Ιατρικά παράξενα
Όταν κάνω
γνωριμίες με άλλους ανθρώπους, το πρώτο πράγμα που με ρωτάνε, υπακούοντας στους
στοιχειώδεις κανόνες της κοινωνικής συναναστροφής είναι με τι ασχολούμαι. Κι
όταν λέω ότι σπουδάζω γιατρός η αμέσως επόμενη κουβέντα είναι: Για πες μας κανένα
παράξενο, τόσα θα έχεις δει.
Αυτές τις μέρες
μετά από μια πολυήμερη περίοδο βαρεμάρας κι απραξίας με έπιασε μια κρίση
εργατικότητας και φιλομάθειας. Συνήθως δεν κρατάνε πολύ αυτές. Έτσι πέρασα
αρκετές ώρες στο νοσοκομείο και μάλιστα τις περισσότερες από αυτές χωρίς να
προσπαθούμε να λουφάρουμε.
Και
μπορώ να πω πως συνέβησαν αρκετά παράξενα. Όλα στο ίδιο νοσοκομείο.
Ένα πρωί, ήμασταν
στριμωγμένοι στο γραφείο των γιατρών μαζί με άλλους 2 συμφοιτητές, ένα αγόρι κι
ένα κορίτσι κι ακούγαμε τους ειδικευόμενους να συζητάνε τα περιστατικά που είχαμε
εκείνη τη μέρα στην κλινική. Ήμασταν γύρω στα 8 άτομα σε δωμάτιο που χωράει με
το ζόρι 4 και παρόλο που προσπαθούσαμε να μην εμποδίζουμε, όλο και κάποιος γιατρός
θα σηκωνόταν να πάρει κάποιο φάκελο, ή βιβλίο από τη βιβλιοθήκη ή χαρτί από το
ράφι όπου στηριζόμασταν, οπότε όλη την ώρα ήμασταν μες στα πόδια τους και νιώθαμε
σαν παρείσακτοι. Η πόρτα του γραφείου γιατρών δεν κλειδώνει, οπότε εκεί που
έχει σκύψει ο ειδικευόμενος να βγάλει μια σκονισμένη παλιά ιατρική
εγκυκλοπαίδεια από το κάτω ράφι δίπλα στην πόρτα, κάποιος ανοίγει την πόρτα και
τρώει το πόμολο στο κούτελο.
«Αααχ, μα ποιος
διάολος άνοιξε…??»
Είχε μπει
φουριόζα μια ασθενής.
«Φωνάξτε
ψυχίατρο, της κοπέλας της έχει στρίψει εντελώς, ελάτε να τη μαζέψετε» άρχισε να
λέει η ασθενής.
Δεν ξέραμε για τι
πράγμα μίλαγε.
Ο επιμελητής του
θαλάμου χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από τις σημειώσεις των περιστατικών που
συζήταγαν πριν τη διακοπή, θέλοντας να μας ξεφορτωθεί για να ανοίξει λίγο ο χώρος μας έκανε νόημα και είπε: «Οι φοιτητές, πηγαίντε να
δείτε τι τρέχει».
Βγήκαμε οι 2
φοιτητές κι η μια φοιτήτρια κι ακολουθήσαμε τη γυναίκα που είχε μπουκάρει στο
γραφείο. Μας οδήγησε έξω από την πόρτα του θαλάμου της. Εκεί βρισκόταν μια
κοπέλα γύρω στα 20 η οποία μόλις μας είδε να πλησιάζουμε με τις άσπρες ποδιές
και τα βλέμματα απορίας άρχισε να κοπανά και να ανοιγοκλείνει την πόρτα ρυθμικά
και συντονισμένα με κάθε συλλαβή της φράσης: «ΔΕΝ- ΑΝΤΕ-ΧΩ ΑΛ-ΛΟ Ε-ΔΩ ΜΕ-ΣΑ!!!»
«Να η τρελή.
