Ιανουαρίου, 2009

Ο παραμυθάς και η πριγκίπισσα.

Όταν μπαίνει ο
επίλογος σε μια σχέση ή ερωτική γνωριμία, δύο είναι οι επιλογές που σου μένουν.

Η μία περίπτωση
είναι να σε πάρει από κάτω. Να αρχίσει να σου λείπει η άλλη, να μην σταματάς να
την σκέφτεσαι, να στη θυμίζει κάθε τραγούδι, η μορφή της στο μυαλό σου να σε
αφήνει άυπνο τα βράδια, να νομίζεις πως ακούς το όνομά της σε κάθε ήχο ακόμα
και στις εξατμίσεις των αυτοκινήτων ή στο γάβγισμα των σκυλιών. Κύρια
συμπτώματα είναι ένας συνεχής κόμπο στο στομάχι κι απώλεια της όρεξης.

Η άλλη περίπτωση
είναι να μην σε πάρει από κάτω. Να μην σου λείπει η άλλη, να μην την σκέφτεσαι,
να λες τι είχαμε τι χάσαμε στην τελική και να μην τρέχει κάστανο, όπως λέει κι
ο Σάκης στο X-Factor.

Όταν γουστάρεις
πολύ το άλλο άτομο ή είσαι εσύ αυτός που σε σούταραν ή οι συγκυρίες δεν
επέτρεψαν να εξελιχτεί σε κάτι παραπάνω, τότε είναι μοιραίο να πέσεις στην
πρώτη περίπτωση. Το σίγουρο είναι πως με την πάροδο του χρόνου όλοι καταλήγουν
στη δεύτερη, ότι και καλά δεν τρέχει κάστανο. Η όλη μανούρα είναι στο
μεταβατικό στάδιο, πώς φτάνεις από την πρώτη περίπτωση στη δεύτερη.

Είναι σαν να
μάχονται δύο προσωπικότητες μέσα σου, ο υπεράνω χαρακτήρας σου, ο δυναμικός, ο
αναίσθητος εναντίον του ρομαντικού, συναισθηματικού και λίγο ηττοπαθή alter ego του. Όλος αυτός ο εσωτερικός πόλεμος θυμίζει πολύ σκηνές από το Superman 3. Όπου ο Superman υπό την επήρεια του κόκκινου
κρυπτονίτη, γίνεται «κακός», μένει αξύριστος, γίνεται μέθυσος, τριγυρνά στην
πόλη κάνοντας βανδαλισμούς και φωνάζει σε παιδάκια. Τον σταματά μόνο ο καλός
χαρακτήρας του, ο φλώρικος nerd Clark Kent ο οποίος σε κάποια φάση ξεπετάγεται
μαγικά από μέσα του και στέκεται απέναντι από τον κακό Superman και τον κοιτά επικριτικά μέσα από
τα χοντρά γυαλιά, το κυριλέ κουστούμι και τη χωρίστρα. Ο κακός Superman επιτίθεται και το ζευγάρι ξεκινά
μια καθαρτήρια μάχη με πολλά μπουκέτα σε μια χωματερή με σκουπίδια- στο τέλος ο
κακός Superman εξαφανίζεται.
Έτσι μένει ένας ψιλο-σακατεμένος αλλά αλύγιστος Clark Kent να κοιτάζει τον ουρανό μέσα από τα στραβά χοντρά γυαλιά του, από πίσω
αρχίζει να παίζει το theme music του Superman (τουρουρουουν τουν τουν) κι ο Clark ανοίγει με δύναμη το πουκάμισό του
για να αποκαλύψει -τανταα!- ένα καινούργιο καθαρό κοστούμι του Σούπερμαν το οποίο
φορούσε από κάτω όλη την ώρα. Μετά πετάει και πηγαίνει να πλακώσει στο ξύλο τον
Λεξ Λούθορ ή κάποιον άλλον τελοσπάντων κάτι που είναι κρίμα γιατί χαλάει όλη τη
μαγεία, μιας και μέχρι εκείνο το σημείο ήταν μια πολύ καλή μεταφορά για την
εσωτερική πάλη που γίνεται στην ανθρώπινη ψυχή. Και τώρα έγινε μια χαζή ταινία
δράσης κι αρχίζω να αναρωτιέμαι αν καλά έκανα και την ανέφερα εξαρχής.

Αν κάποιος
διαβάσει την τελευταία παράγραφο του προηγούμενου ποστ και μετά όλα τα παραπάνω
δε θα χρειαστεί ιδιαίτερες αναλυτικές ή συνδυαστικές ικανότητες για να
ψυλλιαστεί τι έχει συμβεί. Αυτό που μου βγαίνει εμένα να κάνω πάντως είναι να πω ένα
παραμύθι αφενός γιατί Της αρέσουν κι αφετέρου γιατί μου είπε πως: «Εσύ όταν
τα βλέπεις σκούρα, αρχίζεις τα παραμύθια, ε?»

Μαζευτείτε λοιπόν
όλοι γύρω από το τζάκι και ακούστε.

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παραμυθάς.
Από μικρός του άρεσε να διηγείται ιστορίες,
αληθινές ή φανταστικές και σιγά σιγά άρχισε να γίνεται γνωστός στην πόλη που
ζούσε.

Κόσμος πολύς τον επισκεπτόταν για να τον ακούσει,
ενώ οι ιστορίες του μεταφέρονταν κι από στόμα σε στόμα.

 

Σε μια πόλη μακρινή ζούσε μια πριγκίπισσα, μία από
τις πιο όμορφες πριγκίπισσες του κόσμου.

Η πριγκίπισσα Σίσσυ.
Κάποια μέρα έφτασαν στα αυτιά της οι ιστορίες του
παραμυθά και της άρεσαν πολύ. Ένιωσε πως ο παραμυθάς μιλούσε στην καρδιά της,
πως τα λόγια του την κάνουν να ξεχνιέται, πως την βοηθούσαν να περάσει βαρετές ώρες της καθημερινότητάς της.

Έτσι θέλησε να έρθει σε επικοινωνία μαζί του και
του έστειλε ένα ταχυδρομικό περιστέρι για να του δείξει πόσο καλό της κάνουν τα
λόγια του και πόσο ενδιαφέρον άνθρωπος φαντάζεται πως θα είναι.

 

Το ένα περιστέρι έγινε δύο και μετά τρία και μετά
πολύ περισσότερα κι έτσι ο παραμυθάς και η πριγκίπισσα κατέληξαν να μιλάνε κάθε
μέρα και να ανταλλάσσουν συνέχεια περιστέρια.

Κάποια στιγμή η πριγκίπισσα αποφάσισε να τον
επισκεφτεί. Παρόλες τις πολλές υποχρεώσεις που ως συνήθως έχουν οι
πριγκίπισσες, η Σίσσυ ήταν επιφορτισμένη και με την εκπαιδευτική μέριμνα των
παιδιών του πριγκιπάτου της, παιδιών με τόσο αγνές ψυχές όπως κι η δική της.

Κατάφερε όμως και ξέκλεψε λίγο χρόνο, κρυφά από
τον βασιλιά κι αφού έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στην πλάτη ενός γιγάντιου φτερωτού
δράκου, έφτασε στην πόλη του παραμυθά ο οποίος την φιλοξένησε με χαρά.

 

Η εντύπωση που προκάλεσε στον παραμυθά ήταν
τεράστια. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του πριγκίπισσα, θαμπώθηκαν τα μάτια του κι
έχασε τα λόγια του.

Καθώς όμως πέρασαν μαζί τις ελάχιστες μέρες που
είχαν στη διάθεσή τους μέχρι να ξαναφύγει η πριγκίπισσα, ο παραμυθάς μαγεμένος
από την παιδικότητά, την καλοσύνη και την ομορφιά της, την ερωτεύτηκε.

 

Ερωτεύτηκε τα πάντα πάνω
της.

Ερωτεύτηκε την παιδική της
αφέλεια.


Τον ενθουσιασμό της  όταν της έκανε ταχυδακτυλουργικά κόλπα στην
απεγνωσμένη του προσπάθεια να την εντυπωσιάσει.

Την ανεπαίσθητη μυρωδιά του
καπνού  στην ανάσα της.

Την εντυπωσιακή ομορφιά της
που μπορεί να κομπλάρει τους πάντες.

Την συνεχή εναλλαγή ανάμεσα
σε ένα αθώο κορίτσι και σε μια τσαντισμένη πριγκίπισσα που δεν σηκώνει μύγα στο
σπαθί της.

Το νάζι της όταν το έπαιζε
πειραγμένη.

Τον τσαμπουκά της.

Το ότι ήξερε να στήνεται, να φέρεται και να τραβάει τα βλέμματα.


Την απαλή ανάσα της στο αυτί
του, όταν κοιμόντουσαν πλάι πλάι.

Το μαλακό εύθραυστο κορμί
της όταν το έσφιγγε στην αγκαλιά του.

Τον τρόπο που κάπνιζε σαν
ντίβα.

Τον τρόπο που γελούσαν και
τα μάτια της, όταν χαμογελούσε.

Ερωτεύτηκε τα χείλη της, το
βλέμμα της, το όλο της το είναι.

Ο παραμυθάς όμως φάνηκε λίγος στα μάτια της. Η
κλάση της  ήταν ανώτερη. Παρόλη την καλή
διάθεση της πριγκίπισσας, πάντα οι ιστορίες είναι πιο ενδιαφέρουσες από αυτόν
που τις διηγείται.

