Μαρτίου, 2009

Πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες

Οι απόψεις μου
για τα μέντιουμ είναι γνωστές . Όχι μόνο δεν τα πιστεύω, αλλά τα μισώ, θεωρώ πως
είναι μέγιστοι τσαρλατάνοι που εκμεταλλεύονται τις δυσκολίες του κοσμάκη και
τους παίρνουν τα λεφτά δίνοντάς τους αμφιβόλου ποιότητας συμβουλές με συχνά
καταστροφικές συνέπειες δήθεν «ευλογημένες» από κατακάθια του καφέ, μαγικές
σφαίρες, άστρα ή παλάμες. Δεν πιστεύω στα μέντιουμ, στις χαρτορίχτρες, στις
καφετζούδες, στους αστρολόγους, στους χειρομάντες, στα φαντάσματα, στο Γιούρι
Γκέλερ, στις προβλέψεις για το Πάμε Στοίχημα και στις ειδήσεις.

Δεν είναι ότι δε
θέλω να πιστέψω. Θέλω και πολύ μάλιστα, αλλά επειδή «seeing is believing» αν δε δεις κάτι με τα μάτια σου, π.χ.
ένα φάντασμα κάτασπρο με ένα τσεκούρι στο κεφάλι να σου κάνει ουουουου ενώ
σηκώθηκες μισοξύπνιος για κατούρημα ή μια μάντισσα να σου πει αυτοί είναι οι
αριθμοί του Τζόκερ κι εσύ να τους παίξεις και να κερδίσεις εκατομμύρια, ε πώς
να πιστέψω?

Αντίθετα πιστεύω
στην αυθυποβολή και στις ικανότητες του «μάντη» να ψυχολογεί τους ανθρώπους
απέναντί του. Κατά βάθος ντάξει ίσως υπάρχουν άνθρωποι που έχουν το χάρισμα,
που έχουν μια ανοιχτή πόρτα με το υπερπέραν και μπορούν να δουν από ένα μικρό
παραθυράκι και να έχουν μια γεύση από τα μελλούμενα, αλλά επειδή αυτό είναι
μεγάλη κουβέντα που έχει να κάνει και με το αν η μοίρα μας είναι προκαθορισμένη
ή τα πάντα γίνονται τυχαία, μέχρι να πετύχω ανθρώπους με αυτό το χάρισμα θα
είμαι ορθολογιστής.

Παρόλαυτα πήγα σε
καφετζού.

Τα αφεντικά της
πολύ καλής μου φίλης Α. της είχαν μιλήσει για μια καφετζού που τη γνώριζαν
χρόνια. Η καφετζού είχε προβλέψει μια σοβαρή ασθένεια του παιδιού τους,
επαγγελματικές συνεργασίες, τρακαρίσματα, αναπάντεχα εισοδήματα, μετακομίσεις
ακόμα και την τοποθεσία του γάμου τους. Λέγε λέγε την έψησαν την Α. και πήγε.

Κι όταν γύρισε
και μου είπε χαρτί και καλαμάρι τι της είχε πει (και όντως μερικά πράγματα μου
ακούστηκαν πολύ εντυπωσιακά), λέγε λέγε με έψησε να πάω κι εγώ. Έτσι κανόνισε
ραντεβού, χθες το απόγευμα.

Όταν μιλούσα στο
τηλέφωνο με την Α. και μου έλεγε για την καφετζού κι εγώ της έλεγα να μου
κανονίσει ραντεβού ήμουν με τον Trikalo, ο οποίος πέταξε την θεϊκή ατάκα «Καλά γιατί να κλείσετε ραντεβού, δε
μπορεί να δει στον καφέ ότι θα πάτε?»

Επειδή η καφετζού
έμενε στο Φάληρο πήρα την Α. από το μεσημέρι να βολτάρουμε στο Μικρολίμανο και
κλασικά για το phantom καταλήξαμε
για φαΐ σε ψαροταβέρνα. Αφού την κάναμε ταράτσα μου στέλνει ο φίλος Μ. «Τι
έγινε ρε ακόμα να πας στην καφετζού?» και του στέλνω «Πήγαμε πρώτα για φαΐ κι
έχω τουμπανιάσει, μου φαίνεται πως μόνο καλαμαράκια και χταπόδια θα φαίνονται
στο φλιτζάνι!».

Στο μυαλό μου την
περίμενα καμιά γριά με μαντίλα στο κεφάλι, με μακριά φούστα και τίποτα
βραχιόλια στο χέρι που θα καπνίζει σαν αράπης. Μόνο στο τελευταίο έπεσα μέσα.
Μπήκαμε σε χλιδάτη πολυκατοικία κι η καφετζού ήταν μια μοντέρνα 40άρα αρκετά
φιλική. Κάτσαμε στην κουζίνα ενώ τα μικρά της σκοτώνονταν μέσα.

«Πώς τον πίνεις?»
Η Α. μου είχε πει
να πάρω σκέτο γιατί λέει όταν δεν έχει ζάχαρη φαίνονται καλύτερα. Σκέτο πήρα.
Υποτίθεται πως όση ώρα τον πίνεις, σκέφτεσαι αυτά που σε απασχολούν.

«Είσαι ο πέμπτος
άντρας που έρχεται να του πω τον καφέ» μου λέει «, δεν έρχονται πολλοί, κυρίως
γυναίκες.»
Οι γυναίκες είναι
πιο ευκολόπιστες σκέφτηκα.

Ήπια τον καφέ στα
γρήγορα της τον έδωσα και τον αναποδογύρισε στον νεροχύτη της. «Πολύ καλό
φλιτζάνι έχεις» μου λέει.
Duh, δικό της
ήταν το φλιτζάνι.

Επειδή γενικά δε
θέλω να κάνω τους άλλους να αισθάνονται άβολα συνήθως πηγαίνω με τα νερά τους,
έτσι ήμουν αποφασισμένος να παίξω το παιχνίδι της. Εξάλλου πήγα με την ελπίδα
ότι αυτή ίσως ήταν μία από αυτές που έχουν το χάρισμα. Άσε που δεν ήθελα να
κακοκαρδίσω την Α. η οποία καθόλη τη διάρκεια καθόταν δίπλα μου και τα άκουγε
όλα. Δε μένοιαζε, δεν έχω μυστικά από αυτήν.

Πρώτη κουβέντα
της καφετζούς: «Ποιος είναι αυτός ο ψηλός ο νταβραντισμένος?»
What the hell? «Έχω
έναν αδερφό 2 μέτρα».
Έφυγε από τον
νεροχύτη κι ήρθε κι έκατσε απέναντί μου. Ξεκίνησε να μου λέει πράγματα του στυλ
«Σκέφτεσαι κάτι να αγοράσεις πολύ έντονα» ή «Πριν μια βδομάδα είχες μια έντονη
συζήτηση με έναν Γ.» Έψαχνα εγώ με ποιόν Γ. είχα έντονη συζήτηση (να σημειωθεί
εδώ ότι από Γ. ξεκινούν τα πιο συνηθισμένα αντρικά ονόματα, όλοι έχουν ένα φίλο
Γιώργο ή Γιάννη). Δε μου ερχόταν έντονη συζήτηση. «Δε μπορεί κάτι θα θες να
αγοράσεις πολύ, για σκέψου τι». Έστυβα εγώ το μυαλό μου, όλοι κάτι θέλουμε να
αγοράσουμε τι στην ευχή.