Λοιπόν κάντε το καθήκον σας και μαζέψτε την» είπε η ασθενής που είχε μπουκάρει.
Αφού βγάλαμε την
κοπέλα που ωρυόταν από το δωμάτιο, την καθίσαμε σε μια ήρεμη γωνιά του
διαδρόμου και τη ρωτήσαμε να μας πει τι έτρεχε. Μας αποκάλυψε πως δεν αντέχει
την τύπισσα στο δίπλα κρεβάτι (την ασθενή που μπούκαρε στο γραφείο) γιατί λέει
πως είχε για ringtone έναν
ήχο σαν τον ασύρματο της αστυνομίας και χτύπαγε όλη την ώρα και πως έβαζε το
ραδιόφωνο στο «γαμωκινητό» όπως είπε χαρακτηριστικά όλη την ώρα στη διαπασών.
Κι όταν της ζήταγε να το χαμηλώσει αυτή αρνιόταν.
Η κοπελίτσα είχε
δίκιο προφανώς κι η αντίδρασή της ήταν λίγο υπερβολική αλλά δικαιολογημένη αν
λάβει κάποιος κατά νου πως στο νοσοκομείο με τον πόνο του ο καθένας όλα τα μεγεθύνει.
Μιλήσαμε στην τσαούσα
προϊσταμένη η οποία κατσάδιασε την ασθενή με το κινητό παρόλο που αυτή επέμενε συνέχεια
πως το κινητό ήταν καινούργιο κι ήθελε να το χαρεί και δεν ενοχλούσε κανέναν. Η κοπέλα ηρέμησε, η προισταμένη τους βάζει όλους στη θέση τους γιατρούς κι ασθενείς κι εμείς,
οι 3 φοιτητές βρήκαμε στο κυλικείο την ασθενή με το ringtone-ασύρματο αστυνομίας και την παρακαλέσαμε
να μας το στείλει με bluetooth. Είναι απλά τέλειο! Το έχω για ringtone και ψαρώνω τον κόσμο ότι κουβαλάω μαζί μου ασύρματο
της αστυνομίας.
Γενικά στα νοσοκομεία κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Δεν ξέρεις τι έχεις, πότε θα γίνεις
καλά, ποιος γιατρός θα σε αναλάβει κτλ. Μία από αυτές τις αβεβαιότητες είναι κι
η εξής: Δεν ξέρεις ποιος θα είναι ο γείτονάς σου στο διπλανό κρεβάτι. Όταν πριν
κάτι χρόνια είχα νοσηλευτεί σε νοσοκομείο με δηλητηρίαση από junk food είχα άλλους 6 συγκάτοικους. Είχα κάτσει μια βδομάδα περίπου κι όλες
αυτές τις μέρες ο μόνος με τον οποίο ήρθα σε επαφή ήταν ένας αδύναμος παππούλης
ο οποίος απεδείχθη πως ήταν μεγάλο μαθηματικό μυαλό κι είχε γράψει βιβλία και
διάφορα άλλα επιστημονικά κι ο λόγος που ήρθαμε πιο κοντά ήταν επειδή ένα βράδυ
είχε φωνάξει ένα μπαρμπέρη να τον ξυρίσει και μες στο σκοτάδι και τους αφρούς ο
μπαρμπέρης του έκοψε μια κρεατοελιά ίσαμε τη μύτη του γέρου κι όταν κατάλαβε
πως έκανε μαλακία έφυγε τρέχοντας αφήνοντας τον παππού μες στους αφρούς και τα
αίματα κι ήμουν ο μόνος από τους 6 που σηκώθηκε να τον βοηθήσει.
