Όταν πήγαινα Ά Γυμνασίου το σχολείο μας είχε επιλεχθεί να πάρει μέρος σε ένα παιδικό τηλεπαιχνίδι. Επειδή ήμουν το πιο φυτουκλάκι του σχολείου κι επειδή ο πατέρας μου είχε βοηθήσει το διευθυντή να πάρει τη σύνταξη επιλέχθηκα εγώ ως αρχηγός της «αποστολής». Έπρεπε να διαλέξω άλλους 3 οπότε επέλεξα την άλλη απουσιολόγο της τάξης (και παιδικό έρωτα), τον κολλητό μου, ενώ άφησα στoν παιδικό έρωτα το ελεύθερο να διαλέξει το τέταρτο μέλος και πήρε την κολλητή της.
Ψιλομούφα η υπόθεση στο τηλεπαιχνίδι, τις μισές απαντήσεις μάς της είχαν πει από πριν, ενώ μπροστά στα φώτα και τις κάμερες με είχε πιάσει τέτοια νευρικότητα που έκανα γύρω στα δέκα διαφορετικά νευρικά τικ λες και ήμουν επιληπτικός και με είχε πιάσει κρίση.
Κανένα τηλεπαιχνίδι όμως δε συγκρίνεται με τη στιγμή της επίσκεψης στους θαλάμους των ασθενών στο νοσοκομείο ειδικά όταν γίνεται υπό την επίβλεψη ενός συγκεκριμένου καθηγητή ο οποίος είναι και διευθυντής της κλινικής. Η κλινική είναι η παθολογική. Το νοσοκομείο φυσικά δε θα το αναφέρω.
Η επίσκεψη στους θαλάμους ξεκινά γύρω στις 9 με 9.30. Οι επιμελητές, οι ειδικευόμενοι και οι φοιτητές μαζεύονται μπούγιο και πηγαίνουν από θάλαμο σε θάλαμο κι από κρεβάτι σε κρεβάτι για να ελέγξουν την πορεία κάθε περιστατικού. Μια φορά στις δυο βδομάδες, μια μέρα που δεν τη γνωρίζει κανείς, στην επίσκεψη παρευρίσκεται και ο διευθυντής της κλινικής. Ο οποίος συμπεριφέρεται σαν παρουσιαστής σε τηλεπαιχνίδι. Διαλέγει κάποιον (συνήθως στην τύχη ή με κριτήρια που μόνο αυτός γνωρίζει) και τον ρωτάει διάφορα σχετικά ή άσχετα με το περιστατικό. Ουαί κι αλλοίμονο έτσι κι απαντήσεις μαλακία. Καλύτερα να δηλώσεις άγνοια παρά να πετάξεις κοτσάνα.
Οι φοιτητές έχουμε αναπτύξει τεχνικές καμουφλάζ για να αποφεύγουμε τις ερωτήσεις του και να εξοστρακίζουμε αλλού την προσοχή του. Μένουμε πίσω πίσω, στεκόμαστε κρυμμένοι πίσω από καλοριφέρ ή κάποιον μεγαλόσωμο, χωνόμαστε κάτω από κουρτίνες, προσποιούμαστε πως ελέγχουμε τον ορό, κάνουμε πως διαβάζουμε το φάκελο του ασθενή ή κρατάμε σημειώσεις, γενικά το παίζουμε απασχολημένοι, we blend in with the environment ενώ μουσάκια, περίεργα γυαλιά, φανταχτερά ρούχα, κουρέματα που τραβάνε την προσοχή, έντονα αρώματα κι άλλα παρόμοια που χτυπάνε στο μάτι και θα έδιναν την αφορμή στον καθηγητή να σε προσέξει όλα απαγορεύονται.
Δε βήχουμε, δε φτερνιζόμαστε, δεν κάνουμε ερωτήσεις. Γενικά θα μιλήσουμε μόνο αν ερωτηθούμε ή αν πιάσει φωτιά το νοσοκομείο και πρέπει να φωνάξουμε «Φωτιάαα!» για να σώσουμε τις ζωές μας. Αλλιώς φερόμαστε σαν να μην υπάρχουμε.