Σε εκείνο το
σημείο τα μικρά της σκοτώνονταν πάλι μέσα οπότε σηκώθηκε, πήγε μέσα και την
ακούσαμε που τους έριχνε μερικές ξυλιές. Τι μερικές δηλαδή, τα σάπισε.
Όσο έλειπε η
καφετζού μου έλεγε η Α. «Σκέψου ρε με ποιόν Γ. τσακώθηκες?»
«Δεν τσακώθηκα με
κανέναν, ωχουουου»
«Κάτσε σκέψου, δε
θα με κάνεις ρεζίλι εσύ στη γυναίκα»

Δεν πρόλαβα να
της  απαντήσω, γιατί γύρισε η καφετζού.
Μου ήρθε στο μυαλό ένας Γ. με τον οποίο ανταλλάξαμε 2-3 σούτια κι αυτό πιο πολύ
με sms αλλά έντονη
συζήτηση δεν την έλεγες. Όπως και να'χει η καφετζού έπιασε άλλα θέματα. Κάτι
για προέκταση στα ακίνητά μας έλεγε, κάτι για ένα αμάξι «υπερυψωμένο» ότι θα
παρουσιάσει κάποιο μηχανικό πρόβλημα. Τώρα με το «υπερυψωμένο» εννοούσε το κάμπριο?
Who knows. Το Yaris του αδερφού που το έχει κωλοφτιάξει και καγκουρέψει μόνο
υπερυψωμένο δεν το λες, τόσο που έχει χαμηλώσει τις αναρτήσεις και κάνουμε μια
ώρα για να περάσουμε τα σαμαράκια.

Στην πορεία της
ώρας άρχιζε και έπεφτε πιο μέσα. «Θες να κάνεις πολύ έντονα ένα ταξίδι. Και θα
το κάνεις. Θα το κάνεις πάνω από θάλασσα, σε νησί θα πας?». Όντως αυτό το
ταξίδι το σκέφτομαι έντονα. Ίσως είναι το μόνο πράγμα που σκέφτομαι τόσο έντονα
αυτές τις μέρες. Μετά μου είπε πράγματα για το χαρακτήρα μου, ότι αφήνω
πράγματα στη μέση, ότι ενώ παρουσιάζονται ευκαιρίες βαριέμαι να τις
εκμεταλλευτώ και τέτοια, ότι δε δίνω την ευκαιρία σε κοπέλες ούτε καν για να
τις γνωρίσω καλύτερα. «Έτσι ακριβώς είναι» έλεγε η Α. «πολύ αναβλητικός, ενώ
στις σχέσεις πάει και κολλάει με μερικές ενώ αφήνει τις καλές να φύγουν».

Έλεγε κι άλλα,
για μια θεία που θα πεθάνει, για μετακομίσεις, επαγγελματική συνεργασία με
κάποιον από το εξωτερικό (ο Άγγλος καθηγητής που ήρθε μήπως?) και άλλα πολλά
που δε θα τα γράψω εδώ γιατί δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Αυτό που με ευχαρίστησε
ήταν ότι είδε πολλά ταξίδια. Και όντως σκοπεύω να κάνω.

Σε γενικές
γραμμές το στυλάκι της κουβέντας ήταν κάπως έτσι: «Οι γονείς σου πολύ σύντομα
θα κάνουν ένα ταξίδι» (helloooo, όλοι κάπου πάνε το Πάσχα, από πριν είχα αναφέρει ότι είναι κι οι 2 από
επαρχία), οπότε λέω «Ναι θα πάνε». «Εσύ όμως δε θα πας» μου κάνει. Duh, αφού είπα θα παΝΕ, αν πήγαινα κι εγώ θα
έλεγα θα παΜΕ. Ή μου κάνει σε μια φάση «Ο αδερφός σου ασχολείται με τον
αθλητισμό?». Και τις λέω ναι, αν και θυμόμουν πως της το είχα αναφέρει πολύ πιο
πριν. Το κορυφαίο ήταν πως είδε πως ο αδερφός μου είχε κάνει δεσμό με
παντρεμένη! Χοχο!!! Αυτό δεν το ήξερα και θέλω να τον ψαρέψω να δω αν η
καφετζού είχε δίκιο. Αν και είμαι σίγουρος πως έπεσε μέσα, γιατί ο αδερφός
είναι πολύ ψιλο-κάφροςι.

Αυτά που
σκεφτόμουν πιο έντονα, δηλαδή όσα μου είπε για το πτυχίο μου και για μια κοπέλα
νομίζω πως έπεσε μέσα.
«Καμιά σχέση
βλέπετε να κάνει?» την ρώτησε η Α. σε μια φάση.
Τον πολιορκούνε
άτομα, αλλά αυτός είναι τα ζώα μου αργά. Τα πάντα στο χέρι του είναι αλλά μέχρι
τώρα τα αγνοεί και χάνει ευκαιρίες, όμως εγώ βλέπω εδώ ότι θα κάνει σχέση μετά
το ταξίδι στη θάλασσα. Κι όχι με αυτήν στο νησί. Αλλά με κάποια από κοινή
παρέα. Από Ε. ίσως».
«Ποια Ε. έχουμε
φίλη μας?» είπε η Α.
Καμία. Υπάρχει
μια συμφοιτήτρια αλλά no way, δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον κάτι
φορές. Αν εμφανιστεί καμιά Ε. θα την έχω από κοντά.

Σε μια φάση
έρχεται η μικρή της κορούλα κλαίγοντας. Την είχε δαγκώσει ο αδερφός της στο
μάγουλο. Έρχεται και ψιθυρίζει στη μαμά της «Ο Π. έχει πέσει κάτω και κάνει τον
πεθαμένο». «Δεν πειράζει, αν έρθω και του ρίξω δυό στον πωπώ, θα δεις πώς θα
αναστηθεί». Έκανα νόημα στη μικρή όταν πέρασε από δίπλα μου. «Να σου κάνω ένα
μαγικό?» κοίταξε τη μαμά της και μου είπε ναι, ρουφώντας τη μύτη της. Σκέψου
κάτι που θες πάρα πολύ, πες τη μαγική φράση "άστα βράστα, τα φρύδια μου είναι
άσπρα" κι εγώ θα στο εμφανίσω.» Το έκανε η μικρή κι εγώ της έβγαλα μια σοκολάτα
Kit Kat απτο μανίκι μου. Χάζεψε το μικρό. Η Α. από πριν μου είχε πει
να έχω μια σοκολατίτσα μαζί γιατί καμιά φορά περιφέρονται τα μικρά στα πόδια
μας και είναι ο μόνος τρόπος να φύγουν. Γιαυτό όσο σκεφτόταν την έβγαλα απτην
τσέπη και την έβαλα στο μανίκι μου.
«Είμαι κι εγώ
συνάδελφος-μάγος, χαχα!» είπα για πλάκα στην καφετζού. Fuck, δεν ακούστηκε ωραίο κι η Α. με
αγριοκοίταξε.

Όταν τελείωσε
γύρισε ανάποδα το φλιτζάνι στο τραπέζι και το στριφογύριζε. «Κοίτα το φλιτζάνι
και σκέψου κάτι πολύ έντονα». Σκέφτηκα το πτυχίο μου και υγεία γενικά. Σηκώνει
το φλιτζάνι και μου το δείχνει. Βλέπω ένα σταυρό. «Σταυρό βλέπεις ή Χ?» Σταυρό
της λέω. «Μπράβο αυτό είναι πολύ καλό, αν έβλεπες Χ θα ήταν δυσκολίες». Ρε μπας και ήταν Χ? «εγώ πάντως είχα
δει Χ.» είπε η Α. «μπράβο είσαι πολύ τυχερός» μου λέει.

Τελειώνοντας,
μετά από μιάμιση ώρα (κι αφού της δώσαμε τα 30 ευρώ) μου είπε πως τόσο καλό
φλιτζάνι, με τόσες ευκαιρίες ανοιγμένες δεν έχει ξαναδεί. Μου είπε πως είμαι
πολύ τυχερός άνθρωπος αλλά όλα είναι στο χέρι μου για να πάνε καλά. «Ξεκίνα να
παίρνεις πρωτοβουλίες» μου λέει. «Μην έχεις τη ζωή σου στο hold».

Αληθινή ή fake η καφετζού δεν ξέρω. Δε θα
σύστηνα σε κάποιον να πάει ούτε θα ξαναπήγαινα, άντε ίσως μόνο για παρέα για να ακούσω τι θα πει για την Α. Μια
φορά όμως πρέπει να παραδεχτώ πως με ψυχολόγησε σωστά. Και μερικά πράγματα που
είπε φωτογράφιζαν ακριβώς ανθρώπους που είχα στο μυαλό μου, άλλες κουβέντες
πάλι δε μου έλεγαν κάτι.