Το ποιος
συγκάτοικος θα σου τύχει λοιπόν είναι σπουδαίο πράγμα. Νοσηλεύαμε έναν τύπο
αυτές τις μέρες ο οποίος είχε τρομοκρατήσει όλο τον όροφο. Αρχικά έτυχε να
νοσηλεύεται μόνος του σε ένα θάλαμο 3 ατόμων. Είχε εισαχθεί για πέτρα στα νεφρά
κι εκείνες τις μέρες ανάρρωνε. Μας ήρθε ένας ασθενής με πέτρα κι αυτός και τον
βάλαμε στον ίδιο θάλαμο. Η κλασική πρώτη ερώτηση μεταξύ ασθενών όταν
γνωρίζονται δεν είναι με τι ασχολείσαι, αλλά γιατί είσαι μέσα, κάτι σαν τους
φυλακισμένους ένα πράμα. Ο παλιός αρχικά ήταν ευχάριστος και χαμογελαστός. Μόλις όμως έμαθε ότι ο νέος εισήχθη κι αυτός για πέτρα στα νεφρά άρχισε
αμέσως τα: «κουράγιο φίλε μου, το ίδιο είχα κι εγώ, άσε τι τράβηξα πήγα στην
κόλαση και ξαναγύρισα». Ο νέος ασθενής πάνιασε. Θα σκεφτόταν σίγουρα ότι θα
πάθει τα ίδια.
Το ίδιο βράδυ
έφεραν νεαρό με σκωληκοειδίτιδα. Ο τύπος τον ζάλισε «πωπω τι θα τραβήξεις,
επικίνδυνη εγχείρηση, τόσοι πεθαίνουν» κι άλλα τέτοια. Μόλις απέκτησε δυνάμεις
κι άρχισε να περπατά και να κόβει βόλτες στο διάδρομο, τον έπιανα να κάνει
πηγαδάκια με άλλους ασθενείς και να τους διηγείται τρομακτικές ιστορίες από
νοσοκομεία ή λάθη γιατρών.
Είχε φρικάρει όλο
τον όροφο. Ενημερώσαμε την προϊσταμένη κι έλαβε δράση. Έπεσε γερή κατσάδα.
Ένα άλλο πρωί έμαθα πως νοσηλεύαμε έναν νταβατζή. Πήγαμε να τον τσεκάρουμε από
περιέργεια. Μελαμψός, μάλλον τσιγγάνικης καταγωγής, με καδένα στο λαιμό και
χρυσή ταυτότητα στο χέρι. Δεξιά κι αριστερά του κάθονταν 2 κοπέλες από το πρώην
σοβιετικό μπλόκ. Φαινόντουσαν πραγματικά ανήσυχες παρόλο που ο νταβατζής ήταν
αραχτός κι έβλεπε ειδήσεις σε μια τηλεόραση που είχαν τοποθετήσει σε ένα
τραπεζάκι στα πόδια του. Οι άλλοι 3 άντρες στο θάλαμο προσποιούνταν πως χάζευαν
στην τηλεόραση, αλλά στην πραγματικότητα έριχναν ματιές στις κοπέλες.
Ένα πρωί μετά από
2-3 μέρες που ψάχναμε την προϊσταμένη να μας πει αν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον
περιστατικό να τσεκάρουμε, την βρήκαμε στο διάδρομο αναστατωμένη. Αμέσως μας
είπε τι έγινε, γιατί δεν άντεχε ήθελε να τα βγάλει από μέσα της: «Αυτός ο
νταβάς ο γύφτος, έκανα τα στραβά μάτια μια δυο φορές κι άφησα μια από τις
γκόμενές του να μένει το βράδυ, αλλά πήγα χθες να αλλάξω τον ορό στον διπλανό του
και βρήκα μια από τις ρουμάνες του να τον τσιμπουκώνει! Είμαστε μπουρδέλο εδώ
μέσα, αλλά όχι κι έτσι!». Η προϊσταμένη προφανώς ήταν αποφασισμένη να του τα
ψάλλει και δεύτερο γύρο, αλλά όταν προσπάθησε οι υπόλοιποι άντρες στο θάλαμο υπερασπίστηκαν τον
νταβατζή. Έφυγε ηττημένη.