Την τελευταία μέρα που έπρεπε να φύγει, οι ώρες
περνούσαν αργά και βασανιστικά για τον παραμυθά, ένιωθε πως μετρούσε αντίστροφα
για να τον πάνε για εκτέλεση. Δεν ήθελε να την αφήσει από την αγκαλιά του γιατί
ένιωθε πως αν την άφηνε, θα την έχανε για πάντα.

 

«Δεν θέλω να φύγεις» της είπε.
«Δεν γίνεται να ξαναέρθω» του είπε.
 

Η ώρα έφτασε, αποχαιρετίστηκαν κι η πριγκίπισσα
ανέβηκε στο φτερωτό της δράκο και γύρισε στο μακρινό πριγκιπάτο της και στον
πρίγκιπα που της προόριζαν για αυτήν κι οποίος μάλλον της ταιριάζει πολύ
καλύτερα από έναν απλό παραμυθά.

Έτσι η πριγκίπισσα άφησε τον παραμυθά να κοιτάζει τον ουρανό και να ελπίζει πως κάποια μέρα η πριγκίπισσα θα ξαναέρθει να τον δει…

Και τώρα το μόνο που έμεινε στον παραμυθά είναι η
γεύση της στο στόμα του και το σημάδι που άφησε στην καρδιά του. Το οποίο είναι
σαν αυτό το αποτύπωμά στο χιόνι (όπως κάναμε μικροί που ξαπλώναμε στο χιόνι  και φτιάχναμε αγγελάκια).

 

Μπορεί να μην βρίσκεται εκεί πλέον, αλλά είναι
φανερό πως από κει πέρασε ένας άγγελος! :)

 

Υ.Γ.
Αφιερωμένο


Subscribe Free
Add to my Page

Ερωτευθείτε γιατί χανόμαστε

Μόνο ένα πράγμα
θα μας βοηθήσει να την βγάλουμε καθαρή το 2009. Κι αυτό είναι ο έρωτας. Μπορεί
κι ο κανιβαλισμός. Αλλά κυρίως ο έρωτας.

Θα γίνω σαφής.

Αν
παρακολουθήσεις οποιοδήποτε δελτίο ειδήσεων θα νομίσεις ότι είμαστε
καταδικασμένοι. Σκάνδαλα, οικονομική κρίση, φασαρίες, πόλεμοι, δυστυχήματα… τα
ξέρεις μην συνεχίσω. Ακόμα και το «νεανικό εναλλακτικό δελτίο του star» να βάλεις πάλι θα νομίσεις ότι είμαστε
καταδικασμένοι με τη βλακεία που προβάλλει. Μπορεί να σε φτάσει σε σημείο
αυτοκτονίας με τόσους κώλους που δείχνει ενώ εσύ ξέρεις πως δεν μπορείς να
πιάσεις κανέναν.

Οπότε φοβάμαι πως
θα ξυπνήσω μια μέρα, θα βγω από το σπίτι κι ο κόσμος (σύμφωνα με τα δελτία
ειδήσεων) θα είναι κάπως έτσι:

Παντού θα
υπάρχουν σπασμένα παράθυρα και γκράφιτι με παράξενα σχέδια. Ο άνεμος να
σφυρίζει και να παρασέρνει άδεια κουτάκια αναψυκτικών καθώς αυτά κυλάνε μπροστά
από σπασμένες βιτρίνες. Πεινασμένα παιδιά να βάζουν τις βρώμικες χούφτες τους
στο στόμα καταπίνοντας μεγάλες μπουκιές από το ψημένο περιστέρι και την κονσέρβα
φασόλια τα οποία μαγείρεψαν σε έναν καμένο κάδο. Το ευρώ να έχει χάσει την αξία
του και να κοστίζει λιγότερο κι από ένα κομμάτι ψωμί. Τα πάντα γύρω να αποσυντίθενται.
Ακόμα και το σπίτι θα πέσει να σε πλακώσει ανά πάσα στιγμή χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι θα πεθάνεις ήσυχα στον ύπνο σου. Όοοοχι, θα είσαι ξύπνιος και
άυπνος, γεμάτος τρόμο να ανησυχείς για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή όταν ένα
κομμάτι από το ταβάνι θα πέσει στο κεφάλι σου κάνοντας το κομμάτια σαν να πατάς
ένα μπισκότο με το παπούτσι σου, κάνοντας το μυαλό σου να εκτοξευτεί από τα
αυτιά σου όπως βγαίνει μια ροζ-γκρι οδοντόκρεμα όταν τη ζουλάς από το
σωληνάριο. Κι όλες οι αναμνήσεις σου και οι γνώσεις που απέκτησες δεν θα είναι
τίποτα άλλο παρά ένας λεκές στο μαξιλάρι σου. Και θα λερώσεις και τα σεντόνια.
Κι αντί να αγοράσουν καινούργια, οι στεναχωρημένοι πενθούντες συγγενείς σου θα
πρέπει να πλένουν στο χέρι σε κρύο νερό για 6 ώρες τα λεκιασμένα από μυαλά και
αίμα σεντόνια για να μπορέσουν να τα καθαρίσουν και να τα δώσουν στα ορφανά
πλέον παιδιά σου που είναι καταδικασμένα να κοιμούνται σε έναν εγκαταλειμμένο
υπόγειο σταθμό ηλεκτρικού τρέμοντας μες στο σκοτάδι καθώς ακούνε έξω να πέφτουν
βόμβες με βιολογικούς ιούς και χημικά καταστρέφοντας τα λίγα υπολείμματα της
πόλης από πάνω.

Καλωσήρθες στο
2009 των δελτίων ειδήσεων.

Έτσι τι μας μένει
να κάνουμε για να επιβιώσουμε σε έναν τέτοιο κόσμο? Μια λύση θα ήταν να  κλείσουμε τα μάτια μας και να ελπίσουμε όλα
τα εμπόδια να εξαφανιστούν αλλά αυτό δεν πιάνει σχεδόν ποτέ, εκτός κι αν είσαι
οδηγός λεωφορείου και τρέχεις με μεγάλη ταχύτητα και δεις ξαφνικά μπροστά σου ένα
τσούρμο μαθητές γυμνασίου να έχουν κλείσει το δρόμο και να διαδηλώνουν. Τότε
δεν μπαίνεις καν στον κόπο να πατήσεις φρένο, απλά κλείνεις τα μάτια κι εύχεσαι
να φύγουν. Όχι αυτή δεν είναι λύση, η μόνη λύση είναι να συνεργαστούμε μεταξύ
μας. Το ξέρω, το ξέρω: ιγκχχχ. Το αίσθημα του να μοιράζεσαι έχει εκλείψει από
την ανθρώπινη φύση. Όλα αυτά τα χρόνια τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από σένα,
τα όμορφά σου πράγματα, το αμάξι σου, την plasma τηλεόρασή σου κι όλοι οι άλλοι ας κόψουν το λαιμό τους.
Τώρα, τους δύσκολους αυτούς καιρούς θα πρέπει να χτυπήσουμε την πόρτα του
διπλανού και να ανταλλάξουμε κάτι παραπάνω από λίγη ζάχαρη. Ίσως να μην είναι
και τόσο άσχημο. Φαντάσου τον εαυτό σου να μοιράζεται ένα γεύμα με τον γείτονα.
Ή το πλυντήριο. Ή ένα αφρόλουτρο! Κοίτα, υπάρχουν και κεράκια γύρω γύρω από την
μπανιέρα. Και πίνετε κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί! Τι πιο υπέροχο? Όλα αυτά με
την προϋπόθεση βέβαια ότι έχεις ελκυστικούς γείτονες. Αν δεν έχεις, ατύχησες.
Θα πρέπει να κλείσεις τα μάτια και να ελπίσεις όλα να εξαφανιστούν. Ειδικά τη
στιγμή που θα σηκωθούν όρθιοι, θα γυρίσουν από την άλλη και θα σκύψουν να
πιάσουν το σαπούνι.

Η όλη φάση με το
αφρόλουτρο μπορεί να μας δείξει το δρόμο προς την καλυτέρευση της ζωής μας. Όλο
το σκηνικό ακούγεται αρκετά ρομαντικό κι ο ρομαντισμός είναι κάτι που λείπει
στις μέρες μας. Ο αυθεντικός ρομαντισμός όχι μόνο κάνει τη ζωή πιο υποφερτή,
αλλά της δίνει και νόημα. Και το βασικότερο? Δεν κοστίζει τίποτα. Το να αγοράζεις
λουλούδια, να γευματίζεις σε ακριβά εστιατόρια πάνω από αρωματικά κεριά ή να
πηγαίνεις βόλτες σε στολισμένους δρόμους κάτω από Παριζιάνικα φώτα δεν είναι
ρομαντισμός. Είναι τεμπέλικη επιδειξιμανία. Ένα αυθεντικό ρομάντζο, ένας
αληθινός έρωτας μπορεί να ανθίσει ακόμα και μέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ.
Απόδειξέ το στον εαυτό σου. Κάλεσε κάποιον/α σε ραντεβού και πέρνα όλο το
απόγευμά σου μέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ, προσπαθώντας να δημιουργήσεις
ρομαντική ατμόσφαιρα. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, απάγγειλε ερωτικά στιχάκια από
αυτά που υπάρχουν πίσω από τα ημερολόγια. Αν το καταφέρεις πάντως θα έχεις στα
σίγουρα σύντροφο (και κατά συνέπεια σεξ) για μια ζωή. Ή για μια βδομάδα.
Εξαρτάται πότε θα σου έρθει να δημιουργήσεις νέα σχέση. Αλλά ακόμα κι αν
χωρίσετε, δεν τρέχει κάτι: θα έχεις χρόνο για περισσότερο ρομαντισμό με κάποιον
άλλο. Που σημαίνει κι άλλα ραντεβού μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες. Έτσι βγαίνουν
όλοι κερδισμένοι.