Στην πόρτα καθώς
φεύγαμε με περίμενε η μικρή της κόρη. Κρατούσε στα χεράκια της το περιτύλιγμα
από την Kit Kat. Μου έκανε νόημα να σκύψω στο ύψος της και μου
ψιθύρισε στο αυτί: «Θέλω πολύ και μια Barbie, μήπως μπορείς να μου εμφανίσεις μία?»

Στο αμάξι η Α.
ήταν πολύ ενθουσιασμένη που μου είπε καλά λόγια η καφετζού, «ορίστε και σχέση
θα κάνεις και ταξίδια θα πας και ευκαιρίες θα έχεις και με το πτυχίο σου θα
πάνε όλα καλά. Δεν έχει ξαναδεί τόσο καλό φλιτζάνι. Πόσο χαίρομαι που θα σου
πάνε όλα καλά! Αλλά άκουσες τι σου είπε, να παίρνεις πρωτοβουλίες, στο χέρι σου
είναι όλα και μπουρου μπουρου μπουρου» συνέχιζε ενθουσιασμένη. Εγώ χαμογελούσα
γιατί όντως ένιωθα τυχερός. Όχι επειδή μου είπε καλά λόγια η καφετζού. Αλλά
επειδή καθώς άκουγα την Α. συνειδητοποίησα πως είχα δίπλα μου ανθρώπους που
νοιάζονταν τόσο πολύ για μένα.

Υ.Γ. Χθες βράδυ έκαψαν ένα αμάξι ένα στενό κάτω απτο σπίτι μου. Σικάγο καταντήσαμε. Ή μάλλον Εξάρχεια.

Τι να’ναι αυτό που μας ενώνει…?

 

Ένα τραγουδάκι
αφιερωμένο στους μόνιμους αναγνώστες/τριες αυτού του μπλόγκ.

Τι να'ναι αυτό
που μας ενώνει…? :)

Τι να 'ναι αυτό
που μας ενώνει,


κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει


κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει,


τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει.


Κάτι θα υπάρχει που μας ενώνει


κάτι που αρχίζει και τελειώνει


κάτι που λάμπει και μας θαμπώνει


κάτι θα υπάρχει να μας ενώνει.

Με
σένα εδώ κάτι με ενώνει,


κάτι που αντέχει και δεν τελειώνει


που όλο σωπαίνει μα περιμένει


σε σένα εδώ κάτι με φέρνει

σε σένα εδώ κάτι με φέρνει

σε σένα εδώ κάτι με φέρνει

σε σένα εδώ κάτι με φέρνει…


Subscribe Free
Add to my Page

Για να παίξει το τραγούδι κάνε κλικ στο play ακριβώς από πάνω.

Υ.Γ.1  Να γιατί δεν πρέπει να καταργηθούν οι
παρελάσεις.

Ευχαριστώ τις
φίλες-γνωστές μαθήτριες που με βοήθησαν στο να βρω επιχειρήματα για να υποστηρίξω την
παρέλαση.

Κανένα ανήλικο
δεν πειράχτηκε κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης. Μετά τη φωτογράφηση μπορεί.

Υ.Γ.2
Πανεπιστημίου μεσημέρι, κάθομαι σε πεζούλι μπροστά στο Πανεπιστήμιο και
περιμένω συμφοιτητή μου να πάμε Ευαγγελισμό να δούμε σπάνιο περιστατικό. Κυρία
γύρω στα 60 περιφέρεται ανάμεσα στον κόσμο στις στάσεις των λεωφορείων.
Φαίνεται να ψάχνει κάτι. Είναι περιποιημένη, ντυμένη χαλαρά, με βαμμένο κόκκινο
ίσιο μαλλί, καθαρή και φροντισμένη. Μόνο το βλέμμα της φαίνεται παράξενο. Κοιτάζει
κάτω και φαίνεται να ψάχνει κάτι. Σκύβει και το μαζεύει. Περπατά λίγο παρακάτω,
σκύβει πάλι διακριτικά και μαζεύει κάτι. Έρχεται προς το μέρος μου. Την
παρατηρώ χωρίς να με αντιληφθεί. Ξανασκύβει και ξαναμαζεύει.

Μάζευε τα
μισοτελειωμένα τσιγάρα από τα πεζοδρόμια και τα έβαζε στη τσάντα της. Δεν
μάζευε τις γόπες ή τα σκουπίδια, μάζευε μόνο τα μισοτελειωμένα τσιγάρα, αυτά
που είχαν λίγο καπνό στην άκρη. Προφανώς για να τα καπνίσει αργότερα.

Μετά από δέκα
λεπτά με πλησιάζει ένας νεαρός. Περιποιημένος κι αυτός, καθαρός αλλά
καταπονημένος. Νέος με γερασμένο πρόσωπο. Τον βλέπω που έρχεται να μου μιλήσει
και βγάζω τακουστικά μου. Χίλια συγνώμη φιλαράκο μου, έχεις λίγα ψιλά να πάρω
κάτι να φάω, βγήκα από τη φυλακή και προσπαθώ να ορθοποδήσω, κάτι τέτοια μου
έλεγε. Το ύφος του λυπημένο αλλά αξιοπρεπές. Ήταν πολύ ευγενικός. Έψαξα τις
τσέπες μου, δεν είχα ψιλά. «Δεν έχω ψιλά φίλε μου, αν είχα θα σου έδινα μα το
Θεό». Συνήθως δε δίνω, αλλά αυτός είχε μια ειλικρινή ευγένεια, κι όντως αν είχα
θα του έδινα.

Με ευχαρίστησε κι
έφυγε. Πήγε παραδίπλα σε μια παρέα. Πριν φορέσω πάλι τα ακουστικά άκουσα
κάποιον να του φωνάζει: «Δε μας γαμάς κι εσύ ρε πρεζάκι, τράβα δούλεψε».

Ο νεαρός έφυγε κι
ήρθε κι έκατσε στο πεζούλι μου, δέκα μέτρα περίπου μακριά από μένα. Έκλαιγε.
Όχι με λυγμούς, σιωπηλά, διακριτικά.

Δεν μπορώ να
βλέπω νέους ανθρώπους να κλαίνε. Εκτός κι αν κλαίνε για γκόμενα. Μόνο τότε δεν
τους λυπάμαι.

Σηκώθηκα και τον
πλησίασα. Με είδε και σκούπισε τα μάτια του.
«Τα λεφτά τα θες
για να φας ή…»
«Να βάλω κάτι στο
στόμα μου θέλω, με ναρκωτικά δεν ξαναμπλέκω, το έχω υποσχεθεί φίλε»
«Θα πάω στα
Έβερεστ να πάρω κάτι να φάω, θες να έρθεις?»

Πήγαμε στη γωνία
στα Έβερεστ της Ακαδημίας. Η πωλήτρια μας κοίταζε παράξενα. Όταν τον ρώτησα τι
ήθελε, μου έλεγε μόνο ένα κουλούρι. Ντρεπόταν. Του έφτιαξα ένα ξεγυρισμένο
σάντουιτς και πήρα κι ένα με νηστίσιμα για μένα (το νέο μενού των Έβερεστ έχει
μπιφτέκι λαχανικών, κολοκυθοκεφτέδες, πικλοσαλάτες, σαλάτα φάρμα, μανιτάρια
άντε να αδυνατίσεις μετά!). Μέχρι να ξαναπάμε στο πεζούλι με είχε ευχαριστήσει
χίλιες φορές.

Κάτσαμε και
φάγαμε μαζί, φαινόταν να νιώθει αμήχανα όπως κι εγώ. Δεν ρώτησα αλλά μου είπε
λίγο από την ιστορία του. Τον έμπλεξαν από μικρό, τον έπιασαν με ναρκωτικά
αποχαυνωμένο σε μια πλατεία, έκανε 2,5 χρόνια στη φυλακή. Μετά από 5 λεπτά ήρθε
ο συμφοιτητής μου. Κοίταζε παράξενα τον τύπο δίπλα μου.