«Μαλάκες μου
ξηγηθήκατε σπαθί κι εγώ αυτό δεν το ξεχνάω», είπε ο νταβάς. Κι έγραψε το
τηλέφωνό του και το μοίρασε στους άλλους στα διπλανά κρεβάτια.
Και για όποιον
είχε το κουράγιο να φτάσει ως εδώ σας φύλαξα το καλύτερο περιστατικό για το
τέλος.
Ένα βράδυ είχαμε εφημερία
στη χειρουργική. Είχαμε πιάσει ο καθένας από ένα δωματιάκι κι αναλαμβάναμε τα
ράμματα. Στο δωμάτιο όπου ήμουν εγώ, υπεύθυνος ήταν ένας ειδικευόμενος και μαζί
μας ήταν και μια καινούργια νοσοκόμα, μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα που πρέπει να
ήταν η πρώτη της νυχτερινή βάρδια και είχε ψιλοφρικάρει.
Κάποια στιγμή
πρέπει να έγινε συμπλοκή μεταξύ οπαδών σε σύνδεσμο της γειτονιάς και μας έφεραν μερικούς λαβωμένους από το πεδίο της μάχης. Στο δωματιάκι που ήμουν εγώ έφεραν
έναν τύπο, ο οποίος είχε κοπεί στην παλάμη του από τζαμαρία, καθώς την έσπαγε. Φαινόταν χούλιγκαν
με κασκόλ της ομάδας, στενό σκισμένο τζιν, μποτάκια, ιδρωμένος και σε μεγάλη
υπερένταση. Όταν τον έφεραν ο ειδικευόμενος είχε βγει διάλειμμα κι εγώ ήμουν
στο διπλανό δωματιάκι και χαζολογούσα με έναν συμφοιτητή.
Έτσι τον
χούλιγκαν τον είχε αναλάβει η κοπελίτσα, η καινούργια νοσοκόμα.
Καθώς λοιπόν τα
έλεγα με τον άλλον, άκουσα ξαφνικά από το δωματιάκι μας κάτι χριστοπαναγίες.
Έτρεξα να δω τι συνέβαινε.
«Παράτα τα μωρή μαλακισμένη! Μου γάμησες το χέρι! Δώσε
μου τη βελόνα να σου βρω φλέβα μόνος μου!»
Η κοπελίτσα είχε
σκύψει κατακόκκινη πάνω από τον χούλιγκαν και μάταια προσπαθούσε να περάσει ένα
φλεβοκαθετήρα στις θρομβωμένες από ενέσεις ναρκωτικών φλέβες τού συνεχώς
κινούμενου αριστερού αντιβραχίου του. Άρπαξε τη βελόνα από το χέρι της κι
έψαχνε μόνος του. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήταν πολύ πιο εκπαιδευμένος στη
συγκεκριμένη τεχνική από τις συνήθως άπειρες νυχτερινές νοσοκόμες μας. Έψαξα
τον ειδικευόμενο τριγύρω αλλά δεν τον έβλεπα πουθενά.
«Άσε θα τον
αναλάβω εγώ, αλλά πήγαινε βρες τον ειδικευόμενο» της είπα κι έφυγε γρήγορα
ανακουφισμένη.
Έβγαλα το
μουσκεμένο από αίμα βρώμικο μαντήλι που είχε δέσει γύρω από την παλάμη του και
είδα ένα βαθύ κόψιμο. Το πέταξα κι αφού το καθάρισα με οινόπνευμα, έβαλα
προσωρινά πάνω στο τραύμα μια μικρή γάζα.
«Ξάπλωσε σε
παρακαλώ, θα σου κάνω λίγη τοπική με ξυλοκαίνη και μετά θα το ράψουμε.»
«Όχι δεν ξαπλώνω
ρε παπάρι, θέλω να με ράψεις καθιστό για να βλέπω μήπως κάνεις καμιά μαλακία.»