Και πού κολλάει ο
έρωτας σε όλο αυτό το μετα-αποκαλυπτικό σενάριο? Πίστεψέ με όταν σύμφωνα με τα
δελτία προς τον Οκτώβρη ο κόσμος μας βρίσκεται υπό διάλυση και τρέχουμε να
κρυφτούμε σε καταφύγια, η ικανότητα να ψιθυρίζεις δυο γλυκόλογα στο αυτάκι του
άλλου θα είναι απαραίτητη, έστω και μόνο για να βρεις κάποιον να μοιραστείτε τη
θερμότητά του σώματός σας. Ή έστω και μόνο για να βρεις κάποιον για να ψάχνετε
τροφή μαζί. Πόσο πιο εύκολα θα συνεργαζόσαστε αν έχετε περάσει όλο το βράδυ
αγκαλιασμένοι. Ο κόσμος έξω μπορεί να είναι επικίνδυνος αλλά δε θα είσαι μόνος.
Θα είστε δύο. Ένας για να μπαίνει να κάνει το πλιάτσικο μέσα από τα
εγκαταλειμμένα πολυκαταστήματα κι ο άλλος για να διώχνει τυχόν άλλους επίδοξους
πλιατσικολόγους κραδαίνοντας ένα φλεγόμενο πανί πάνω σε ένα καδρόνι. Ακόμα και
τα υπουργεία θα αλλάξουν. Αντί για Υπουργείο Οικονομίας για παράδειγμα θα
υπάρχει Υπουργείο Ξεκοιλιάσματος Περαστικών Και Παλουκώματος Των Κρανίων Τους
Ως Προειδοποίηση Για Τους Άλλους.

Λαμβάνοντας όλα
αυτά υπόψη το 2009 προβλέπεται να είναι ενδιαφέρουσα χρονιά, όχι σαν το 2006 ας
πούμε κατά τη διάρκεια του οποίου δεν έγινε τίποτα.

Κάποιος
κακόπιστος μπορεί να σκεφτεί ότι το παραπάνω εφιαλτικό σενάριο δεν είναι
πειστική δικαιολογία για να τον πείσει να βρει σύντροφο. Όλη αυτή η
τρομολαγνεία ίσως είναι κατασκεύασμα των δελτίων ειδήσεων με αρχηγό τον
Ευαγγελάτο για να τρομάζουν τον κόσμο, να του δημιουργούν ανασφάλειες και να
τον οδηγούν στην υπερκατανάλωση μιας και με την αγορά κι άλλων άχρηστων
προϊόντων όλοι νομίζουμε πως μπορούμε να καλύψουμε το κενό που νιώθουμε στη ζωή
μας. Εξάλλου γιατί κάποιος να θέλει να βρει σύντροφο? Δεν υπάρχει κάτι πιο
ωραίο από το να μένεις μόνος. Γιατί να φορτωθείς κι άλλον? Επειδή είσαι
ερωτευμένος? Πφφ. Αυτό θα περάσει μετά από λίγα χρόνια και το μόνο που θα σου
μείνει θα είναι ένας κατάλογος με εκνευριστικές και ανυπόφορες συνήθειες, τις
οποίες ενώ στην αρχή τις έβρισκες χαριτωμένες, τώρα σε κάνουν να πάρεις φόρα
και να καρφώσεις το μάτι σου στην κρεμάστρα. Και για να αποφύγετε να
δολοφονήσετε ο ένας τον άλλον θα πρέπει να βρίσκεστε σε μια συνεχή νάρκωση με DVD boxsets και καμιά εκδρομούλα πού και πού.

Αυτά όμως θα τα
σκεφτεί κάποιος κακόπιστος. Συμφωνώ πως υπάρχουν ένα εκατομμύριο λόγοι για να
μην θέλει κάποιος να κάνει σχέση. Αλλά όλοι ξεκινούν από έναν λόγο. Τον
βασικότερο. Και αυτός είναι ο φόβος. Ο φόβος μήπως στην τελική όντως ερωτευτείς.

Γιατί ο έρωτας
είναι απαίσιο πράγμα. Χειρότερο κι από ασθενή με γρίπη σε γεμάτο λεωφορείο με
κλειστά παράθυρα. Αν κάτι στραβώσει –που συνήθως πάντα κάτι στραβώνει- νιώθεις
σαν να τρως μια κλωτσιά στο θώρακα και να σου πιέζει την καρδιά βαθιά μέχρι την
ψυχή σου. Αν έχεις καεί από σχέση μια φορά, από εκείνο το σημείο κι έπειτα το
να ερωτεύεσαι είναι σαν να προσκαλείς έναν λυκάνθρωπο στο σπίτι σου: κάθεσαι σε
μια άκρη και τον κοιτάς θαμπωμένος, ενώ αυτός τρώει στο τραπέζι και θαυμάζει
τις κουρτίνες σου. Κάνετε ψιλή κουβεντούλα και λέτε αστειάκια. Αλλά όσο και να
προσπαθείς, δεν μπορείς να χαλαρώσεις, δε μπορείς να αφεθείς τελείως, είσαι σε
ένταση γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή ότι ο λυκάνθρωπος μπορεί να σου ορμήσει και
να σου ξεσκίσει το λαρύγγι. Ή να σου ξεριζώσει την καρδιά.

Όταν βρεθείς
αντιμέτωπος με την καταστροφική μανία του έρωτα έχεις 3 επιλογές. 1)Να
κατεβάσεις ρολά στα συναισθήματά σου και να τον αποφύγεις. 2)Να βρεις κάποιον
που απλά εκτιμάς ή σου αρέσει κι όχι κάποιον που ερωτεύτηκες και να προσπαθήσετε
να τα βρείτε (και να μιζεριάσετε στην πορεία). Ή 3)να αποβάλλεις κάθε δισταγμό
και να προσφέρεις την ευαίσθητη και παλλόμενη καρδιά σου στα χέρια του άλλου με
την ελπίδα να μην την συντρίψει λες και είναι ένα χάρτινο κουτάκι Amita που θέλει να στο σκάσει.

Εκ πρώτης όψεως
ως πιο λογική φαντάζει η επιλογή νούμερο 1.

Αλλά ααργκ και damn! και γκρρρ δεν είναι αυτή η σωστή
επιλογή. Το να προσπαθείς συνεχώς να γυρίζεις την πλάτη στον έρωτα με το φόβο
μην ξανακαείς θα οδηγήσει σε ατροφία κι εξασθένηση όλων των συναισθημάτων σου
και θα σε μετατρέψει σε ένα μοναχικό ων γκρινιάρικο και μίζερο. Άσε που είναι
αδύνατον να εξαφανίσεις αυτή την έμφυτη διάθεση για συντροφικότητα κι επαφή. Ακόμα
και στο σουπερμάρκετ να βγεις μια βόλτα, θα συνειδητοποιήσεις πως όλα είναι
φτιαγμένα για 2, από τα πακέτα με κρέατα ή λαχανικά ή μπισκότα ή κάθε είδους
φαγώσιμο τα οποία ΟΛΑ είναι ζυγισμένα κ μετρημένα με ακρίβεια για να
καταναλωθούν από τουλάχιστον 2 άτομα, μέχρι τις συνταγές μαγειρικής πάντα με
σκοπό να καταναλωθούν για 2 τουλάχιστον άτομα ή ακόμα και με τις δωρεάν
προσκλήσεις από περιοδικά και ραδιόφωνα. Πάντα είναι διπλές. Οπότε καθώς
στέκεσαι στο σουπερμάρκετ πάνω από τις συσκευασίες για 2 άτομα που σου
υπενθυμίζουν πόσο μόνος είσαι, δε γίνεται να μην κοιτάξεις τα γύρω ζευγάρια με
ένα αίσθημα ζήλιας ακόμα κι αν αυτά τσακώνονται γιατί δε μπορούν να συμφωνήσουν
για το αν θα αγοράσουν μαρμελάδα φράουλα ή βερίκοκο. Μπορεί να τσακώνονται και
να φαίνονται δυστυχισμένοι, αλλά τουλάχιστον τους ενώνει η μιζέρια τους.