Σηκώθηκα, τον
χαιρέτησα κι αφού με ευχαρίστησε πάλι φύγαμε.

Καθώς ανεβαίναμε
κι ο συμφοιτητής με ρώταγε τι έκανα δίπλα στο πρεζάκι είδαμε πάλι την 60άρα να
μαζεύει τις μισοτελειωμένες γόπες από τα πεζοδρόμια. Έβγαλε από μόνος του ένα
τσιγάρο και της το έδωσε.

Όπως έχουν πει κι
οι Στέρεο Νόβα «Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει μέχρι που φτάνεις στο
σημείο να βγάλεις το χέρι.»

(Ξέρω πως οι
καλές πράξεις δεν πρέπει να διαφημίζονται, αλλά ήθελα να πω την ιστορία, όχι
για να μου πούνε μπράβο ούτε για να δείξω ότι είμαι καλός άνθρωπος. Δεν είμαι
καλός άνθρωπος, trust me. Και μπράβο σε κάτι τέτοια σκηνικά δεν
πρέπει να λέμε γιατί όπως το είχε θέσει πολύ εύγλωττα η lonely, είναι «σαν να λες μπράβο σε κάποιον
επειδή σκουπίζεται όταν χέζει!» Η φροντίδα στο συνάνθρωπο θα πρέπει να είναι
αυτονόητη)

Υ.Γ.3 Αυτές τις
μέρες έχει έρθει μεγάλος καθηγητής από Αγγλία και ψάχνει φοιτητές για να
αναλάβουν να τον βοηθήσουν σε μια εργασία. Για να διαλέξει μας περνάει από
διάφορα τεστ και μας έχει κάνει τη ζωή δύσκολη.

Ήμασταν 6 άτομα
και μας πηγαίνει σε μια γιαγιά υπέρβαρη. 150 κιλά και βάλε.
Μας λέει ο βοηθός του.

«Όποιος ψηλαφίσει
το ήπαρ της και μου πει τι πρόβλημα έχει, κερδίζει».

«Τι κερδίζει?»
του λέει η Ε.

«Την εύνοιά μου».

Πήγαινε ένας-ένας
φοιτητής και ψηλαφούσε. Η ψηλάφηση του ήπατος γίνεται με πιέσεις των δαχτύλων
κάτω δεξιά στη κοιλιά. Σε τόσο υπέρβαρους ασθενείς είναι σχεδόν αδύνατο να το
πιάσεις γιατί το ήπαρ καλύπτεται από πολλά στρώματα λίπους. Δώστου βαθιά ανάσα
η γιαγιά για να τσιτώσει η κοιλιά, δωστου ζούληγμα ο κάθε φοιτητής. Στο τέλος ο
καθένας έλεγε ότι δεν έβρισκε τίποτα κι ο Άγγλος έλεγε: «You are useless, don't even bother».

Τελευταίος πήγα
εγώ, δεν ήθελα να μου την πει κι εμένα, αλλά δεν την πολυζούληξα τη γιαγιά
γιατί αφενός δεν επρόκειτο να πιάσω συκώτι με τόσο λίπος κι αφετέρου είχε
αγανακτήσει η καημένη. Δεν της είπα καν να πάρει βαθιά ανάσα και μόλις που τη
χάιδεψα.

«Οκέι» του κάνω.

«Τι οκέι?».

«Ψηλάφισα».

«Α ναι ε? Και τι
έχει?»

«Λιπώδη διήθηση
ήπατος»

Η πιο συχνή
πάθηση του ήπατος στους υπέρβαρους ασθενείς ή σε ανθρώπους με πολύ συσσωρευμένο
λίπος στην περιοχή της κοιλιάς είναι λιπώδης διήθηση, το λίπος συγκεντρώνεται
γύρω από το συκώτι και το πιέζει μέχρι που το «πνίγει».

«Perfect, κέρδισες» μου λέει ο Άγγλος. Η Ε. που
πολύ θάρρος της έχω δώσει διαμαρτυρήθηκε ότι αποκλείεται να έπιασα το ήπαρ της
γιαγιάς.

«Το ξέρω», της
είπε «αλλά βρήκε τι έχει. Και δε φοβήθηκε να πει ψέματα. Βασικό προσόν για ένα
γιατρό». Χοχο…

Γενικά δεν ψαρώνω
στα τεστάκια του και μάλλον θα με δεχτεί για την εργασία του.

Who's your Daddy bitch? Who's your Daddy? Α ρε House, από αυτόν έχω μάθει όλα τα κόλπα!!!!

Υ.Γ.4 Οι σχέσεις
είναι σαν το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Το πρώτο είναι το καλύτερο κι όλα τα
υπόλοιπα είναι μια μάταιη προσπάθεια να νιώσεις όπως την πρώτη φορά.

Παρασκευή, μια μεγάλη μέρα

Παρασκευή πρωί.
Ξύπνησα με το τραγούδι «Κατσίκα, κατσίκα, κατσίκα πιτσιρίκα, έλα κοντά μου και
δως μου ένα φιλί» απτους mazoo and the zoo, το συγκρότημα με τον τύπο και τα δυο
ξεκωλάκια που τραγουδάνε κάτι παιδικά τραγούδια στο alter. Μου ζήτησε η mother να της κατεβάσω τα τραγούδια και να
της τα περάσω στο κινητό για να τακούει. Κι εγώ έκανα το λάθος να της κάνω το
χατήρι. Και ήταν λάθος γιατί τώρα έχει βάλει την κατσίκα, την κότα τη Βαρβάρα
και την αρκούδα σαν ξυπνητήρια τα οποία όταν χτυπάνε δεν τα κλείνει αλλά τα
αφήνει και παίζουν. Και το ξυπνητήρι του κινητού αν δεν το κλείσεις θα παίζει
σε λούπα κάθε 9 λεπτά. Οπότε κάθε 9 λεπτά ακούω για την κατσίκα που είναι
γλύκα, για την αρκούδα αρκούδα για μένανε τραγούδα και για το κοκοκο ένα
κοκοράκι μικρό που μόλις βγήκε απτα αυγό. Κρόσσια έχουν γίνει τα νεύρα μας.

Ετοιμάστηκα
σιχτιρίζοντας, βγήκα απτο σπίτι και κατέβηκα στο τέρμα να πάρω το λεωφορείο που
με αφήνει στο μετρό. Συνήθως πιάνω θέση δεξιά, κολλάω το κεφάλι μου στο
παράθυρο, φοράω ακουστικά κι είμαι σε φάση μην του μιλάτε του παιδιού. Στην
πρώτη στάση ανέβηκε ο πατέρας μιας κοπελίτσας που πριν καιρό της έκανα
ιδιαίτερα. Πολύ καλός κύριος, αλλά φαφλατάς, απτους μεγαλύτερους πολυλογάδες
παγκοσμίως. Με εντόπισε με τη μία κι αφού στριμώχτηκε δίπλα μου (γιατί είναι
και κάποιων κιλών) μου έπιασε την κουβέντα.