Σε αυτή την κλινική έχω τελειώσει τα μαθήματα αλλά χρώσταγα 2 εφημερίες που έπρεπε να συμπληρώσω για να μπορέσω να δώσω το μάθημα στην τωρινή εξεταστική, οπότε πήγα να τις παρακολουθήσω χθες και σήμερα. Για κακή μου τύχη (όχι πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό στο σύμπαν του phantom όπου όλα πάνε όπως δεν τα θες) χθες στην επίσκεψη κατέβηκε κι ο διευθυντής.
Οι τεχνικές καμουφλάζ και το Πάτερ Ημών που έλεγα από μέσα μου δεν απέδωσαν, και στο δεύτερο ασθενή που επισκεφτήκαμε ο διευθυντής με ρώτησε καναδυο ερωτήσεις αλλά ευτυχώς γνώριζα την απάντηση, οπότε ο γύρος μου στο τηλεπαιχνίδι είχε τελειώσει. Πήγε στους επόμενους παίκτες.
Η επίσκεψη προχωρούσε κι ο διευθυντής φαινόταν να μην έχει πολλά κέφια για ερωτήσεις και κατσάδιασμα των φοιτητών κι ειδικευομένων οπότε γρήγορα γρήγορα φτάσαμε στον τελευταίο θάλαμο. Στο πρώτο κρεβάτι καθόταν ένα αποστεωμένο γεροντάκι που δεν ξεχώριζες καλά καλά αν ήταν άνθρωπος. Ήταν κουλουριασμένος κάτω από μια χοντρή μάλλινη κουβέρτα και το μόνο σημάδι ότι ήταν ανθρώπινο όν αυτό το κουβάρι από σάρκα και οστά ήταν τα ρίγη που τον έπιαναν κάτι στιγμές εξαιτίας του υψηλού πυρετού. Είχε εισαχθεί το προηγούμενο βράδυ, τον είχε φέρει το ασθενοφόρο σε αυτή την άσχημη κατάσταση επειδή είχε υποτροπιάσει μια παλιά οστεομυελίτιδα.
Ο διευθυντής ζήτησε το φάκελο του ασθενούς. Μια μουρμούρα ξέσπασε στους ειδικευόμενους και στους φοιτητές. Αρχίσαμε να ψάχνουμε τριγύρω με νευρικές κινήσεις, ποιός είχε το φάκελο? Πανικόβλητοι που δε μπορούσαμε να τον βρούμε αρχίσαμε να παίζουμε την κολοκυθιά, εσύ τους πήρες τους φακέλους, ναι αλλά εσύ τους άφησες στο γραφείο χτες, οι ειδικευόμενοι τα είχαν βάλει με τους φοιτητές κι οι φοιτητές με τις νοσοκόμες ενώ όλοι ρίχναμε κλεφτές ματιές στο διευθυντή που σιγόβραζε από θυμό κι έδειχνε πως μια καταιγίδα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει.
«Βρείτε μου τον φάκελο αμέσως κύριοι» είπε με σφιγμένα δόντια και συγκρατημένο θυμό ο διευθυντής.
Ακροβολιστήκαμε στο γραφείο των γιατρών, στους προηγούμενους θαλάμους μήπως τον αφήσαμε εκεί, στην αίθουσα αναμονής, στις τουαλέτες, πουθενά ο φάκελος. Ο διευθυντής δε θα ανεχόταν τέτοια δυσλειτουργία στην κλινική του, ειδικά όταν την προηγούμενη βδομάδα είχε γίνει πάλι μπάχαλο με κάτι χαμένα ιστορικά.
«Ποιος ήταν ο εφημερεύων χθες βράδυ? Να έρθει μπροστά μου».
Πλησίασε ένας ειδικευόμενος και στάθηκε μπροστά του.
«ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΚΟΥΝΗΣΟΥΜΕ ΡΟΥΠΙ ΑΠΟ ΕΔΩ ΑΝ ΔΕ ΜΟΥ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΦΑΚΕΛΟ! ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ ΕΔΩ ΜΕΣΑ!» του φώναξε ο διευθυντής κι από τα νεύρα του κλώτσησε το πόδι του κρεβατιού όπου ήταν ξαπλωμένος ο αποστεωμένος γεράκος. Τραντάχτηκε όλο το κρεβάτι κι ο γεράκος σαν να ξύπνησε από την ημικωματώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω του με απορία όλο τον κόσμο που είχε μαζευτεί από πάνω του.