Άλλο όμως ο έρωτας
κι άλλο το σεξ σαν φυσιολογική ανάγκη ή η σχέση-κουβέρτα που προσφέρει
προστασία και καλύπτει κάθε ανασφάλεια. Εκεί δε μιλάμε για έρωτα αλλά για
καθαρή συμφεροντολογία κι εγωισμό. Κι ο έρωτας με τον εγωισμό το μόνο κοινό που
έχουν είναι ότι ξεκινούν με το ίδιο γράμμα. Γιατί στον έρωτα δίνεσαι απλόχερα
δεν απαιτείς.ούτε περιμένεις αντάλλαγμα. Γιατί στον έρωτα δεν υπογράφεις
συμβόλαια και αν ήταν απλά για να καλύψουν μια ανάγκη (να ξεχαρμανιάσουν
δηλαδή)  όλοι οι άνθρωποι θα έφταναν στο σημείο να πηγαίνουν
με άτομα με τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα πήγαιναν ποτέ ή με τον πρώτο τυχόντα. Ή να
πήγαιναν ακόμα και με ζώα (αυτό συμβαίνει σε πιο εχμμ… βουκολικές περιοχές).
Όχι, με ζώο δε θα πήγαινα ποτέ, για το βασικότερο λόγο ότι δε ζούνε αρκετά
οπότε θα έπρεπε να κάνω 5-6 γάμους με γάτες ή σκύλες μέχρι το τέλος της ζωής
μου, ενώ κάθε φορά θα ήμουν χήρος και θα έτρεχα με κληρονομιές και μνημόσυνα.
Εκτός κι αν τα έφτιαχνα με χελώνα που ζούνε πολλά χρόνια αλλά είναι τόσο
αργοκίνητες που αν της ζήταγα μια μπύρα, μέχρι να μου την φέρει από το ψυγείο η
μπύρα θα είχε γίνει κάτουρο.

Ένα είναι
σίγουρο. Ο έρωτας είναι σαν κεραμίδα. Σου έρχεται από κει που δεν το περιμένεις
και σε βαράει κατακούτελα..! 

Δεν ξέρω πόσοι από αυτούς που άντεξαν να διαβάσουν
αυτό το παραληρηματικό κείμενο έχουν βρει τον έρωτά τους ή τον ψάχνουν επίμονα
ή τον αγνοούν επιδεικτικά. Το θέμα είναι πως στο σκοτεινό και άγνωστο μέλλον
που μου επιφυλάσσει το 2009 όσον αφορά στον αισθηματικό τομέα διακρίνω ένα φως
στον ορίζοντα. Το αν πρόκειται για μια ηλιαχτίδα (πίσω από την οποία κρύβεται
ένας λαμπρός ήλιος) ή απλά για ένα πυροτέχνημα θα δείξει. Μείνετε
συντονισμένοι.


Αυτό που ξέρω μόνο είναι πως το φως αυτό, φωτίζει
τις μέρες μου. :)


Subscribe Free
Add to my Page

Η στόφα του γιατρού

Τσούρμο φοιτητών ακολουθούμε ειδικευόμενο για να δούμε ενδιαφέρον περιστατικό που μόλις εισήλθε. Οι φοιτητές γύρω από τον γιατρό σαν μύγες τον ρωτάνε πληροφορίες, για εξετάσεις ούρων, αέρια αίματος, σκέφτονται πιθανές αιτίες, διαφορικές διαγνώσεις. Φτάνουμε έξω από την πόρτα. «Θέλετε να ρωτήσετε τίποτα άλλο?» ρωτάει ο γιατρός.

Ησυχία. Μερικοί ψάχνουν τι δε ρώτησαν, άλλοι σκέφτονται αυτά που άκουσαν.

«Το όνομά του ποιο είναι?» πετάχτηκα.

Ο ειδικευόμενος έμεινε με το πόμολο στο χέρι. «Τι το θες το όνομά του?»

«Ε τι θα μπούμε και θα πούμε καλημέρα ασθενή με το τάδε σύμπτωμα και την τάδε πιθανή θεραπεία?».

Ο γιατρός ξεφύσηξε και με κοίταξε με το βλέμμα είμαι-πολύ-απασχολημένος-για-να-ασχοληθώ και μπήκε.

Αφού κάναμε ό,τι κάναμε, μετά ανοίξαμε συζήτηση. Ο συγκεκριμένος ειδικευόμενος πέραν από καλός γιατρός είναι κι ευγενικός με τους ασθενείς, αλλά είναι της άποψης πως όλους τους ασθενείς πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε ψυχρά σαν περιστατικά γιατί έτσι μπορείς να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου και θα αντιμετωπίζεις και όλους το ίδιο.

Δεν θέλω να το παίξω ιδιαίτερα ευαίσθητος, γιατί δεν είμαι, αλλά αυτή η ψυχρή αντιμετώπιση δε μου βγαίνει. Συνήθως δεν επηρεάζομαι από περιστατικά αλλά είναι φορές που έχω δεθεί με ορισμένους ασθενείς κι ενδιαφέρομαι πραγματικά για την πορεία της νόσου τους.

Την συζήτηση την κάναμε στο γραφείο των γιατρών μαζί με άλλους 2 φοιτητές που με υποστήριζαν. Ο ειδικευόμενος είχε αρχίσει να παραιτείται μέχρι που μπήκε ένας καθηγητής μας, φοβερός τύπος γύρω στα 50 κάτι. Άκουσε λίγο από την κουβέντα μας.

«Ένα θα σας πω» μας είπε. «Ο γιατρός οφείλει να είναι ψυχρός. Εγώ 20 χρόνια έκανα την ίδια εγχείρηση και η πρώτη φορά που μου έτυχε επιπλοκή ήταν όταν χειρουργούσα τον πατέρα μου».

Η άποψη του συγκεκριμένου είναι πως το συναίσθημα πρέπει να μείνει απέξω, δεν εξετάζεις προσωπικότητες εξετάζεις περιπτώσεις νόσων. Ο θάνατος είναι θάνατος και ή θα σε σοκάρει σε όποιον και να τύχει είτε είναι γνωστός σου είτε άγνωστος, ή θα τον ξεπεράσεις και θα πας παρακάτω.

Εκείνη τη μέρα γύρισα σπίτι και άνοιξα την τιβι. Έλεγαν για τον πυροβολισμό του Διαμαντή του αστυνομικού. Κι άρχισαν τα λόγια του στυλ «παιδί της γενιάς των 700 ευρώ, ήθελε να γίνει γιατρός αλλά δεν είχε λεφτά κι έγινε αστυνόμος» κι άλλα τέτοια. Μπας και μας συγκινήσουν και νιώσουμε κάτι για το τραυματισμό του.

Τελικά η κοινωνία μας είναι ψυχρή. Λυπόμαστε για το θάνατο κάποιου μόνο αν είναι λαϊκό παιδί και ταλαιπωρημένο ή πάμε να δικαιολογήσουμε το θάνατο άλλων αν έχουν παραβατικές συμπεριφορές.

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν έχω τη στόφα του γιατρού. Μικρός φαινόμουν, ήμουν φυτουκλάκι με γυαλάκια, πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι ή τίποτα ποτήρια με μαλακιούλες μέσα που τις ανακάτευα και το έπαιζα χημικός. Φαινόμουν τι θα γίνω.

Μεγαλώνοντας αρχίζω και το χάνω. Καταρχάς με τους φίλους μου με τους οποίους κάνουμε όλο βλακείες, όταν γνωρίζω καινούργια άτομα οι περισσότεροι λένε: «σοβαρά μιλάς? Εσύ σπουδάζεις γιατρός?».

Τις προάλλες ήμουν καλεσμένος σε γιορτή πολύ καλής μου φίλης και τα παιδιά από την παρέα ήξεραν αυτούς που είχαν το μαγαζί. Όταν με συστήνουν στο σερβιτόρο-κάφρο-φίλο των παιδιών του λένε: «Απο δω ο Βασίλης, γιατρός». «Πλάκα με κάνεις!» έρχεται η απάντηση. «Και για πες μου τώρα ,το κάνιιεις καιρό αυτό ή σου ρθε πάνω στην τρέλα?». «Μου ρθε πάνω στην τρέλα, τέλλλος» του απαντάω. Από εκείνο το σημείο και πέρα ο σερβιτόρος δε με άφησε χλωρό κλαρί και «κεράστε το γιατρό», «ώπα ο γιατρός χορεύει», «ώπα ο γιατρός την έχει ακούσει μην του δίνετε άλλο να πιει».

Οι μεγαλύτερες ηλικίες ψαρώνουν με το γιατριλίκι. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα να με συμπαθήσουν γονείς κοριτσιών με τις οποίες έβγαινα. Μια φορά που έτρωγα με γονείς και παππούδες της πρώην, πέρασα σχεδόν όλο το μεσημέρι να κοιτάζω εξετάσεις πάνω από τα πιάτα μας. Και να προσποιούμαι πως τις καταλαβαίνω. Αλλά ντάξει ποιος γονιός δε θα συμπαθούσε γιατρό. Αντίθετα, τα πρώτα χρόνια της μετεφηβικής ηλικίας γύρω στα 18-23 οι κοπέλες άκουγαν ότι σπουδάζω γιατρός και ξενέρωναν, σε αυτές τις ηλικίες οι κοπελες ψαρώνουν με τίποτα ΤΕΙ, αλήτες και καλά με μηχανάκια και πόζα. Μετά τα 24 που αρχίζουν να σκέφτονται την αποκατάστασή τους το επάγγελμά μας έχει πάλι πέραση.