Τα πράγματα
εξελίχτηκαν όπως τα φοβόμουν. Δεν έβαλε γλώσσα μέχρι να φτάσουμε στο μετρό και
η μόνη δική μου συμμετοχή στην κουβέντα ήταν μερικά επιφωνήματα του στυλ «Αχαα»
για να δείξω ότι κατάλαβα ή «Χα!» για να δείξω ότι μου φάνηκε αστείο ή «Πωπωω»
ότι και καλά εντυπωσιάστηκα. Όσο μιλούσε βέβαια εγώ σκεφτόμουν άλλα. Άρχισα να
πιστεύω πως είχε κάτι ψυχοπαθολογικό, attention disorder ή κάτι
τέτοιο, έπιανε ένα θέμα και στην πορεία άνοιγε άλλο, ξεκινήσαμε να μιλάμε για
το πώς τα πάει η κόρη του στη σχολή της (κάτι που όντως με ενδιέφερε) και
καταλήξαμε να μου λέει πώς ήταν τα δικά του σχολικά χρόνια, πώς έμεινε
παράλυτος ένας ξάδερφός του από μηχανή και πώς έκαναν οι Ναζί τους Εβραίους
σαπούνια. Μη ρωτάτε πώς τα συνδύασε όλα αυτά μεταξύ τους. Μιλούσε αυτός κι εγώ
φορούσα το ευγενικό καλόβολο χαμόγελό μου ενώ από μέσα μου παρακαλούσα να
ανέβαινε ένας καμικάζι τρομοκράτης ζωσμένος με εκρηκτικά να φώναζε «Allah Akbar!» και να τιναζόταν στον αέρα κι εμείς να γεμίζαμε αίματα και μυαλά και
κομμάτια απτο πουκάμισό του. Κι ένα κομμάτι από το κομμένο χέρι του τρομοκράτη
να χωνόταν στο στόμα του διπλανού μου μπας και το βούλωνε.

Φτάνοντας επιτέλους
κάποια στιγμή στο μετρό με ρωτάει «Εδώ δεν κατεβαίνεις κι εσύ?». Δεν άντεχα να
τον είχα και στο μετρό μαζί μου οπότε αποφάσισα να συνεχίσω τη διαδρομή του
λεωφορείου και να κατεβώ στο τέρμα στο Σύνταγμα.

Θα συναντιόμουν με
μια μακρινή μου ξαδέρφη που έχει τελειώσει την ιατρική, τώρα κάνει ειδικότητα
κι είχε κατέβει για 2 μέρες Αθήνα για να μαζέψει κάποιες πληροφορίες για τη
διατριβή της. Έκατσα σε ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος κι όσο την
περίμενα είπα να κάνω το πρώτο πρωινό… που πιστεύω πως είναι και το καλύτερο
(όταν λέω πρώτο πρωινό δε σημαίνει απαραίτητα τσιγάρο, μπορεί να έκανα το πρώτο
πρωινό κουλούρι, ή γεύμα ξέρω γω, ή τηλέφωνο, ή τσιμπούκι ωχουουου- εγώ
διαφήμιση στο τσιγάρο δε θα κάνω).

Και καθώς
περίμενα κι ασκούσα την αγαπημένη μου ασχολία- δηλαδή να παρατηρώ τους
ανθρώπους, τσουπ! έσκασε μπροστά μου η πρώτη σουρεάλ εικόνα της ημέρας.

 

Στην μέση της
πλατείας Συντάγματος, κάτι σκυφτά κοριτσάκια με πράσινα καπέλα και χαρτόνια
περασμένα πάνω τους που έγραφαν: «Ο Κωτσόβολος ξέρει να ανακυκλώνει καλύτερα»
έσερναν βαριεστημένα κάτι βαριές, σκουριασμένες ηλεκτρικές συσκευές.
Κρεμανταλάς τύπος ήταν δίπλα τους (αυτός που φαίνεται δεξιά) μάλλον για να επιβλέπει χωρίς να μπαίνει στον
κόπο να δώσει ένα χεράκι στα κορίτσια. Το μυαλό μου τις πρωινές ώρες
δυσκολεύεται να κάνει focus,
οπότε η φαντασία μου με ταξίδεψε στο μεσαίωνα, φαντάστηκα πως κάτι τέτοια θα
έκαναν στις μάγισσες, θα τις έσουρναν στις πλατείες με πλακάτ πάνω τους που
γράφουν «Η τάδε ξέρει να μαγεύει καλύτερα», ενώ δίπλα θα ήταν ο Ιεροεξεταστής
για να επιβλέπει μην το σκάσουν και για να εμποδίζει το οργισμένο πλήθος απτο
να αρχίσει να πετροβολεί. Κι εκεί που ζούσα το daydream μου κι ήμουν έτοιμος να σηκώσω μια
πέτρα και να την ρίξω στον κρεμανταλά ή ακόμα καλύτερα σε μια βιτρίνα του
Κωτσόβολου που βασανίζει τις αθώες κοπέλες με έβγαλε απτην ονειροπόλησή μου μια
φωνή. «Βασίλη?».

Δεν ήταν η
ξαδέρφη μου, αλλά μια από τις κοπέλες της Greenpeace με τα πράσινα μπλουζάκια που έχουν
ακροβολιστεί στην πλατεία Συντάγματος και προσπαθούν να σε πείσουν να κάνεις
μια δωρεά.

Η κοπελίτσα της Greenpeace ήταν παλιά συνάδελφος που γνώρισα όσο δούλευα
τηλεφωνητής στο 118.. Αλβανίδα, φοιτήτρια νομικής, χορεύτρια λάτιν, γνωρίζει 3
γλώσσες και είναι και κουκλάρα. Και φοβερή στην παρέα. Αυτά τα λέω για μερικούς
που πιστεύουν πως οι μετανάστες και κυρίως οι Αλβανοί δε μπορούν να γίνουν
αξιόλογα άτομα, πολύ πιο αξιόλογα από μερικούς ελληνάρες.

Αφού είπαμε τα
νέα μας με πολύ συντομία (γιατί τα λέμε και στο facebook- connecting people ;) έκατσα να με
ενημερώσει για τη Greenpeace.
Συνήθως σου λένε πόσο πολύ υποφέρει ο πλανήτης μας κι άλλα τέτοια δυσοίωνα κι
εσύ για να τους ενισχύσεις δίνεις τον τραπεζικό σου λογαριασμό και η Greenpeace θα σου βγάζει ας πούμε 5 ευρώ το
μήνα.

«Δεν είναι πολύ 5
ευρώ! Ένας καφές είναι!» μου έλεγε και με κοιτούσε με τις ματάρες. «Τι είναι
ένας καφές μπροστά στη σωτηρία του πλανήτη?»

Κι εγώ ένα καφέ
είχα στο μυαλό μου, αλλά όχι για να σώσω τον πλανήτη. Για να τον πίναμε μαζί.

«Μωρέ εγώ να τα
δίνω τα 5 ευρώ, αλλά πώς θα ξέρω ότι βοηθάω? Δε θα στέλνετε κανα περιοδικό στο
σπίτι ή δεν θα υιοθετήσω κανα ζωάκι, κανα πάντα ξέρω γω ή κανα κοάλα και να μου
έρχονται φωτογραφίες πόσο μεγαλώνει και τίποτα τέτοια?»

Άρχισε να γελά
δυνατά. Γελούσε πάντα με ταστεία μου. Χμ, λες να εντυπωσιάζεται και με τα
μαγικά μου? Αν ναι, τότε love is in the air. Εκτός κι αν είναι καμιά τακτική για να σε πείσουν να υπογράψεις. Πάνω που είχα
πειστεί να προσφέρω όλο τον τραπεζικό μου λογαριασμό για τη σωτηρία του πλανήτη
αρκεί να υπέγραφα στα δικά της χαρτιά με έσωσε άλλη μια γυναικεία φωνή που
καλούσε το όνομά μου.
«Βασίλη?»

Ρε ζήτηση που έχω
σήμερα. Ευτυχώς ήταν η ξαδέρφη μου. Είπα στη φίλη μου πως θα συζητήσουμε πώς θα
ξοδέψουμε τα λεφτά μου στην τράπεζα κάποια άλλη φορά, ντάξει ο πλανήτης αντέχει
λίγες μέρες ακόμα, και ξεκινήσαμε με τη συνάδελφο ξαδέρφη να δούμε το περιστατικό
που χρειαζόταν για να συμπληρώσει τη διατριβή της.

Θα πηγαίναμε να
βρούμε έναν παλιό ασθενή της απτη Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί σπούδασε η ξαδέρφη,
για να δούμε την εξέλιξη της νόσου του. Κι επειδή ο ασθενής μετακόμισε Αθήνα με
την ευκαιρία που βρέθηκε κι αυτή εδώ, ήρθε να τον βρει. Ο ασθενής ήταν ένας
παππούς, τα παιδιά του οποίου μετακόμισαν Αθήνα, τον έφεραν μαζί τους στην
πρωτεύουσα και τον έβαλαν σε ένα γηροκομείο της κακιάς ώρας. Το γηροκομείο, που
πιο πολύ σπίτι το λες αφού 6-7 γερόντια είχε όλα κι όλα ήταν κοντά στη σχολή
μου.

