Γαμώ την κενωνία μου την μαύρη.
Συνέβη. Σήμερα το πρωί. Χαλασμένος καιρός χαλασμένες συνειδήσεις. Βγήκα σιγά σιγά απτο σπίτι να πάω προς την στάση του λεωφορείου. Όταν είμαι στην στάση τρώω μερικές ψιχάλες στο κεφάλι και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πάρει ομπρέλα. Γυρνάω γρήγορα γρήγορα στο σπίτι και ξαναβγαίνω. Ακούω το λεωφορείο να πλησιάζει αλλά δεν προλαβαίνω να φτάσω στην στάση. Τρέχω στον δρόμο με σκοπό να του κάνω νόημα να σταματήσει. Αν με δει θα σταματήσει σκέφτομαι. Αν είναι στα κέφια του. Κοιτάζω αριστερά το λεωφορείο να πλησιάζει και συνειδητοποιώ πως 20 μέτρα πιο κάτω κάποιος άλλος είναι στην ίδια κατάσταση με μένα. Ένας νεαρός Πακιστανός (έτσι μου φάνηκε) τρέχει να προφτάσει και αυτός το λεωφορείο. Φοράει μια μακριά λευκή μπλούζα και κουβαλάει μια μεγάλη μαύρη σακούλα στην πλάτη. Φαίνεται βαριά αλλά δεν τον εμποδίζει να τρέχει. Αρχίζει και βρέχεται και φαίνεται να κοιτάζει με αγωνία το λεωφορείο. Τεντώνει το χέρι και κάνει νόημα στον οδηγό να σταματήσει. Ο οδηγός δεν μειώνει ταχύτητα. Ο νεαρός Πακιστανός κουνάει πιο επίμονα τα χέρια του, αφήνει κάτω την σακούλα και ενώνει τα χέρια σε ένδειξη παράκλησης. Φαίνεται σαν να είναι πολύ σημαντικό να προλάβει αυτό το λεωφορείο. Το λεωφορείο τον προσπερνά. Κοιτάζω μέσα από το τζάμι τον οδηγό, δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Συνειδητοποιώ ότι το λεωφορείο πλησιάζει προς εμένα. Είμαι πολύ μακριά απτην στάση και παρόλο που είδα ότι ο οδηγός δεν σταμάτησε προηγουμένως, τεντώνω το χέρι μου. Τα φρένα τρίζουν απαλά και το λεωφορείο σταματά. Ο οδηγός ανοίγει την μπροστινή πόρτα. Δεν μπαίνω. Γυρίζω αριστερά και βλέπω τον νεαρό αλλοδαπό να τρέχει να μας προλάβει. «Περιμένετε λίγο να έρθει και το παιδί» λέω του οδηγού. «Δεν είναι ταξί, λεωφορείο είναι, αν θες έμπα». Κοιτάζω τον νεαρό που τρέχει και μετά τον οδηγό. Στέκομαι. Ο οδηγός κλείνει την πόρτα και φεύγει. Εκείνη την στιγμή φτάνει ο νεαρός δίπλα μου. Είναι μούσκεμα και έχει λαχανιάσει. Αφήνει την βαριά σακούλα κάτω, στηρίζει τις παλάμες στα γόνατα και παίρνει βαθιές ανάσες. Τον κοιτάζω. Σηκώνει το κεφάλι, χαμογελά και λέει «Δεν το προλάβαμε. Κρίμα». Φορτώνεται την σακούλα στον ώμο και φεύγει μες στην βροχή. Θα περπατήσει κανα χιλιόμετρο για να βγει στην κεντρική λεωφόρο απόπου περνούν πολλά λεωφορεία μιας και το επόμενο θα έρθει σε μισή ώρα. Θέλω να του φωνάξω στάσου, περίμενε, έλα να μοιραστούμε την ίδια ομπρέλα, δεν είμαστε όλοι οι Έλληνες τόσο μαλάκες. Περπατά σκυφτός και γω τον κοιτάζω. Βάζω τα ακουστικά για την μουσική και σταματώ ένα ταξί.