Τις προάλλες καθόμασταν με φίλους σε καφετέρια της γειτονιάς κι απέναντι ήταν 3 κοπέλες. 2 απτην παρέα μας έκαναν κάτι προσπάθειες να τους μιλήσουν αλλά έφαγαν πόρτα. Κάποια στιγμή ένας φίλος μου έκανε πως είχε τουμπανιάσει το στομάχι του απτους πολλούς καφέδες κι εγώ είχα βγάλει το στηθοσκόπιο (γιατί ερχόμουν από σχολή) και έκανα για πλάκα πως του άκουγα το στομάχι. Ε, η μία γκόμενα σηκώθηκε και μου έπιασε την κουβέντα ρωτώντας: «Καλέ γιατρός είσαι?»

Αλλά ακόμα δε μπορώ να υιοθετήσω την πρέπουσα ιατρική συμπεριφορά. Στο σκηνικό με την κοπέλα στην καφετέρια, μου λέει κάποια στιγμή πως μερικές φορές έχει κάτι πόνους στο στήθος κι εγώ για πλάκα τεντώνω το χέρι μου προς τα κει και της λέω: «Κάτσε να πιάσω κ θα σου πω!». Έμεινε κάγκελο η κοπέλα.

Η mother αρχικά αγανακτούσε με μένα, αλλά τώρα για να μην την στεναχωρώ όποτε μου φέρνει τίποτα θείες στο σπίτι για ιατρικές συμβουλές (πιο πολύ για να πουλήσει μούρη, όχι πως έχω σπουδαίες γνώσεις) είμαι σοβαρός και επίσημος. Εξακολουθεί να φωνάζει που κάτι φορές κυκλοφορώ με σκισμένα τζιν ή μουσάκια ή τίποτα φούτερ με παράξενα σχέδια και δεν ντύνομαι όπως οι γιατροί με πουκάμισα και μοκασίνια, αλλά της εξηγώ πως ακόμα είμαι φοιτητής και θα φέρομαι σαν φοιτητής.

Πάντως μέχρι να αποκτήσω την τυπική συμπεριφορά γιατρού έχουμε καιρό. Όχι πες μου εσύ πόσους γιατρούς έχεις δει πάνω σε γορίλες!!!

Υ.Γ. Έλεος στα pc της σχολής μας τα άτομα που ελέγχουν τον κλιματισμό δεν την παλεύουν. Το καλοκαίρι το ρυθμίζουν στο -30 κι ερχόμαστε με ζακέτες, ενώ το χειμώνα το ανεβάζουν στο +60 και βγάζουμε την μπέμπελη! J.C.! (όπως θα έλεγε κι ο Trikalos)

Μετα-εορταστικό στρες

H πρώτη εβδομάδα
του Γενάρη είναι παράξενη.

Οι μισοί άνθρωποι
περιφέρονται στο σπίτι σε μια θολούρα κι ένα πολυήμερο hangover από τα ξενύχτια και τα μεθύσια των
γιορτών, φορώντας πιτζάμες βουτηγμένες σε ζάχαρη άχνη από τους τελευταίους
κουραμπιέδες που πασχίζουν να φάνε για να τελειώσουν κάποια στιγμή και να
ξεκινήσουν τη δίαιτα που έβαλαν στόχο για το νέο έτος, λιώνοντας σε ένα καναπέ
μπροστά στην τηλεόραση παρακαλώντας το Θεό να μην έχει άλλες χριστουγεννιάτικες
επαναλήψεις γιατί με το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο που θα δουν στην τιβί θα
φύγει το κουτί με τους τελευταίους κουραμπιέδες πάνω στην οθόνη.

Οι άλλοι μισοί περιφέρονται
με θολούρα και hangover στη δουλειά τους, φορώντας ρούχα βουτηγμένα στην άχνη ενώ αν δουν κι
άλλο χριστουγεννιάτικο φόντο ή screensaver στο pc, θα πετάξουν το τελευταίο κουτί με κουραμπιέδες πάνω στην οθόνη.

Ένας είναι ο
λόγος που οι άνθρωποι αυτές τις μέρες είναι κακόκεφοι και ευερέθιστοι: Οι
περισσότεροι πάσχουν από Μετα-Εορταστικό Στρες (ΜΕΣ).

Το ΜΕΣ δεν είναι
κάτι ασήμαντο. Ίσως οφείλεται στο ότι μετά από μια τρελή κατανάλωση κατά τη
διάρκεια των γιορτών κάθε είδους γλυκίσματος και γιορτινού γεύματος με γαλοπούλες,
αρνιά κι άλλα καλούδια, τα κόβουμε όλα μαχαίρι. Λίγο η στέρηση από την έλλειψη
γλυκόζης, λίγο ότι η χοληστερίνη αγκομαχά να κατέβει στο φυσιολογικό, λίγο τα new year resolutions κι οι στόχοι να χάσουμε κανα κιλό,
λίγο ότι συνειδητοποιούμε πως  θα
επιστρέψουμε όλοι κανονικά στις δουλειές μας…ε δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος
για να σαλτάρει.

Θύμα ενός ατόμου
με μετα-εορταστικό στρες έπεσα εγώ ο ίδιος τις προάλλες. Ένα βράδυ ένας
συμφοιτητής μου, 2 συμφοιτήτριες κι εγώ είμασταν καλεσμένοι σε μια συγκέντρωση
που έκανε ένας ειδικευόμενος γιατρός. Εκείνο το βράδυ για κακή μας τύχη
αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί με ένα αμάξι. Το οποίο θα οδηγούσε η Ε. Όμορφη
κοπέλα και αξιαγάπητη. Με την οποία παλιά για λίγο κάτι είχε γίνει μεταξύ μας.

Αυτή είχε
αναλάβει το τιμόνι, εγώ συνοδηγός και το άλλο ζευγάρι στα πίσω καθίσματα. Οι
πίσω σε όλη τη διαδρομή τσακώνονταν για κάτι ασήμαντο, η Ε. είχε βάλει village fm και οδηγούσε προσηλωμένη σιγοτραγουδώντας κι εγώ όπως κάνω συνήθως όταν
είμαι συνοδηγός χάζευα χωρίς να προσέχω τη διαδρομή. Βρισκόμουν σε άλλο σύμπαν
τελείως.

«Συνεχίζω
ευθεία?» με ρωτάει κάποια στιγμή. Πετάγομαι απαλά βγαίνοντας από την
ονειροπόλησή μου και συνειδητοποιώ πως είμαι μέσα στο αυτοκίνητο. Σε μια
τελείως άγνωστη περιοχή. Και σε κάθε πλευρά να ανοίγονται στενάκια που όλα
έμοιαζαν τρομακτικά μεταξύ τους.

«Δεν ξέρω,
συνέχισε ευθεία κάνε μετά δεξιά και βλέπουμε». Το ζευγάρι πίσω άρχισε να
τσακώνεται πιο έντονα.

«ΘΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΤΕ
ΕΣΕΙΣ ΕΚΕΙ ΠΙΣΩ?». Πρώτο ξέσπασμα θυμού από την Ε.

Μετά από λίγο
πατάει απότομα τα φρένα σε μια διασταύρωση. «Δεν πηγαίνει δεξιά» μου λέει.
«Τότε θα πρέπει
να πας αριστερά».
«Και μετά τι?»
«Ε ξέρω γω μετά
θα πας δεξιά και πάλι δεξιά. Θα ψάξουμε λίγο και θα το βρούμε.»

Έκανε όπως της
είπα.
«Ορίστε έστριψα 2
φορές δεξιά, είναι αυτός ο δρόμος που ψάχνουμε?»
«Δεν είμαι
σίγουρος» είπα διστακτικά, ενώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα πού βρισκόμασταν.

Οι δρόμοι
στένευαν κι η Ε. είχε αρχίσει να αγχώνεται. Και να εκνευρίζεται.

«Ανάθεμα την ώρα
και τη στιγμή που σας έβαλα στο αμάξι μου» σιγομουρμούρισε.
Οι άλλοι πίσω δεν
έβγαζαν άχνα.

« Χαλάρωσε, στη
χειρότερη θα τον πάρουμε τηλέφωνο να μας δώσει οδηγίες.»

«Μα κι εσύ, ούτε
ένα δρόμο δε μπορείς να βρεις?» μου λέει.

«Γιατί απτη
στιγμή που δε μπορείς να βρεις το δρόμο εσύ, θα πρέπει να τον βρω εγώ? Ηρέμησε
όμως, να περάσουμε καλά πάμε.»

«ΕΤΣΙ ΗΣΟΥΝ
ΠΑΝΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΣΕ ΕΝΟΙΑΖΕ, ΟΛΑ ΣΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΣΟΥ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΣ Κ ΜΕΤΑ ΤΑ ΛΑΘΗ ΣΟΥ
ΤΑ ΛΟΥΖΟΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ!»

Κάπως έτσι
τελοσπαντων τα είπε. Τα ξεφώνισε βασικά.
Εγώ απάντησα με
ένα απλό «Ουόου. Χαλάρωσε.»

Μετά από 5 λεπτά
πλακώθηκε στα φρένα, ανέβηκε το πεζοδρόμιο κι έσβησε τη μηχανή.
«Τι έγινε πάλι,
γιατί σταματήσαμε?» της είπα.
«Γιατί φτάσαμε»
μου είπε χαρούμενα, μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και κατεβήκαμε.
Φαινόταν να έχει ξεχάσει τελείως τις προσβολές της 5 λεπτά πριν.