Εκείνη τη στιγμή
μπήκε κι η μικρή νοσοκόμα και με ανήσυχο ύφος μου έκανε νόημα πως δεν έβρισκε
πουθενά τον ειδικευόμενο.
«Αν δεν ηρεμήσεις
και δεν ξαπλώσεις ανάσκελα στο φορείο δεν μπορώ να ξεκινήσω» του είπα.
Ο χούλιγκαν παρά
την επήρεια των ουσιών που σίγουρα είχε πάρει, είχε αρκετή διαύγεια ώστε να εντοπίσει
τις βελόνες που είχε παρατημένες δίπλα η νοσοκόμα από τις αποτυχημένες
προσπάθειες να του βρει φλέβα. Αρπάζει μία με το καλό του χέρι, αρπάζει την
ποδιά μου με το ματωμένο του χέρι και μου λέει «Ή κάνεις ό,τι σου λέω ρε
μουνόπανο ή σου την χώνω στο λαιμό και κολλάς ό,τι έχω». Και φυσικά αυτά που ίσως έχουν οι ναρκομανείς που τρυπιούνται είναι κάτι από AIDS ή ηπατίτιδες.
Οκ τα χρειάστηκα,
γαμώ την επιστήμη μου δηλαδή.
«Καλά καλά μια
στιγμούλα να φέρω την ξυλοκαίνη για να μην πονέσεις οκ?»
«Άντε τελείωνε ρε
μουνί!».
Και με το που με
άφησε πιάνω την νοσοκόμα και βγαίνουμε έξω από το δωμάτιο. Μιλάμε αυτή έγινε
Λούης κι εγώ έμπαινα τρέχοντας σε δωμάτια να βρω ελεύθερο γιατρό να ράψει τον
χούλιγκαν. Ο χούλιγκαν ευτυχώς ψιλοζαλισμένος από το τραύμα ή από την πρέζα δεν
είχε το κουράγιο να σηκωθεί να με ψάξει.
Τελικά οι
περισσότεροι γιατροί μαζί με τον υπεύθυνο ειδικευόμενό μου προσπαθούσαν να
εμποδίσουν 5-6 άλλους χούλιγκαν να μπουκάρουν στα δωμάτια της εφημερίας και
είχαν αρχίσει να κάνουν φασαρία σε όλο τον όροφο. Στο τέλος κάλεσαν την αστυνομία κι όταν
ακούστηκαν οι σειρήνες όλοι έγιναν άφαντοι.
Ο χούλιγκαν στο
δωμάτιο μας είχε γίνει Λούης κι αυτός. Δεν ξέρω τι απέγινε αλλά είμαι σίγουρος πως εκείνο το βράδυ και κάποια άλλη νυχτερινή νοσοκόμα θα άκουσε τις βλαστήμιες της.
Κι αν στο σκηνικό
με το χούλιγκαν γλίτωσα την επίθεση στο παρατσάκ, την δέχτηκα από αλλού. Είχα σκύψει να πάρω
την πίεση από μια ασθενή και δίπλα καθόταν το πεντάχρονο αεικίνητο αγοράκι της.
Όπως ήμουν συγκεντρωμένος να ακούσω από το στηθοσκόπιο και να κοιτάω τη βελόνα
στο πιεσόμετρο, το μούλικο άρπαξε το μουσάκι μου και κρεμάστηκε! Σήκωσα πεντάχρονο παιδί με το
μουσάκι μου, μιλάμε δάκρυσα από τον πόνο! Αν δεν μου κάτσει η ιατρική θα γυρίζω
σε πανηγύρια και θα το κάνω σόου.
Σήμερα το ξύρισα.
Για το λόγου το αληθές παρακάτω έχω το ψαρωτικό ringtone-ασύρματο αστυνομίας του πρώτου περιστατικού. Σε όποιου του αρέσει το μοιράζω με e-mail, αλλά παρακαλείστε να μην το παίζετε σε νοσοκομεία!!!!
Comments(17)









