(Πιο κάτω έχει και φωτό…)
Στο χωριό βρέθηκα από την Παρασκευή. Δεν
υπήρχε ψυχή, έκανε και παγωνιά οπότε οι μόνες επιλογές μου ήταν να δω
τιβι
(πιάνει νετ ,άλφα, άλτερ), να παίζω με την γάτα, να διαβάσω το Digital
Fortress- Dan Brown, να διαβάσω Τοξικολογία και να τρώω. Έκανα τα 4
τελευταία. Το τελευταίο σε υπερθετικό βαθμό.
Η βάφτιση ήταν σήμερα. Η τοποθεσία ήταν εντυπωσιακή (όπως φαίνεται κι από τις
φωτό παρακάτω για όποιον αντέξει να φτάσει μέχρι εκεί). Λίγος κόσμος, όλοι
συγγενείς. Την mother μου,
όποτε βρίσκεται στο χωριό την πιάνει μια μεγαλομανία- επιδειξιομανία. Με
συστήνει πρώτα όχι ως γιο της, αλλά ως γιατρό, π.χ. από εδώ ο σύζυγός μου κι
εδώ ο μπασκετμπολίστας κι ο γιατρός, παιδιά μου. Και μετά για κάποιον άγνωστο
λόγο οι γιαγιές αφού πουν «πω πω τι αψηλό παιδί ειν' τούτο»για τον αδερφό μου,
έρχονται και μου απαγγέλλουν όλη την λίστα με τα φάρμακά τους περιμένοντας να
πω εγώ την γνώμη μου. Ίσως αν τους έλεγα ότι χρωστάω φαρμακολογία 2?
Από την άλλη πάντα γούσταρα όταν σε στιγμή
ανάγκης κάποιος φώναζε «Ένα γιατρό, ένα γιατρό» και πεταγόταν ένας κυριλέ τυπάς
ως super-hero κι έσωζε την κατάσταση. Πάντα ήθελα
να το κάνω κι εγώ, κάτι σε στυλ Τζακ στο Lost. Αλλά όταν γίνω έτοιμος γιατρός, όχι όπως συνέβη
σήμερα…
Κινήσαμε λοιπόν προς την εκκλησιά
περιμένοντας να τελειώσει το μυστήριο και να πάμε να φάμε. Αφού έγιναν όλα τα
καθιερωμένα χαιρετούρες, ψαλμωδίες, βούτες της μπέμπας στην κολυμπήθρα και το
μυστήριο έφτανε στο τέλος του, ο θείος-Νίκος, παππούς της μπέμπας άρχισε να
ταλαντεύεται επικίνδυνα. Μία μπρος, μία πίσω και ζντουπ πάρτον κάτω. Σταματά ο
παπάς την λειτουργία, νίιιιιικοοοοοοο φωνάζει η θεία Τούλα, ο πατέρας ο πατέρας
φωνάζει ο ξάδερφος και όλοι να κοιτούν τον θείο που είχε ταβλιαστεί.
«Ένα γιατρό! Ένα γιατρό!» ακούστηκε μια φωνή…
Όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω μου.
Εκείνη την ώρα συζητούσα με έναν κοτσιδάτο
40άρη ξάδερφο για τον Λούα Λούα και τι ζημιά μπορεί να κάνει στην άμυνα του
Παναθηναικού και άργησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. «Ένα γιατρό! Ένα γιατρό!»,
κοιτούσα και γω δεξιά αριστερά για ένα γιατρό. Γιατί κοιτούσαν όλοι εμένα?
«Έλα Β. μου να δεις τι έπαθε ο θείος», είπε η
θεία Τούλα. Πλησιάζω πάνω απτον θείο, «Όλα εντάξει ήρθε ο γιατρός», είπε ο παπάς.