«Δεν έπρεπε να
μας μιλήσει έτσι» είπε η συμφοιτήτρια που καθόταν στο πίσω κάθισμα.
«Ωωω, άστο να
πάει στο διάολο, μάλλον έχει περίοδο» είπε ο άλλος του πίσω καθίσματος και
κατεβήκαμε.

«Δε θυμάμαι όμως τον αριθμό» μας είπε η Ε.
Κανείς από μας δεν τον θυμόταν και στο τηλέφωνο του ειδικευόμενου που έκανε το
πάρτι δεν πιάναμε σήμα.

«Ωχ όχι…»
ψιθύρισα. Η Ε. το πάθαινε συχνά, να ξεχνάει οδούς, νούμερα και σπίτια. Και τότε
αποφάσιζε να το παίξει ρώσικη ρουλέτα.

«Νομίζω ότι είναι
αυτό εδώ» είπε καθώς μετρούσε κάποια σπίτια από το σημείο που παρκάραμε. «Έχει
μπλε πόρτα?»

«Πού θες να ξέρω
τι χρώμα έχει η πόρτα του?» είπε η φίλη της.

«Είμαστε σίγουροι
ότι είμαστε στη σωστή οδό?» είπε ο άλλος.

«Σε ισόγειο δε
μένει? Για κάτσε από αυτό το παράθυρο βλέπω φώτα, για περιμέντε».μας είπε η Ε.
και σκαρφάλωσε σε ένα παρτέρι να κρυφοκοιτάξει μέσα από την μπαλκονόπορτα. Ο
συμφοιτητής μου κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο, ενώ η άλλη συμφοιτήτρια
οπισθοχωρούσε τρομαγμένη προς το σημείο όπου είχαμε παρκάρει.

Η Ε. είχε
σκαρφαλώσει για τα καλά. «Βλέπω κόσμο μαζεμένο μέσα, αλλά μέχρι τώρα δε βλέπω
κάποια γνωστή φάτσα. Πολλά γερόντια βλέπω, οπότε μάλλον δεν είναι αυτό το σπ…».
Εκείνη τη στιγμή ανοίγει η διπλανή μπαλκονόπορτα του ίδιου διαμερίσματος και
βγαίνει ένας άντρας. «Θέλετε κάτι?»

«Εεεμ μήπως μένει
εδώ ο Δ. και η Ι.?» ρώτησε η Ε. απολύτως φυσιολογικά καθώς κατέβαινε απτο
παρτέρι τινάζοντας τα χέρια της.

«Όχι» είπε ο
άνθρωπος κοιτώντας παράξενα.

«Μήπως ξέρετε πού
μένουν?»

«Πού θες να ξέρω
κοπέλα μου?»

«Γείτονές σας
πρέπει να είναι, θα πρέπει να ξέρετε σε ποιο σπίτι μένουν».

«Δε μένει κανένα
ζευγάρι σε αυτό το δρόμο που να το λένε Δ. και Ι.»

«Πας καλά ρε φίλε
τη μια μας το παίζεις ότι δεν έχεις ιδέα και την άλλη μας λες ότι ξέρεις όλους
όσους μένουν σε αυτό το δρόμο?»

Ζήτησα συγνώμη
και την τράβηξα με το ζόρι ενώ αυτή έλεγε κουβέντες του στυλ «να δεις που ήμασταν
στο σωστό σπίτι και μας το έκρυβε ο αλήτης, άσε με να ξαναπάω πίσω!».

Τελικά αφού
απομακρυνθήκαμε, καταφέραμε να πιάσουμε γραμμή στο σπίτι του ειδικευόμενου και
μας είπε τη σωστή οδό η οποία απείχε κανα δυο χιλιόμετρα από εκεί που ήμασταν.
Στο πάρτι η συμπεριφορά της ήταν σχετικά νορμάλ, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός
πως όταν κάτσαμε σε τραπέζι να φάμε η σαλάτα που της σέρβιραν δεν της άρεσε,
χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει τι ακριβώς ήταν αυτό που την ενοχλούσε. Οπότε
αντί να την αφήσει στην άκρη προτίμησε να ακολουθήσει την τακτική να λέει δήθεν
σε μένα διάφορα άσχημα για τη σαλάτα κάθε φορά που περνούσε η οικοδέσποινα από
δίπλα μας.

Για το υπόλοιπο βράδυ καλού κακού δεν είχα
πολλά πάρε δώσε με την Ε. ενώ αναρωτιόμουν αν λόγω αυτής την παράξενης
κυκλοθυμικής συμπεριφοράς της δεν αντέξαμε σαν ζευγάρι ή αν αυτή η συμπεριφορά
της με γοήτευσε εξαρχής ή αν την απέκτησε απλά μετά τις γιορτές. Είπαμε λόγω
του ΜΕΣ!

Περαστικά μας!

It’s my party and I’ll cry if I want to

Κάπου είχα
ακούσει πως την πρώτη μέρα κάθε μήνα πρέπει να προσέχεις πως την περνάς, γιατί
έτσι θα περάσεις και τις υπόλοιπες μέρες του μήνα. Αν αυτό ισχύει τότε την
πρώτη μέρα κάθε χρόνου θα πρέπει να κοιτάξεις να την περάσεις όσο καλύτερα
γίνεται, αν έτσι πρόκειται να σε πάει κι ο υπόλοιπος χρόνος.

Ειδικά την αλλαγή
του χρόνου θέλω πάντα να την περνάω όσο πιο όμορφα μπορώ. Κι όπως συμβαίνει πάντα όταν έχουμε μεγάλες προσδοκίες για κάτι, στο τέλος καταλήγουμε να απογοητευόμαστε.

Έχω κάνει αλλαγή
του χρόνου σε club για
να μην τη σπάσω στην παρέα (και κατέληξα ξενερωμένος όλο το βράδυ), έχω κάνει
αλλαγή του χρόνου μόνος στο σπίτι κι αμέσως μετά την αλλαγή έβαλα να δω ένα
επεισόδιο Buffy the Vampire Slayer ενώ στο καπάκι
κάθισα και διάβασα Χάρι Πότερ μέχρι να έρθει κι η υπόλοιπη οικογένεια σπίτι και
να τους ευχηθώ. Έχω κάνει αλλαγή του χρόνου μόνος στο σπίτι ακούγοντας μουσική.
Ήθελα για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο ο νέος χρόνος να με βρει ακούγοντας το Re-align των Godsmack. Για όποιον έχει την περιέργεια να το ακούσει ας πατήσει το play στο τέλος του ποστ. Αν και δεν το
συνιστώ.

Δεν ήταν γιατί
δεν είχα πού να πάω, θυμάμαι είχα απορρίψει προτάσεις για έξοδο. Κι αν
εξαιρέσεις την αλλαγή του χρόνου στο club, τις άλλες δύο φορές πέρασα όμορφα κι ας ήμουν μόνος γιατί τις πέρασα
ακριβώς όπως ήθελα. Έστω με την Buffy ή τους Godsmack.

Η φετινή αλλαγή
του χρόνου όμως ήταν από τις πιο ξεχωριστές.

Τις μέρες των
γιορτών περνούσα από τα νοσοκομεία γιατί όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ
έρχονται διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά, από ηλεκτροπληξίες από λαμπάκια
μέχρι παιδάκια που καταπίνουν χριστουγεννιάτικες μπάλες από το δέντρο.

Αν εξαιρέσεις τα
έκτακτα περιστατικά, γενικά δεν έχουμε πολύ κίνηση γιατί κανείς δεν
προγραμματίζει εγχειρήσεις ούτε θέλει να βρίσκεται χρονιάρα μέρα στο
νοσοκομείο. Έτσι καθώς περιμέναμε κάποια εισαγωγή ή κάτι έκτακτο, για να
περάσει η ώρα συνήθως πιάνουμε κουβέντα με τους ασθενείς.

Οι περισσότεροι
κάθονταν για μια δυο μέρες το πολύ και μετά έπαιρναν εξιτήριο για να περάσουν
τις γιορτές με την οικογένειά τους. Υπήρχε όμως ένα παππούλης ο οποίος εισήχθη
ανήμερα τα Χριστούγεννα, διεγνώσθη με κάτι σοβαρό και θα έπρεπε να μείνει στο
νοσοκομείο κι άλλο πολύ μετά την Πρωτοχρονιά. Είναι από την Αλβανία κι οι μόνοι
συγγενείς που τον επισκέπτονταν ήταν η κόρη του με τον γιο της, κι άρα εγγονό
του. Δεν ερχόταν άλλος.

Η γνωριμία με τον
παππούλη έγινε μέσω του εγγονού του. Στο νοσοκομείο όταν έχω χρόνο και βλέπω
κανα παιδάκι να κάθεται βαριεστημένο ή στεναχωρημένο το πιάνω κι αρχίζω και του
κάνω μαγικά. Συνήθως εξαφανίζω κέρματα ή κάνω κάτι κόλπα με τις αρθρώσεις μου,
αλλά τώρα που είναι γιορτές καταφέραμε και μπάσαμε τράπουλες κάτω από τη μύτη
της προϊσταμένης οπότε έδειχνα στον μικρό ό,τι κόλπο ήξερα με τράπουλα.