Στο ταξί σκεφτόμουν ένα περιστατικό που είχε συμβεί πριν ένα μήνα. Είχαν πιάσει έναν Ρώσο να προσπαθεί να κλέψει το πορτοφόλι μιας γυναίκας στο μετρό. Τον έβγαλαν κλοτσηδόν έξω. Εγώ τους πέτυχα έξω απτον σταθμό του μετρό στο Πανεπιστήμιο όπου 3 άτομα σχετικά μεγάλης ηλικίας κάθονταν επάνω του για να μην το σκάσει μέχρι να έρθει η αστυνομία. Κόσμος είχε μαζευτεί, βρισιές ακούγονταν, φτυσίματα πάνω στον Ρώσο. Αυτός ήταν ξαπλωμένος σαν αναίσθητος. Θεατής καθόμουν και παρακολουθούσα. Φοβόμουν μήπως τον έχουν χτυπήσει, μήπως θέλει βοήθεια αλλά φοβόμουν να τα βάλω με το πλήθος. Ένα πορτοφόλι πήγε να κλέψει ρε παιδιά. Άλλοι σας τρώνε εκατομμύρια και τους ψηφίζετε. Η φωνή της λογικής ακούστηκε από τρεις νεαρούς. «Φύγετε ρε παιδιά από πάνω του, κρατάτε τον αλλά αφήστε τον να αναπνεύσει». Οι «μεγάλοι» έβριζαν, φώναζαν, μας κλέβουν, μπαίνουν στα σπίτια μας και μας σκοτώνουν κρέμασμα θέλουν όλοι. Τα έβαλαν και με τα παιδιά. Δώστου φωνές, βρισιές, περισσότερα φτυσίματα στον Ρώσο. Ήρθε η αστυνομία τον μάζεψαν. Ο λαός χειροκρότησε.
Θυμάμαι είχα γυρίσει χάλια εκείνη την μέρα σπίτι. Γιατί ο κόσμος να είναι τόσο σκληρός? Είπα στον πατέρα μου τι είχε συμβεί. Ο πατέρας μου είναι νηφάλιος άνθρωπος και συνήθως οι απόψεις του είναι λογικές. Του μίλησα για τις αντιδράσεις του κόσμου. Πως πάταγαν και έφτυναν τον Ρώσο. «Καλά του έκαναν», μου είπε. «Πώς?» Ένιωσα προδομένος. Ο πατέρας μου πάει με το μέρος του εξαγριωμένου πλήθους? Είχαν δίκιο που για ένα πορτοφόλι εξευτέλισαν έναν άνθρωπο? Για μερικά ψωροευρώ? «Ξέρεις τι είναι να σου παίρνουν τα λεφτά? Είχα έναν φίλο 70 χρονών που μόλις είχε πάρει την σύνταξη πριν το Πάσχα. 400 ευρώ. Τα περίμενε πως και πως και συνέχεια έλεγε πως με αυτά τα λεφτά θα αγόραζε το αρνί, λαμπάδες για τα εγγόνια του, θα έφτιαχνε το παράθυρο του σπιτιού που έμπαζε. Του πήραν τα λεφτά μες στο μετρό. Μαύρο Πάσχα πέρασε. Ούτε στο χωριό του δεν πήγε.», μου είπε.
Δεν ξέρω πώς λειτουργεί. Αν δεν τους προσφέρουμε εργασία πώς αλλιώς θα ζήσουν? Αν δεν τους σεβαστούμε πώς θα μας σεβαστούν? Αν είναι κλέφτες πώς να τους πάρουμε στις δουλειές μας? Αν δεν μας σέβονται πώς θα τους εμπιστευτούμε? Ένας φαύλος κύκλος είναι. Το μίσος του ενός μεταφέρεται στον άλλο και εξαπλώνεται σαν ιός.
Το ταξί έφτασε στο μετρό. Κατέβηκα, φόρεσα τα ακουστικά και άκουσα μουσική.
Comments
Leave a comment Trackback