Στην πόρτα του
σπιτιού μάς υποδέχθηκε μια γυναίκα, η υπεύθυνη, με ένα λαχανί λαμέ και μαντίλα
στο κεφάλι. «Είμαστε γιατροί, κάνουμε μια επιστημονική έρευνα και θέλουμε να
εξετάσουμε έναν παλιό μας ασθενή τον κύριο Τάδε» είπε η ξαδέρφη. Μας οδήγησε
στην τραπεζαρία, ένα μεγάλο δωμάτιο με γερόντια ξεχυμένα σε καναπέδες να
ξεροβήχουν ή να αναπνέουν με θόρυβο, ενώ παντού στους τοίχους υπήρχαν εικόνες
αγίων.

- Γνωρίζεις ποιος
είναι ο άρρωστός σου? της είπα.

- Αυτός στην
καρέκλα δίπλα στην τηλεόραση, ο γέρος που σείεται συθέμελα.

Ο παππούς έτρεμε και φαινόταν σαν χαμένος.

- Κατάλαβα,
κλασική περίπτωση παρκινσάιμερ, της λέω.

- Τι είναι αυτό?

- Συνδυασμός άνοιας
Αλτσχάιμερ και νόσου του Πάρκινσον. Αυτός τις καλές του μέρες θα ξεχνάει να
τρέμει!

(Γιατί με το
Αλτσχάιμερ ξεχνάς και με το Πάρκινσον τρέμεις)

Η γυναίκα με το
λαμέ φόρεμα περιφερόταν ανάμεσα στα γεροντάκια και τους μιλούσε καλοσυνάτα.
Έλεγε θρησκευτικά πράγματα για τους φτωχούς και βασανισμένους και πόσο θα
ανταμειφτούν στην άλλη ζωή και τέτοια. Ενώ η ξαδέρφη ήταν έτοιμη να ξεκινήσει
να εξετάζει τον παππού η γυναίκα με τα λαμέ έρχεται και της λέει:

«Εσύ κοπέλα μου
πόσο καιρό έχεις να επικοινωνήσεις με τον Ουράνιο Πατέρα σου?»

«Την τελευταία
φορά που τον πήρα τηλέφωνο δεν το σήκωνε» είπε και χασκογέλασε.

Η γυναίκα με τα
λαμέ και τη μαντίλα πάγωσε. «Οι ασεβείς δεν είναι ευπρόσδεκτοι στον Οίκο μας.»
είπε με ύφος και άκαμπτη στάση. Για να ηρεμήσω τα πνεύματα, της είπα πως θα
εξετάζαμε τον παππού για 5 λεπτά και θα τους αφήναμε στην ησυχία τους.

«Δε νομίζω ότι
είναι σωστό να φύγετε έτσι. Πριν πάρουμε το πρωινό μας πάντα γονατίζουμε και
λέμε δυο λόγια στον Κύριό μας. Κάντε το κι εσείς ή αποχωρήστε. Είμαι σίγουρη
πως μετά από αυτό θα νιώσετε καλύτερα.»

Δε μπορούσαμε να
κάνουμε διαφορετικά, γονατίσαμε μαζί με τα παππούδια και σταυρώσαμε τα χέρια
όσο η γυναίκα με το μαντήλι έλεγε μια ψαλμωδία.

Σε μια φάση
γυρίζει και μου ψιθυρίζει η ξαδέρφη: «Μαλάκα μου, τίποτα δεν παίρνεις τζάμπα
σ'αυτή τη ζωή».

Της απάντησα:
«Ναι αλλά ποτέ δε φανταζόμουνα ότι θα έπρεπε να πέσουμε στα γόνατα για τη
γαμημένη διατριβή σου!»   

Αφού τελικά
εξετάσαμε τον παππού και ξεφύγαμε κι από τη θεούσα, άφησα την ξαδέρφη στο
νοσοκομείο δίπλα απτη σχολή μου να βρει κάτι γνωστούς της κι εγώ συνεννοήθηκα
με τον Trikalo να πάω
σπίτι του να αράξουμε. Όπερ και εγένετο.

Είναι μερικοί
άνθρωποι με τους οποίους νιώθεις άνετα, μπορείς να βγαίνεις και να
διασκεδάζεις, να μοιράζεσαι τα προβλήματα και τις χαρές σου, μπορείς να
βασίζεσαι σε αυτούς στις δύσκολες στιγμές σου. Αυτοί λέγονται φίλοι.

Είναι και μερικοί
άλλοι με τους οποίους συμβαίνει και κάτι άλλο. Εκτός απόλα τα παραπάνω, μπορείτε
επιπλέον να συνεννοηθείτε και με τα μάτια, ξεκινά ο ένας το αστείο και το
τελειώνει ο άλλος, σου δίνουν συμβουλές χωρίς καν να τις ζητήσεις κι αν κάποια
στιγμή γίνει μαλακία δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να απολογηθούν ή να
ζητήσουν εξηγήσεις γιατί ξέρουν εξαρχής πως δεν υπήρξε πρόθεση. Αυτοί λέγονται
πολύ καλοί φίλοι.

Τα άτομα στη
δεύτερη κατηγορία είναι σπάνια. Σε αυτή την κατηγορία θεωρώ πως είναι κι ο Trikalos, η πιο σπουδαία (και πιο απολαυστική)
διαδικτυακή γνωριμία που έχω κάνει.

Κίνησα για το
σπίτι του αφού με κατατόπισε για το πώς πάμε εκεί με συγκοινωνία. Μπήκα στο
λεωφορείο που ήταν φίσκα από κόσμο, έπιασα μια γωνιά και στριμώχτηκα με μια
κοπελίτσα. Γενικά έχω τη μανία να παρατηρώ τους γύρω μου, ε και σε ένα
ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο στριμωγμένος με μια ωραία κοπέλα δε γίνεται να μην
την παρατηρείς. Σε μια φάση βγάζει το κινητό της. Πηγαίνει στα μηνύματα και
ανοίγει τα εισερχόμενα.. Διαβάζει, εγώ από πίσω σαν γνήσιος αδιάκριτος ελεεινός
κρυφοκοιτάζω πάνω από τον ώμο της.
«Έχω αγώνα πόλο
στη Γλυφάδα το βράδυ» γράφει το μήνυμα που διαβάζει.

Το μυαλό μου
στροφάρει κι αρχίζει να ξεφεύγει. Καταρχάς ξενερώνω γιατί ντάξει μια ωραία
κοπέλα, με πολίστα θα τα είχε με τι θα τα είχε. Και μαλάκα όπως φαίνεται απτο
μήνυμα. Εξάλλου ο πολίστας τι διάλο πιο ωραίος θα είναι από μένα, φαντάζομαι
ένας πολίστας θα έχει πιο ωραίο σώμα από ένα φοιτητή ιατρικής κι ερασιτέχνη
μαχητή στο μάι τάι (όποιος γελάσει τον τσάκισα).