Ο μικρός είχε
χαζέψει. Κάποια στιγμή μας είδε ο παππούς του και μας φώναξε να πάμε κοντά του.
Μου πήρε την τράπουλα, την ανακάτεψε σαν επαγγελματίας και μου είπε να διαλέξω
ένα χαρτί. Μην τα πολυλογώ για την υπόλοιπη μία ώρα έκανε τόσα κόλπα με την
τράπουλα και με τέτοια δεξιοτεχνία που δεν βλέπεις σε επαγγελματίες στο Λας
Βέγκας.

Ο παππούς στα
νιάτα του ήταν ερασιτέχνης ταχυδακτυλουργός, έφυγε από την Αλβανία δούλεψε στη
Γερμανία και μετά από έναν άτυχο γάμο της κόρης του με έναν Έλληνα κατέληξαν
εδώ. Με τον παππού ταιριάξαμε, μαζευόμασταν 3-4 φοιτητές και φοιτήτριες μας
έδειχνε διάφορα κόλπα, ξεχνιόταν αυτός και διασκεδάζαμε κι εμείς. Φτάσαμε στο
σημείο να γίνεται το αδιαχώρητο στο θάλαμό του, όσοι είχαν την ατυχία να
βρίσκονται αυτές τις μέρες στο νοσοκομείο, για να ξεχαστούν μαζεύονταν στο
θάλαμο του παππού κι έβλεπαν το σόου. Έκανα κι εγώ μερικά μαγικά, αλλά
αναμφίβολα ο παππούς έκλεβε την παράσταση.

Δυο μέρες πριν
την αλλαγή του χρόνου είχαν στείλει τον παππού για κάτι εξετάσεις και καθόμουν
με το μικρό στο κυλικείο πίνοντας κι οι δύο κλασικά milko, ενώ η μάνα του μιλούσε με τους γιατρούς. Κάποια
στιγμή γυρνάει και μου κάνει ο μικρός:

«Βασίλη, σε 2
μέρες γιορτάζεις ε?»

«Ναι.»

«Και τι θα
κάνεις? Θα κάνεις πάρτι?»

«Μπα, δεν μπορώ
τις γιορτές και τη βαβούρα.»

Ο μικρός φάνηκε
διστακτικός.

«Α ωραία. Έλεγα
αν ήθελες να έρθεις να παίξουμε. Εδώ στο νοσοκομείο. Και να γιορτάσουμε μαζί.»

Αυτός κι η μαμά του θα έκαναν αλλαγή του χρόνου μαζί με τον παππού τους στο νοσοκομείο. Ο μικρός είναι
μια γλύκα  κι είναι απτα παιδάκια που
όταν σε κοιτάξει στα μάτια και σου ζητήσει κάτι δεν μπορείς να πεις όχι. Αλλά
εκείνη τη στιγμή το τελευταίο πράγμα που ήθελα, ήταν να περάσω χρονιάρα μέρα
στο νοσοκομείο. Οπότε είπα γρήγορα μια δικαιολογία ότι θα λείπω κι ότι αν
αλλάξει κάτι στα σχέδιά μου θα έρθω.

Φεύγοντας
ευχηθήκαμε σε όλους χρόνια πολλά και καλή χρονιά και πήγα στο αμάξι μαζί με την
Ε. συμφοιτήτρια, αξιαγάπητη κοπέλα αλλά πολύ ευσυγκίνητη. Κάθισε στη θέση του
συνοδηγού δακρυσμένη.

«Τι έπαθες εσύ?»

Δε μίλαγε, μόνο
ρούφαγε τη μύτη της. Τη ρώταγα τη ξαναρώταγα, τελικά μου είπε.

«Χρονιάρα μέρα,
όλοι γιορτάζουν κι αυτό το παιδάκι αντί να ανοίγει τα δώρα του, κάθεται στο
νοσοκομείο και περιμένει πότε θα πεθάνει ο παππούς του.»

Σαν φοιτητές
προσπαθούμε να μην μας επηρεάζουν τα περιστατικά που βλέπουμε στο νοσοκομείο.
Οπότε άνοιξα περισσότερο το ραδιόφωνο και άλλαξα θέμα. Την επόμενη μέρα κάθισα
και σκέφτηκα πού θα άλλαζα πρωτοχρονιά φέτος. Είχα προτάσεις για ένα
ρεμπετάδικο κοντά στο σπίτι, για ρεβεγιόν σε σπίτι θείας, για κλαμπ και για
συγκέντρωση σε σπίτι με φίλους.

Πάνω που είχα
αποφασίσει ότι μάλλον θα κατέληγα στο τελευταίο, σκέφτηκα κάτι άλλο. Ίσως με
άγγιξε το πνεύμα των Χριστουγέννων, ίσως η ρουφηγμένη μύτη της Ε., ίσως τα
θλιμμένα ματάκια του μικρού.

Αλλά το
καλοσκέφτηκα και συνειδητοποίησα πως ένας θα ήταν ο καλύτερος και πιο
ξεχωριστός τρόπος να κάνω αλλαγή του χρόνου. Και περηφανεύομαι γιατί ήμουν εγώ
αυτός που το σκέφτηκε πρώτος και που οργάνωσε τα παρακάτω!

Χτύπησα μερικά
τηλέφωνα σε συμφοιτητές και χωρίς πολλά πολλά ψήθηκαν και συμφωνήσαμε για το
πού θα μας έβρισκε το 2009. Ο Μ. έφερε την κιθάρα του, ο Δ. τυρόπιτα που
έφτιαξε η μάνα του, η Ε. έφερε 3 φίλες της, η Ι έφτιαξε χάρτινα καπελάκια με
ένα ρομποτάκι να εύχεται «Το 2009 να σας
βρει σιδερένιους»
κι εγώ έφερα ένα σκασμό σοκολατομελομακάρονα.
Ειδοποιήσαμε και την προϊσταμένη  να
παραγγείλει τίποτα κοψίδια από την ψησταριά απέναντι και θα μοιραζόμασταν εμείς
τα έξοδα και στις 22.30 παραμονή Πρωτοχρονιάς βρισκόμασταν όλοι έξω από το
νοσοκομείο.

Ασθενείς,
ειδικευόμενοι και νοσοκόμες που είχαν εφημερία στο δεύτερο όροφο της
παθολογικής κλινικής (γιατί δεν μπορούσαμε να το οργανώσουμε σε όλο το
νοσοκομείο) μαζεύτηκαν στο μεγαλύτερο θάλαμο που υπήρχε στον όροφο και κάναμε κάτι σαν
μίνι-πάρτι. Ίσως το πιο παράξενο πάρτι όπου έχω βρεθεί, όπου οι καλεσμένοι
φοράνε  πιτζάμες κι έχουν ορούς στα χέρια
ή φοράνε άσπρες ποδιές κι απτο λαιμό τους κρέμονται στηθοσκόπια. Η μουσική ήταν αυτοσχέδια. Ο Μ. έπαιζε κιθάρα και
ξεκίνησε διστακτικά να τραγουδάει και μετά από λίγο ήρθανε κι οι υπόλοιποι στο
κέφι και ξεκίνησαν κι αυτοί.   Η προϊσταμένη δεν άφησε τον Π. να φέρει μέσα 3
μπουκάλια κρασί οπότε αναγκαστήκαμε να ανταλλάσσουμε ευχές τσουγκρίζοντας
κουτάκια κοκα-κολας. Μας πήρε και τις τράπουλες, αλλά μετά την αλλαγή του
χρόνου μας τις έδωσε πίσω αφού μας έκανε να υποσχεθούμε ότι δε θα παίξουμε με
λεφτά και μας απείλησε πως θα έρχεται συνέχεια να μας ελέγχει. Τελικά παίξαμε
21 κι αντί για λεφτά είχαμε χαπάκια Depon!

Ο παππούς-ταχυδακτυλουργός
είχε κάτσει στο κέντρο κι έδινε παράσταση κανονικά, τι μαγικά τι ανέκδοτα τι
αστεία. Και το ωραίο ήταν πως συμμετείχαν όλοι οι ασθενείς, σχεδόν όλοι
ηλικιωμένοι και παρόλη την εξάντληση από την ασθένειά τους, τους έβλεπες να
χαίρονται σαν παιδιά. Υπήρχαν μερικοί ασθενείς που τηλεφώνησαν σε συγγενείς
τους να περάσουν από το νοσοκομείο πριν βγουν για το ρεβεγιόν τους και μετά από
λίγη ώρα έβλεπες ανθρώπους ντυμένους με τα καλά τους να μπαίνουν να μας κοιτάνε
παραξενεμένοι σαν να μην πιστεύουν τι βλέπουν και μετά να έρχονται να μας
ευχηθούν. Ασθενείς και γιατροί από άλλους ορόφους άκουσαν τη φασαρία και μαζεύτηκαν
στο θάλαμο μας. Ξεκινήσαμε με 20 άτομα και καταλήξαμε καμια 50αριά. Καναδυό γιαγιάδες είχαν βγάλει φωτογραφίες από εγγόνια τους και
τις έδειχναν προσπαθώντας να κάνουν προξενιά με τους γιατρούς, 2 ειδικευόμενοι την
έπεφταν σε 2 νεαρές συγγενείς ασθενών στολισμένες στην τρίχα για να πάνε στο ρεβεγιόν μετά, παντού έβλεπες ασθενείς να χορεύουν με
νοσοκόμες ή φοιτήτριες και όλη την ώρα η προϊσταμένη να τριγυρνά φωνάζοντας να
κάτσουμε όλοι ακίνητοι για να μας βγάλει φωτογραφία.