Γονατίζω δίπλα στον θείο και αμέσως σκοτεινιάζει ο ουρανός γύρω μου. 50 και
άτομα είχαν πλακώσει από πάνω και κοιτούσαν. Ένας του αρπάζει τα πόδια και τα
σήκωσε, ο ξάδερφος τον άρπαξε απτο πέτο και τον χαστούκιζε φωνάζοντας «Σύνελθε
μπαμπά σύνελθε!». Λίγο που μας κοίταζαν όλοι, λίγο οι απειλητικές χειρονομίες
της μάνας που σήμαιναν «μην με κάνεις ρεζίλι κακομοίρη μου στο χωριό», λίγο που
θα τον πέθαιναν τον άνθρωπο έτσι όπως τον πασπάτευαν φώναξα: «ΦΥΓΕΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ
ΠΑΝΩ ΤΟΥ, ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!»
Γυρίζω τον θείο ανάσκελα, του λύνω την
γραβάτα, του ξεκουμπώνω μερικά κουμπιά απτο πουκάμισο, ελέγχω σφυγμό και
αναπνοή όλα ok.
Phantom: Έχει
φάει τίποτα απτο πρωί?
Θεία Τούλα: Όχι,
έμεινε νηστικός για να φάει πολύ τώρα το μεσημέρι.
Phantom: Ε μια
υπόταση έπαθε, λίγο η ορθοστασία, λίγο ο ήλιος, είναι και νηστικός δώστε του 2
λεπτά και θα συνέλθει.
Ξέμπαρκος
ξάδερφος: Ξέρεις τι κάνεις άνθρωπέ μου, μήπως έπαθε έμφραγμα? (παρεξηγημένος
που του φώναξα, είναι αυτός που του σήκωνε τα πόδια)
Phantom: Φοιτητής
είμαι ρε φίλε, αν νομίζεις ότι τα ξέρεις καλύτερα έλα να τον εξετάσεις εσύ.
Κι εκεί που κάνω να σηκωθώ να φέρω λίγο νερό
από το αμάξι, πιάνομαι απτην κολυμπήθρα για να στηριχτώ, γέρνει το τραπεζάκι
και στρίβει όλη η κολυμπήθρα πάνω στο θείο. Την πιάνω πριν πέσει πάνω του, αλλά
όχι πριν προλάβει να γίνει λούτσα ο θείος! Γέμισε νερά και λάδια, αλλά απτο
ντους που υπέστη συνήλθε και πετάχτηκε πάνω. Πάει το καλό κοστούμι πάνε όλα.
Με τα πολλά τον σκουπίσαμε τον άνθρωπο, του
έδωσα να φάει ένα γλυκάκι της βάφτισης, νανέβει λίγο η γλυκόζη και τώρα είναι
μια χαρά. Το μόνο που κινδύνευε ήταν μην πάθει πνευμονία έτσι μούσκεμα που
έγινε.
Η ταβέρνα ήταν γραφική με ωραία θέα και
ωραίες λιχουδιές. Το σέρβις όμως ήταν για κλάματα. Ένας 60άρης με κοιλάρα ήταν
ο ιδιοκτήτης και ο μοναδικός σερβιτόρος. Αυτός σέρβιρε 50 άτομα. Το μενού της
εκδήλωσης:
Πιατέλα με ψαρικά
Μετά από μισή ώρα
έφερε τυρόπιτα
Μετά από άλλη
μισή ώρα πιπεριές γεμιστές
Μετά από άλλη
μισή ώρα σαλάτα
Μετά από τέταρτο
φέτα
Μετά από τέταρτο
τζατζίκι
Μετά από άλλη
μισή ώρα πατάτες φούρνου
Κόντευε να πάει 5 κι ακόμα δεν είχε φέρει τα
ψητά! Επιτέλους κάποια στιγμή βλέπω τον καταιδρωμένο γέρο να αρχίζει να