Το ότι είναι
μαλάκας ο πολίστας είναι ολοφάνερο. Καταρχάς ούτε μια γλυκιά κουβέντα το μήνυμα,
λες και στέλνει τηλεγράφημα. Κι αν κιόλας η κοπέλα τον είχε ρωτήσει μπορείς να
βγούμε ξέρω γω σήμερα? κι αυτός απάντησε μόνο «Έχω αγώνα πόλο στη Γλυφάδα το βράδυ»
τότε πρέπει να είναι κόπανος ολκής. «Δε μπορώ έχω αγώνα το βράδυ, αν θες τα
λέμε αύριο. Φιλιά» θα ήταν η σωστή απάντηση αν ήθελε να είναι σύντομος. Κι άντε
πες ότι ήταν πολύ βιαστικός κι ήθελε να απαντήσει ακόμα πιο σύντομα και
λακωνικά. Ας έλεγε έχω αγώνα. Τελεία. Γιατί να πει έχω αγώνα πόλο? Το ξέρουμε ρε μαλάκα ότι έχεις
αγώνα πολό, δεν είναι δυνατόν η κοπέλα να μην ξέρει ότι μιλάει με πολίστα, αφού
είσαι τόσο ούγκ που το αναφέρεις σε κάθε ευκαιρία. Πολίστας είσαι, τι άλλο
αγώνα μπορεί να είχες, πινγκ-πόνγκ? Και χεστήκαμε πού παίζεις στην τελική,
δηλαδή αν έπαιζες στη Δραπετσώνα αντί για τη Γλυφάδα θα μας το έλεγες? Για να
μας πεις για χιλιοστή φορά ότι παίζεις πόλο έχεις όρεξη, για να πεις ένα
γλυκόλογο στην κοπέλα δεν έχεις όρεξη! Και το καημένο το κορίτσι καθόταν και
ξαναδιάβαζε το μήνυμά του, προσπαθώντας να βρει κάτι γλυκό στην ούγκ πρότασή
του.

Συγχυσμένος
κατέβηκα απτο λεωφορείο και τηλεφώνησα στον Trik να έρθει να με βρει για να αράξουμε σπίτι του. Σε δυο λεπτά
μου είπε πως θα ήταν εκεί κι εγώ σκέφτηκα πως θα περιμένω κανα μισάωρο γιατί ο Trik δεν έχει και την καλύτερη σχέση με
τον χρόνο. Για κάποιον άγνωστο λόγο δεν άργησε καθόλου κι επειδή οι διαθέσεις
του ήταν άγριες πήγαμε πρώτα από το σούπερ-μάρκετ να πάρουμε υλικά για να μου
μαγειρέψει. Oh yes! Σαν γνήσιοι άντρες βαρβάτοι εκτός από τα
απαραίτητα πήραμε και μια εξάδα μπυρόνια. Και κάτι Caprice με μαύρη σοκολάτα που τα
διπλοτσεκάραμε ότι είναι νηστίσιμα. Και μια απλή μαύρη σοκολάτα Παυλίδη. Και
κάτι άλλα μπισκότα.

Αν και ο Trik αυτή την περίοδο έχει δαγκώσει
τρελά τη λαμαρίνα και είναι με άτομο που θαυμάζω κι εκτιμώ τόσο όσο κι αυτόν,
να αναφέρω για τυχόν ενδιαφερόμενες πως είναι φοβερός μάγειρας. Μου έφτιαξε μακαρονάδα
με κόκκινη σάλτσα με μανιτάρια και αρκετή δόση αντρίλας. Μπορεί να έκαναν κανα
δίωρο να ετοιμαστούν, ούτε κόκκαλα να είχαν, αλλά όταν επιτέλους έγιναν κι αφού
μας είχε κόψει η λόρδα ήταν πεντανόστιμα. Εγώ του το δήλωσα ξεκάθαρα αν είχα
αδερφή θα του την είχα γνωρίσει.

Ορίστε η επιτομή
της βαρβατίλας.

Η αριστερή πλευρά
(με τα μακαρόνια χωρίς τυρί- νηστίσιμα) είναι η δική μου. Η δεξιά με το τυρί
είναι του Trik. Παρακαλώ
παρατηρήστε κάθε λεπτομέρεια στη φωτογραφία. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Στην από κάτω φωτό είμαι
εγώ καθώς μιλούσα στο τηλέφωνο ενώ ο Trik ήταν στην κουζίνα. Για να περάσει η ώρα καθώς μιλάω πήρα κάτι μανταλάκια
που ήταν παραδίπλα και τα έβαλα στη σειρά στην κουρτίνα. Ο Trik άφησε την κουζίνα του και με
τράβαγε φωτό.

Αφού είπαμε τα
νέα μας και τις μαλακίες μας, κι αφού μου έμαθε κάτι έμπειρα κόλπα με zippo (ναι ο Trik μεταξύ άλλων είναι κι ο μέντοράς μου στο
κάπνισμα) έβγαλε την κιθάρα και ροκάραμε. Είναι ένας εκ των δύο φίλων μου που
παίζουν κιθάρα και κάθε φορά που μου παίζουν και μου τραγουδάνε, ανατριχιάζω. Ο
Trik το έχει, είναι
γεννημένος σόουμαν.

Και ως απόδειξη
πόσο μεγάλος σόουμαν είναι αλλά και πόσο καλό παιδί, δέχτηκε να κάνουμε κάτι
που θα το αφήσω ως έκπληξη για την πριγκίπισσά μου, στο τέλος του ποστ. Υπομονή
αυτό το ποστ σεντόνι, κάποια στιγμή θα τελειώσει. Και θέλω να το κλείσω με μια
πολύ γλυκιά έκπληξη.

Με βαριά καρδιά
έφυγα από το σπίτι του Trik
ενώ έξω είχε νυχτώσει για τα καλά. Περιμένω πώς και πώς την επόμενη φορά που θα μου μαγειρέψει. Γύρισα με ταξί γιατί δεν ήθελα να πετύχω καμιά
ωραία κοπέλα που διαβάζει κανα παράξενο μήνυμα κανενός πολίστα και συγχυστώ
πάλι. Στο γυρισμό μου τηλεφώνησε ο παιδικός φίλος Μ. να πάμε να δούμε τον αγώνα
μπάσκετ του αδερφού. Είχα αργήσει αλλά τελικά πήγαμε λίγο πριν το ημίχρονο.

Το γήπεδο που
παίζει η ομάδα μπάσκετ του αδερφού είναι στις ίδιες εγκαταστάσεις με το γήπεδο
του Πανιωνίου. Έτσι στα ημίχρονα με τον Μ. ή με όποιον βλέπω τον αγώνα
βολτάρουμε στις εγκαταστάσεις του Πανιωνίου. Εκείνη τη μέρα λοιπόν, καθώς
πηγαίναμε να ρίξουμε κανα σουτάκι στο μεγάλο γήπεδο ακούμε από κάπου μουσική.
Ανοίγουμε την πόρτα και βλέπουμε καμιά 15αριά κορίτσια να χορεύουν σε κάτι
καρέκλες. Ήταν οι τσιρλίντερ του Πανιωνίου. Θέ μου βόηθα. Σήκωναν με τέτοια
χάρη το πόδι μέχρι το αυτί ενώ στριφογύριζαν λες κι είχε φουρτούνα.

«Μαλάκα, χέσε τον
αγώνα κι έλα να κάτσουμε να τις δούμε» είπε ο Μ.

Οι κοπέλες δεν
μας είχαν πάρει χαμπάρι κι εγώ άλλο που δεν ήθελα. Ο Μ. ξεκίνησε να σκαρφαλώνει
στις κερκίδες απτο πλάι για να κάτσουμε χωρίς να περάσουμε μπροστά απτα
κορίτσια και μας πάρουν χαμπάρι. Σκαρφάλωνα κι εγώ από πίσω του. Σε μια φάση
είχε το κινητό του στην κωλότσεπη και καθώς τεντωνόταν για να ανέβει στις κερκίδες
το βλέπω να πέφτει. Τεντώνω το ένα χέρι μου να το πιάσω, αλλά αντί να κρατηθώ
με το άλλο απτα κάγκελα κρατιέμαι από ένα τσίγκινο κάδο. Και ξαφνικά βρίσκομαι
αιωρούμενος. Μέχρι που σκάω κάτω από ύψος 2 μέτρων με το κινητό του Μ. στο ένα
χέρι κι ένα τσίγκινο κάδο στο άλλο.

Ο θόρυβος που
έκανε ο κάδος ήταν εκκωφαντικός. Μερικές τσιρλίντερ ούρλιαξαν, άλλες έμειναν με
το πόδι μετέωρο δίπλα στο αυτί ενώ κάποιος σταμάτησε τη μουσική τους.

«Επ, ποιος είναι
εκεί?» φώναξε μία με τρεμάμενη φωνή.