Και κάπου εκεί
ανάμεσα τριγυρνούσε αεικίνητος ο εγγονός του παππού. Ερχόταν συνέχεια σε εμάς
τους φοιτητές που μας ήξερε, και μας αγκάλιαζε κάθε τρεις και λίγο. Ήταν μες στη
τρελή χαρά γιατί όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο και μας είδε 5 άτομα να μπαίνουμε
με πράγματα στα χέρια πήγα και του φώναξα: «Έκπληξη!» και με ρώτησε: «Θα κάνεις
εδώ το πάρτι σου?». Και του απάντησα: «Αυτό δεν είναι δικό μου πάρτι, είναι
δικό σου. Πάρτι έκπληξη!». Η βλακεία είναι πως μες στη φούρια μας να τα
κανονίσουμε όλα δεν μας έκοψε να του αγοράζαμε ένα δωράκι. Συμφωνήσαμε να του
πάρουμε κάτι έστω και αργοπορημένα. Και θα ξαναπεράσουμε μια βόλτα αύριο να του το δώσουμε.

Δεν το
ξενυχτήσαμε πολύ γιατί μερικοί ασθενείς έπρεπε να ξεκουραστούν ενώ ο υπεύθυνος
κάποιου άλλου ορόφου έκανε παράπονα για τη φασαρία. Έμαθε πως το όλο σκηνικό το
σχεδίασαν φοιτητές και ζήτησε τα ονόματά μας για να μας επιπλήξει και καλά,
αλλά η λατρεμένη τσαούσα προϊσταμένη που λύνει και δένει σε όλο τον όροφο μας
κάλυψε εντελώς, ενώ οι ειδικευόμενοι που είχαν εφημερία ανέλαβαν αυτοί την
ευθύνη (εξάλλου αυτοί έβγαλαν και γκόμενες) και σε αυτούς δεν τόλμησε να πει
κανείς τίποτα οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Έβγαλα μια φωτογραφία
δίπλα στον παππού, την κόρη και τον εγγονό να κάθεται στα πόδια της αλλά
δυστυχώς για ευνόητους λόγους δε γίνεται να την ανεβάσω. Δεν ξέρω πώς θα
κυλήσει το 2009 για αυτούς. Ούτε για μένα τον ίδιο δεν ξέρω. Ίσως για αυτή την
οικογένεια και ιδιαίτερα για τον παππού να μην ξεκινά με τις καλύτερες
προοπτικές. Κοιτάζοντας όμως τα χαμόγελά τους στη φωτό και σκεφτόμενος με τι
κέφι γλέντησαν κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες μέσα στο νοσοκομείο (μέρος
που καταστρέφει κάθε διάθεση για γιορτή) παίρνω θάρρος και δύναμη για όποια
δυσκολία κι αν εμφανιστεί.

Φύγαμε από το
νοσοκομείο κατά τις 3 κι είχα τέτοια υπερένταση που δεν πήγα σπίτι, αλλά σε ένα πάρτι ενός φίλου. Καθώς γυρνούσα την Ε. σπίτι όλη την ώρα έκλαιγε από
συγκίνηση. Η φωνή του Μ. είχε βραχνιάσει απτα τραγούδια, ενώ ο Π. στο πίσω
κάθισμα είχε ανοίξει το ένα από τα 3 κρασιά που δεν τον άφησε να βάλει μέσα η
προϊσταμένη κι είχε αρχίσει να γίνεται φέσι. Κι οι ειδικευόμενοι που μας
κάλυψαν και δε βρήκαμε μπελάδες, με τη λήξη της βάρδιας τους πήγαν και βρήκαν
σε ένα κλαμπ τις 2 γκόμενες-συγγενείς ασθενών που γνώρισαν στο πάρτι και με τις
οποίες ατάκα κι επιτόπου είχαν κανονίσει ραντεβού.

Ήταν από τις πιο
όμορφες αλλαγές χρόνου που έχω περάσει. Σίγουρα από τις πιο ξεχωριστές.

Αυτό το πόστ, μιας και είναι το πρώτο για το 2009 δε θα ήθελα να είναι τελείως ξερό μόνο με λόγια, οπότε για ποδαρικό ανεβάζω την πρώτη φωτό για το νέο έτος. Είναι η θέα από το σπίτι της αξιαγάπητης φίλης Β., η οποία μπορεί να βρίσκεται στην άλλη άκρη της Ελλάδας αλλά είναι φορές που τη νιώθω πολύ κοντά μου. Πιο κοντά κι από τον ίδιο μου τον αδερφό. Και trust me τον αδερφό μου τον τρώω στη μάπα κάθε μέρα! :P

Και στο καπάκι ορίστε άλλη μια φωτό

Εδώ ο μικρός phantom ντυμένος Άη-Βασίλης εύχεται…

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!!!

Υ.Γ. Σήμερα έχω γιορτή. Κι αύριο γενέθλια. Ας αρχίσουν οι χοροί. Όποιος νιώθει την ανάγκη,
έχει το ελεύθερο από μένα να αρχίσει να ουρλιάζει από τον ενθουσιασμό του.




Αλλά δεν πρόκειται να υπάρξει πάρτι. Είναι πολύ στρεσογόνο. Το πρόβλημα με τα
πάρτι γενεθλίων είναι πως είσαι αναγκασμένος να συγκεντρώσεις όλους τους φίλους
σου σε ένα μέρος. Φίλους από τη σχολή, φίλους από τη δουλειά, από τα
νοσοκομεία, παλιούς συμμαθητές, φίλους που τσίμπησες στην πορεία της ζωής σου
σε άσχετες στιγμές. Φίλοι οι οποίοι είναι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους μιας
και με τον καθένα έχουμε ξεχωριστή προϊστορία.




Και μιας και όλοι ανήκουν σε διαφορετικά γκρουπ θα πρέπει να φέρομαι κι εγώ
διαφορετικά. Με άλλους θα κάνω χοντράδες ή θα πετάω συνέχεια αστεία με βρισιές,
ενώ με άλλους θα πρέπει να είμαι σοφιστικέ και επίσημος.  Με
κολλητούς κάφρους φίλους μου θα κάνω βλακείες, με γνωστούς από το νοσοκομείο ας
πούμε θα πρέπει να είμαι πιο σοβαρός. Κι αν σε αυτό το μίγμα φίλων πετάξεις
τίποτα ωραίες φίλες ή φίλες φίλων με τις οποίες μπορεί να παιχτεί και κάτι, εκτός
από κάφρος τη μια στιγμή και σοφιστικέ ή επίσημος από την άλλη, θα πρέπει να
μεταμορφωθώ και στο γοητευτικό, μυστηριώδη αλλά ευαίσθητο phantom για
να τις γοητεύσω. Αν προσθέσεις δε και τίποτα πρώην ή κοπέλες με τις οποίες κάτι
είχε παιχτεί και με τις οποίες έχουμε μείνει φίλοι, τότε είναι που δένει το
γλυκό.




Συγκέντρωσε όλα αυτά τα άτομα σε ένα δωμάτιο και θα με πιάσει κρίση
προσωπικότητας. Δεν θα ξέρω πώς να φερθώ, θα αρχίσω να μη γνωρίζω ποιος είναι ο
ίδιος μου ο εαυτός και στο τέλος θα πανικοβληθώ και θα αρχίσω να σπάω καρέκλες
στους τοίχους μέχρι να πάνε όλοι σπίτια τους.




Άσε που πολύ φίλοι μου έχουν τσακωθεί και δε μιλιούνται μεταξύ τους. Αν πω στον
X ότι
θα είναι και ο Ψ με τον οποίον έχει σφαχτεί, ο Χ δε θα θέλει να έρθει. Αν δεν
καλέσω τον Ψ όμως και μάθει ότι έκανα πάρτι δε θα μου μιλάει μετά και με το
δίκιο του. Οπότε θα περάσω όλη την προετοιμασία μου για το πάρτι σκεφτόμενος
ποιόν απτους 2 πρέπει να καλέσω κι αν μήπως θα ήταν καλύτερο να τους έφερνα
τελικά και τους 2 στο πάρτι και να τους έβαζα να παλέψουν μέχρι θανάτου μπας
και λυνόταν η παρεξήγηση.




Οπότε αντί για πάρτι γενεθλίων σχεδιάζω να περάσω τη μέρα κλαίγοντας και
ουρλιάζοντας. Αυτό έκανα τη στιγμή που γεννήθηκα, οπότε αυτό πιστεύω πως
αρμόζει στην περίσταση. Εξάλλου έχω κάθε λόγο να είμαι σε τέτοια διάθεση μιας
και με τη γιορτή μου χθες, τα γενέθλια σήμερα και την αγαπημένη μου holiday τα
Χριστούγεννα να έρχεται σε 11,5 μήνες, για τον υπόλοιπο χρόνο δεν έχω να
περιμένω καμία γιορτή.




Εκτός κι αν υπάρχει καμία αναγνώστρια σέξυ, με πλούσιο στήθος, 2 πτυχία και
προϋπηρεσία στο μόντελινγκ που είναι πρόθυμη να την ερωτευτώ και να γιορτάσουμε
μαζί του Αγίου-Βαλεντίνου. Κι έτσι να έχω άλλη μια γιορτή να προσμένω.






Subscribe Free

Add to my Page