή τη φορά όμως ήμουν προετοιμασμένος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, σε πλήρη ετοιμότητα να ξεδιπλώσω το υποκριτικό ταλέντο μου και να δείξω σε όλους πόσο ετοιμόλογος είμαι. Έτσι άνοιξα το στόμα μου και απάντησα…
«Ναι!»
Αυτό. Μόνο.
«Βεβαίως και τα λέω καλά…» συνέχισε ο ηθοποιός κι άρχισε πάλι να λέει τα δικά του. My moment has gone. Τα 15 δέκατα (του δευτερολέπτου) διασημότητας που μου αντιστοιχούν τα έζησα.
«Πολύ καλά του είπες, μπράβο» μου ψιθύρισε το κορίτσι στο αυτί.
«Κοίτα, ήθελα να του πω κι άλλα, αλλά σκέφτηκα ντάξει μωρέ άστον μην τον κομπλάρω, δική του είναι η παράσταση».
Κούρνιασα στο κάθισμα κι από κει κι έπειτα χαλάρωσα. Δεν παίζει να μου ξαναέδινε το λόγο ο ηθοποιός ακόμα κι αν τον απειλούσες με πιστόλι. Οπότε παρακολούθησα την υπόλοιπη παράσταση χωρίς σκέψεις επικείμενης διαπόμπευσης κι εξευτελισμού μπροστά σε τόσα άτομα.
Γιαυτό σου λέω, είναι βασανιστική εμπειρία τα θέατρα. Σεφερλής και πάλι Σεφερλής!
Υ.Γ. Επειδή το ποστ αυτό αφορούσε τα θεάματα, κι επειδή η γνώση έχει αξία μόνο όταν τη μοιράζεσαι, ορίστε ένα λινκ που ανακάλυψα μετά από επίμονη ενδελεχή έρευνα για να δεις τα αυθεντικά βίντεο με τα όργια των γιατρών στα νοσοκομεία. Οι διάλογοι έχουν πολύ γέλιο! Αν ενδιαφέρεσαι κάνε κλικ εδώ
Comments(12)