Ο διευθυντής δεν τον αντιλήφθηκε και ξαναφώναξε «ΠΟΥ ΒΑΛΑΤΕ ΤΟΝ ΦΑΚΕΛΟ?», οπότε ο γεράκος τρομαγμένος και νομίζοντας ότι ο διευθυντής αναφέρεται σαυτόν γυρίζει και του απαντά «Να με συμπαθά η αφεντιά σου, το ξέχασα ψυχή μου και δεν πρόκανα να στον ετοιμάσω τον φάκελο!!!»
Ο διευθυντής αντιλήφθηκε το παράλογο της όλης κατάστασης, he gave it a rest και προχωρήσαμε στα επόμενα κρεβάτια. «Ας πάει ένας φοιτητής στον τρίτο όροφο να κοιτάξει αν είναι εκεί ο φάκελος γιατί μπορεί να τον κράτησε ο γιατρός που τον εισήγαγε χθες βράδυ».
Πριν καν ολοκληρώσει την πρότασή του είχα βγει από το θάλαμο και κατευθυνόμουν για τον τρίτο κάτω από τα βλέμματα ζήλιας των υπόλοιπων φοιτητών που δεν είχαν τόσο γρήγορα αντανακλαστικά κι έπρεπε να κάτσουν και να υποστούν την υπόλοιπη επίσκεψη και τις ερωτήσεις του καθηγητή.
Έφτασα στο ασανσέρ. Το ασανσέρ του νοσοκομείου συνήθως είναι φίσκα από κόσμο κι επειδή μετά από χρόνια πατήματος τα κουμπιά ανόδου και καθόδου έχουν ξεθωριάσει και δεν τα ξεχωρίζεις, όποιος θέλει να το καλέσει τα πατά και τα δύο με αποτέλεσμα να σταματά σε κάθε όροφο είτε πας πάνω είτε κάτω και να γίνεται μπάχαλο. Τον τελευταίο μήνα έβαλαν έναν επιστάτη να το λειτουργεί. Είναι το ανέκδοτο του νοσοκομείου, υποτίθεται πως είναι υπεύθυνος για το ασανσέρ αλλά έχει δηλώσει πως έχει κλειστοφοβία οπότε αντί να μπαίνει μέσα και να πατάει τα κουμπιά κάθεται σε μια καρεκλίτσα απέξω! Το μόνο που ρωτάει είναι αν πας πάνω ή κάτω, ενώ δεν αφήνει να μπουν πάνω από 6 άτομα.
Περίμενα τη σειρά μου και όταν ήρθε η ώρα, μπήκα μέσα κι αμέσως πίσω μου μπήκε κι ένας επιμελητής της χειρουργικής. Πολύ ογκώδης άνθρωπος, προσπάθησε να στριμωχτεί όπως όπως στο ασανσέρ αλλά η μεγάλη κοιλιά του προεξείχε στο φωτοκύτταρο της πόρτας κι η πόρτα δεν έκλεινε. Ο επιμελητής δε φορούσε ποδιά, μόνο ένα κοστούμι όπου η γραβάτα διέγραφε μια καμπύλη πάνω στην κοιλιά του κι ο επιστάτης δεν είχε αναγνωρίσει ότι πρόκειται για γιατρό του νοσοκομείου.
«Το ασανσέρ είναι υπερφορτωμένο, παρακαλώ ο τελευταίος να βγει έξω» είπε ο επιστάτης από την καρέκλα του.
Ο παχύς επιμελητής δεν κουνήθηκε.
«Ο κύριος που μπήκε τελευταίος να βγει έξω» συνέχισε ο επιστάτης, ενώ ο επιμελητής γιατρός τον κοιτούσε επίμονα μπας και τον αναγνωρίσει ο επιστάτης και θυμηθεί ότι είναι γιατρός στο νοσοκομείο.
«Ο χοντρός με το γκρι κοστούμι να βγει έξω!» συνέχισε χαλαρός ο επιστάτης.
«Α να χαθείς ανάγωγε, πώς μιλάς έτσι, είμαι καθηγητής στο νοσοκομείο εγώ!»
Επειδή η κατάσταση ξέφευγε βγήκα από το ασανσέρ παραχωρώντας στην ουσία τη θέση μου στον καθηγητή ενώ μουρμούρισα ότι δε με πειράζει, θα πάρω το επόμενο. Η οργή του επιμελητή στράφηκε πάνω μου.