μοιράζει τα κρέατα. Στο τραπέζι μας τον περιμέναμε υπομονετικά να τα φέρει αν
και είχαμε μπουκώσει απτα ορεκτικά. Και πάνω που πλησίαζε με την πιατέλα στο
τραπέζι μας δίνει μια και ζντουπ! Πάρτον κάτω κι αυτόν.
«Ένα γιατρό!» Η
ίδια κάργια φώναζε. Αυτή την φορά θα άρχιζα τα χαστούκια ή αυτήν ή τον άλλο που
σαβουρώθηκε και μας έριξε τα κρέατα. Τον γύρισα ανάσκελα, είχε λερωθεί ο
ανθρωπάκος, ευτυχώς συνήλθε πριν προλάβει ο ξέμπαρκος ξάδερφος και του αρπάξει
τα πόδια. Τον έβαλαν να κάτσει, τον κέρασαν ένα κρασί και τα κρέατα μας τα
έφερε η γυναίκα του που μαγείρευε μέσα.
Ο δε θείος-Νίκος που είχε λιποθυμήσει
προηγουμένως, τώρα ήταν κομμάτια απτο πολύ κρασί. Κυκλοφορούσε χορεύοντας
κρατώντας δυο ποτήρια στο χέρι,
Phantom: Θείε μην
πίνεις άλλο γιατί θα φύγω σε λίγο και ποιος θα σε προσέχει?
Θείος φέσι: Ααααααχχ
Β. μου, αυτό το πίνω στη υγειά σου!
Φεύγοντας, εκεί που χαιρετούσα τους συγγενείς
φέρνει η mother ένα
θείο μπροστά μου και του λέει: "Να εδώ πες στον Β. για το πρόβλημά σου"
Θείος: Εεεε τι να
σου πω, έπαθα εγκεφαλικό και μπουρου μπουρου.
Phantom: Σε ποιον
γιατρό πήγες?
Θείος: Στον τάδε…
(από τους καλύτερους νευρολόγους στην Ελλάδα)
Phantom: Είναι
από τους καλύτερους νευρολόγους στην Ελλάδα.
Θείος: Μου έδωσε
τα τάδε φάρμακα, είναι καλά?
Phantom: Ρε θείε
ο άνθρωπος είναι νευρολόγος, από το εξωτερικό, καθηγητής και ρωτάς εμένα που
ούτε ειδικότητα νευρολογίας έχω πάρει ούτε καν πτυχίο ακόμα?
Θείος: Εεε δίκιο
έχεις, εγώ τι πρέπει να κάνω?
Phantom: Να
παίρνεις τα φάρμακα που σου είπε, να κάνεις όσα σου είπε και να κάνεις υπομονή.
Και όλα θα πάνε καλά (του έσφιξα και τον ώμο)
Έφυγε ψιλο-παρεξηγημένος, ενώ εγώ έστελνα
βλέμματα οργής στην mother, η
οποία χόρευε νησιώτικα στην ταβέρνα με κέφι Τραβόλτα σε ντίσκο.
Το εκκλησάκι του Αγίου Νικόλα, όπου έγινε η βάφτιση.

Η θέα από το εκκλησάκι.


Του εσωτερικό του Αγίου Νικόλα. Προσέξτε στις
τοιχογραφίες που έχουν τρυπήσει τα πρόσωπα των Αγίων. Το έκαναν οι
Τούρκοι για να βεβηλώσουν τις εικόνες, συνήθως τρυπούσαν τα μάτια. Το
κάτω μισό της εκκλησίας το έχουν φτιάξει.

Μηχάνημα που δημιουργούσε πολλές πολλές φούσκες! Εκπληκτικό! Όλα τα παιδάκια κάναΜΕ σαν τρελά όταν το είδαΜΕ!

Η παραλία του Αγίου Νικόλα δίπλα στην οποία υπήρχε η ταβέρνα.




Τέλος, τα μαντηλάκια πάνω στα πιάτα της ταβέρνας! Το καθένα είχε κι ένα κοχύλι πάνω του!