«Εσύ βρε, κανένα σεβασμό δεν έχεις για τους μεγαλύτερους, έπρεπε να στο πούμε για να κατέβεις? Φοιτητής είσαι και φοράς ποδιά?». Η πόρτα του ασανσέρ έκλεινε εξαφανίζοντας τη συνέχεια της φράσης «αν σε πετύχω σε καμία έξεταση θα…»
Πήγα στον τρίτο με τα πόδια, τελικά ο διευθυντής είχε δίκιο τον χαμένο φάκελο τον είχε όντως ο γιατρός που τον εισήγαγε. Τον πήρα και γύρισα με τα πόδια στο θάλαμο που βρίσκονταν οι υπόλοιποι. Ο διευθυντής με το μπούγιο των ειδικευομένων και των φοιτητών είχαν προχωρήσει στο τελευταίο κρεβάτι του θαλάμου. Πλησίασα αθόρυβα, μουρμούρισα «ορίστε ο φάκελος που ζητήσατε», του τον έδωσα και πήγα να απομακρυνθώ.
«Εξετάστε αν θέλετε αυτόν τον ασθενή» μου λέει. Damn it! Είχα τραβήξει την προσοχή. Δεν έπρεπε να είχα τρέξει να φέρω τον φάκελο. Το μπούγιο άνοιξε δρόμο για να περάσω και να πλησιάσω τον ασθενή.
Ήταν ένας παππούς που είχε χειρουργηθεί πριν 2 μέρες. Άρχισα επισκόπηση, ακρόαση καρδιάς και μόλις πήγα να κάνω ψηλάφηση ξεκινώντας από τους τραχηλικούς λεμφαδένες διέκρινα μεγάλη δυσκαμψία στον αυχένα του. Προσπαθούσα να τον κάνω να σηκωθεί αλλά ήταν σκληρός σαν σανίδα.
«Έχετε πυρετό ή πονοκέφαλο?» τον ρωτάω. Όχι, έλεγε.
«Γιατί τι παρατηρήσατε?» με ρωτάει ο διευθυντής.
«Έντονη δυσκαμψία στον αυχένα.»
«Ο ασθενής έχει χειρουργηθεί για κήλη, το σύμπτωμα που μου περιγράφετε τώρα είναι άσχετο».
Κι όμως, ο αυχένας του ήταν μπαστούνι, δε σηκωνόταν με τίποτα ο παππούς.
«Μπορεί να είναι επιπλοκή από μόλυνση στο χειρουργείο. Ή μηνιγγίτιδα που μπορεί να κόλλησε από τον άλλο παππού δυο δωμάτια πιο δίπλα». Χαρακτηριστικό της μηνιγγίτιδας είναι ο δύσκαμπτος αυχένας, αλλά μόνο αν συνοδεύεται με πυρετό που ο παππούς δεν είχε.
«Σίγουρα δεν έχετε πυρετό? Μήπως έχετε κάποιο άλλο σύμπτωμα? Αν κρύβετε κάτι, καλό είναι να το πείτε, μη μας φοβάστε!» του είπα.
Ο διευθυντής πλησίασε κι έσπρωξε με δύναμη τον παππού στο πλάι να σηκωθεί. Κάτω από το σεντόνι του ήταν δυο πακέτα τσιγάρα.
«Δεν έχουμε πει κομμένο το κάπνισμα εδώ μέσα κύριε Τ.?» είπε ο διευθυντής. «Γιαυτό δεν κουνιόταν παιδί μου» γυρίζει και μου κάνει «δεν είχε δύσκαμπτο αυχένα απλά σφιγγόταν να μείνει ακίνητος για να μην ανακαλύψουμε τα πακέτα!»
Με αυτόν τον ασθενή τελείωσε το τηλεπαιχνίδι.
Αυτά χθες, μετά την επίσκεψη στους ασθενείς και τα κουίζ ερωτήσεων η υπόλοιπη μέρα ήταν βαρετή. Η σημερινή δεύτερη εφημερία ήταν πάλι πρωινή αλλά δε θα γινόταν στους θαλάμους, αλλά κάτω στα επείγοντα της χειρουργικής, όπου θα βοηθούσαμε με κανα καρδιογράφημα, καμιά γάζα ή ράμματα.
Κόσμος πολύς στα επείγοντα αλλά στην ουσία τίποτα σοβαρό. Ανάμεσα στα δεκάδες καρδιογραφήματα που με έβαλαν να κάνω (πολύ βαρετή δουλειά-απλά βάζεις 5 βεντούζες γύρω από την καρδιά και κάτι μανταλάκια σε χέρια πόδια) είδα ένα περιστατικό με ένα τεριέ που είχε δαγκώσει την αφεντικίνα του κι η οποία είχε μπουκάρει φουριόζα στα επείγοντα να της κάνουμε αντιλυσσικό εμβόλιο και «να δώσουμε κι ένα lexotanil στο σκύλο» όπως έλεγε. Το lexotanil φυσικά το πήρε αυτή. Μας αγγάρεψαν να αλλάξουμε γάζες σε ένα ζητιάνο με σημάδια άρχουσας σήψης στο πόδι του (που μύριζε πολύ άσχημα κι έβγαζε πύον από σχεδόν παντού) και μετά για κανα μισάωρο μας είχαν βγάλει στο διάδρομο να μοιράζουμε χαρτάκια προτεραιότητας γιατί πάλι τα είχε δει κωλυόμενα το μηχάνημα με τα χαρτάκια και δε δούλευε.
Προς το μεσημέρι έσκασαν μερικοί τραυματίες από μια ελαφριά καραμπόλα κάπου στην Αλεξάνδρας. Ένας ήταν σχετικά βαριά και τον έστειλαν κατευθείαν στο ΚΑΤ, οι υπόλοιποι είχαν απλές εκδορές αλλά τους έφεραν στο νοσοκομείο μας μιας κι ήμασταν το πιο κοντινό για να αξιολογήσουμε την κατάστασή τους. Ήταν σύνολο καμιά δεκαριά όλοι αυτοί από την καραμπόλα. Οι περισσότεροι χρειάζονταν μόνο να ξεπλύνουμε μερικές εκδορές και γρατζουνιές με ιώδιο.
Μια γιαγιά καθόταν ήσυχη σε ένα φορείο μόνη της, με μια γάζα γύρω από το κεφάλι της να καλύπτει το μάτι της και παραδίπλα καθόταν ένας νεαρός μόνος του που κράταγε το μηρό του. Πήγε η συμφοιτήτρια Ε. στη γιαγιά, την έβλεπα με την άκρη του ματιού μου να την ξαπλώνει, να της μετράει την πίεση και σιγά σιγά να ξεδιπλώνει τη γάζα που κάλυπτε το μισό κεφάλι και το μάτι της γιαγιάς. Γύρισα στις γρατζουνιές που ξέπλενα μέχρι που νιώθω την Ε. να με σκουντάει. Όσο κι αν δε συμπαθιόμαστε με αυτή την κοπέλα, πάντα αλληλοβοηθιόμασταν στα δύσκολα.
«Πάει το μάτι, πάει το μάτι!» έλεγε αηδιασμένη. «Φωνάξτε γρήγορα οφθαλμίατρο, η ασθενής έχει ρήξη οφθαλμικού κόγχου!»
Φοβόταν να ξαναπάει στη γιαγιά. Βρήκαμε τον κοντινότερο καθηγητή και του το είπαμε.
Πλησίασε άνετος στη γιαγιά.
«Ήσασταν κι εσείς στην καραμπόλα που έγινε?» της λέει.
«Την ποια?» ρώτησε η γριά.
«Στο ατύχημα με τα αυτοκίνητα» της φώναξε. «Ήσασταν κι εσείς?»
«Ποιο ατύχημα καλέ. Μένω εδώ δίπλα κι έρχομαι καμιά φορά και μου μετράνε την πίεση.»
«Καλά και το μάτι σας τι έπαθε?» της λέει, ξεδιπλώνοντας τις γάζες της για να το δει.
«Πάνε είκοσι χρόνια που το έχασα κι από τότε φοράω γυάλινο αλλά χθες βράδυ το έβγαλα πριν κοιμηθώ κι επειδή έχει μπελά να το πλένεις κάθε μέρα σήμερα δεν το έβαλα!!!»
Το βλέμμα που έριξε ο καθηγητής στη συμφοιτήτρια έσταζε φαρμάκι…
Ο νεαρός που περίμενε δίπλα στη γιαγιά με το βγαλμένο μάτι ακόμα να εξυπηρετηθεί από κάποιον γιατρό. Όλοι ασχολιόντουσαν με μια 40αρα που είχε πάθει κρίση υστερίας κι έβριζε όλους τους γιατρούς ότι είναι άσχετοι επειδή μόλις της έκαναν ράμματα στο πόδι, βγήκε έξω γλίστρησε κι έπεσε και της άνοιξαν τα ράμματα. Ήταν καθηγήτρια φιλόλογος έλεγε κι έπρεπε να τη σεβαστούν. Είχε δημιουργήσει τέτοια αναστάτωση που κανείς γιατρός δε μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του κι ο κόσμος στην αίθουσα αναμονής στα επείγοντα μαζευόταν ουρά.
Όταν την ηρέμησαν και ησύχασε λίγο το μέρος, πήγα στο νεαρό που καθόταν ξεχασμένος στο φορείο στην άκρη του δωματίου των επειγόντων.
«Καλά πόση ώρα περιμένεις εσύ?» του λέω.
«Ε αφού είχατε κι άλλα σοβαρά περιστατικά» μου είπε γεμάτος υπομονή.
«Αν η υστερία και η γκρίνια είναι σοβαρό περιστατικό τότε ναι είχαμε».
«Είδα ότι γινόταν πανικός και δεν ήθελα να προσθέσω κι εγώ στην αναστάτωση.»
Ο νεαρός μπροστά μου φαινόταν να έχει μεγαλύτερη παιδεία από την καθηγήτρια που ωρυόταν λίγα λεπτά πιο πριν.
«Δυστυχώς έτσι λειτουργούν στις δημόσιες υπηρεσίες.» του λέω. «Για να εξυπηρετηθείς πρέπει να γκρινιάξεις στον άλλον, να του σπάσεις τα νεύρα και τότε αυτός θα σε εξυπηρετήσει για να σε ξεφορτωθεί. Το μεγαλύτερο δίκιο το έχει αυτός που φωνάζει πιο δυνατά».
Δεν είχε κουράγιο ούτε να χαμογελάσει. Κοιτάζοντάς τον καλύτερα είδα πως ήταν πολύ χλωμός, ενώ τον είχε λούσει ιδρώτας. Φορούσε βρώμικα παλιά ρούχα, λερωμένα με πιτσιλιές από ασβέστη. Κρατούσε πολύ σφιχτά στην έσω πλευρά του μηρού του μια μουσκεμένη πετσέτα από αίμα, η οποία έσταζε αίμα στο πάτωμα.
«Τι συνέβη?»
«Στην οικοδομή, ξεκόλλησαν κάτι σιδεριές και καθώς πήγα να τις αποφύγω μία από αυτές με έκοψε στο πόδι.»
«Άσε με να δω» του λέω και του απομακρύνω το μαντήλι από τον μηρό του.
Κόντεψα να λιποθυμήσω. Το τραύμα δεν ήταν μεγάλο σε μήκος αλλά πολύ βαθύ. Πρέπει να είχε φτάσει μέχρι τη μηριαία αρτηρία, γιατί μόλις απομάκρυνα την πετσέτα ένας πίδακας αίματος πετάχτηκε στην ποδιά μου, ο νεαρός άσπρισε κι άλλο από την ξαφνική απώλεια αίματος η οποία πρέπει να έριξε πολύ την πίεση γιατί άρχιζε να χάνει τις αισθήσεις του, λιποθύμησε κι έπεσε πίσω από το φορείο.
Βλέποντας το αίμα να πλημμυρίζει μου κόπηκαν τα γόνατα. Άρπαξα όσες γάζες βρήκα τριγύρω, τις πίεσα στο τραύμα και φώναξα να έρθει κάποιος άμεσα. Στο δευτερόλεπτο είχαν έρθει δυο νοσοκόμοι, τον έβαλαν σε ένα φορείο και τον έστειλαν μέσα στο χειρουργείο.
Στεκόμουν όρθιος, ακίνητος και παγωμένος με τρεμάμενα χέρια και ματωμένη ποδιά κοιτώντας το σημείο όπου πριν λίγο καθόταν ο ευγενικός νεαρός. Με πλησίασε η Ε. από πίσω ακουμπώντας με απαλά στον ώμο.
«Η τρομάρα που έπαθα εγώ όταν είδα τη γριά χωρίς το μάτι ήταν πολύ μεγαλύτερη!»