Ο Μ. που ήταν
ακόμα ανεβασμένος στα κάγκελα φώναξε «Εεε, είμαστε ηλεκτρολόγοι, τίποτα
τσεκάραμε κάτι καλώδια και τώρα θα φύγουμε. Συνεχίστε εσείς μη σταματάτε».

Πήδησε δίπλα μου
κι ενώ εγώ ήμουν σωριασμένος κάτω αυτός σιχτίριζε που τσακίστηκα και μας
κατάλαβαν οι τσιρλίντερ.

Φύγαμε ντροπιασμένοι
και πήγαμε στο δικό μας γήπεδο να δούμε το δεύτερο ημίχρονο. Ήταν επεισοδιακό
όπως όλοι οι τοπικοί αγώνες, έπεσαν 4 τεχνικές ποινές οι 2 εκ των οποίων στον
προπονητή της άλλης ομάδας ο οποίος απεβλήθη από το γήπεδο. Όταν τέλειωσε ο
αγώνας (κερδίσαμε) πήγαμε να τσιμπήσουμε κάτι. Ο Μ. τσάκισε ένα χάμπουργκερ και
μετά παγωτό, ενώ εγώ λόγω νηστείας χτύπησα πατάτες με κέτσαπ και ταμπάσκο. Το
στόμα μου έγινε ηφαίστειο.

Στο φαγάδικο
ανοίξαμε τρελή κουβέντα με τον Μ. Λέγαμε για ανωμαλίες. Ξεκίνησα να του λέω
όλες τις μορφές παραφιλίας που έχω διαβάσει στην ψυχιατρική και προσπαθούσαμε
να βρούμε ποιες από αυτές τις έχουμε εμείς. Ας πούμε εγώ μάλλον έχω του εφαψία κι
αυτός του ποδολάγνου. Αναλύσαμε αν ομοφυλόφιλος γεννιέσαι ή γίνεσαι, αναρωτηθήκαμε γιατί τα τραβέλια στη Συγγρού είναι όλα κάτι ντερέκια και γιατί δεν έχουμε δει ποτέ μικροκαμωμένο τραβέλι και μετά
πιάσαμε τις κτηνοβασίες και προσπαθούσα να του εξηγήσω πώς γίνεται κάποιος ή κάποια να πάει με ζώο. Δεν
μπορούσε να το φανταστεί. Ντάξει να πάρει κάποια πολλά λεφτά και να κάτσει να
της το χώσει σκύλος κάπως το χώνευε. Αλλά δε μπορούσε να φανταστεί πώς κάποιου
θα του σηκωνόταν με κατσίκα.

«Είναι πολύ απλό
του λέω. Μικρός πάνω στις κάψες δεν τριβόσουν πάνω στο μαξιλάρι? Δεν είναι
στιγμές που θες να το χώσεις ακόμα και στην τρύπα της κλειδαριάς για να
ηρεμήσεις? Ε φαντάσου το γιδοβοσκό, να έχει τρελαθεί εκεί πάνω στα βουνά χωρίς
γυναίκα και να έχει κάθε μέρα την κατσίκα μπροστά του να του κουνιέται. Δε
θέλει και πολύ ο άνθρωπος.»

Πάνω που άρχισε
να φαντάζεται την εικόνα στο μυαλό του σκεφτόμασταν πως αυτοί που πάνε με
κατσίκες πρέπει να τις πηδάνε χωρίς προφυλακτικό. Πού να βρεθεί Durex στη στάνη.

Μετά από κανα
δίωρο και κλείνοντας την κουβέντα για τις ανωμαλίες μπήκαμε στο αμάξι μου για
να γυρίσουμε σπίτι. Στο δρόμο με σταμάτησαν για έλεγχο, δίπλωμα και τα σχετικά.
Δε μπορούσα να το βρω, ήξερα πως υπήρχε στο ντουλαπάκι αλλά δε θυμόμουν πού το
είχε βάλει ο πατέρας μου.

«Καλά οδηγείς
χωρίς δίπλωμα?» μου λέει ο μπάτσος.

«Κάπου εδώ το
έχω, αν θέλετε να περιμένετε λίγο να το βρω».

Έψαχνα κανα
πεντάλεπτο, δεν το έβρισκα, βαρέθηκε ο μπάτσος και μας άφησε να φύγουμε.

Άφησα τον Μ. στο
σπίτι του και πριν ανέβω πάνω πήρα ένα τηλέφωνο. Την προηγούμενη μου είχε πει ότι κάτι έτυχε με
την υγεία της και πήρα να δω τι κάνει. Ήταν έξω. «Ξεσαλώνεις?», «Ναι, ξεσαλώνω»
μου λέει.

Τσαντίστηκα με
τον εαυτό μου, γιατί χαλάστηκα.

Μαζεύτηκα σπίτι
κι έπεσα ξερός για ύπνο. Μεγάλη μέρα.

Υ.Γ. Άφησα για το
τέλος την έκπληξη. Ζήτησα από τον Trikalo να παίξει και να τραγουδήσει κάτι για την πριγκίπισσά μου.
Και το έκανε. Καταλήξαμε σε ένα τραγούδι που πιστεύω πως ταιριάζει στην
περίσταση γιατί το τραγουδά ο φίλος μου, σαν να μιλάει σε μένα, για την πριγκίπισσά μου.
Κι είναι υπέροχος. Δώστε βάση. Αφιερωμένο.




Η phantom productions παρουσιάζει τον Dreiko..!

Φαντάζομαι όσοι διαβάζουν τα σχόλια θα έχουν παρατηρήσει κάποιον που σχολιάζει με καυστικά κατεβατά σχόλια (και καμιά εκατοστή υστερόγραφα). Το διαδικτυακό nickname του είναι Dreiko κι είναι φίλος απτα παλιά (τον τρώω στη μάπα απτο νηπιαγωγείο μέχρι τώρα που γίναμε μαντράχαλοι) και πέρα από την παρέα στη ζωή είναι παρέα σε αρκετές δημιουργικές μου στιγμές, σκετσάκια, τραγούδια, αστεία κείμενα κτλ. Δουλειά δεν είχε ο διάολος που λένε…


Δεν θυμάμαι αν ανακάλυψε το blog μου ή του το αποκάλυψα, αλλά κάτι φορές που αφήνει σχόλια μου κλέβει την παράσταση και το χαίρομαι. Επειδή έχω παρατηρήσει ότι το'χει το γράψιμο κι επειδή τον έχω πετύχει σε κάτι forum που μπαίνει και τα χώνει (όπως όταν τον διάβαζα σε ένα ανθελληνικό γκρουπάκι που είχαν ιδρύσει κάτι Τούρκοι στο facebook κι έμπαινε, τους αποστόμωνε και τους ανέβαζε και την πίεση) του ζήτησα να γράψει ένα κειμενάκι για το blog.


Πριν δώσω το κείμενο, τα δικά μου τα νέα είναι πως την τελευταία βδομάδα βήχω σαν καριόλης κι έχω βραχνή φωνή σαν νταλικέρη ή σαν πουτάνας μετά από 10 πίπες. Χωρίς να έχω κάποια άλλο σύμπτωμα. Πειραματίζομαι στον εαυτό μου παίρνοντας διάφορα δικά μου γιατροσόφια (που περιλαμβάνουν συνδυασμό χαπιών, σιροπιών για το βήχα, φιαλίδια για εισπνοές και καραμέλες) μέχρι να βρω αυτό που πιάνει. Ακόμα τίποτα. Επίσης μάλλον κάνω τη νηστεία να φαίνεται γοητευτική γιατί κάθε φορά που βγαίνω με παρέα για φαγητό και κάθομαι και ψάχνω τα νηστίσιμα ή στερούμαι τα αρτύσιμα την επόμενη μέρα στάνταρ κάποιος απτην παρέα θα μου πει πως θέλει να ξεκινήσει κι αυτός και με ρωτάει συμβουλές τι να τρώει και τι να μην τρώει. Μήπως να ξεκινήσεις κι εσύ που διαβάζεις?


Αυτά από μένα και τώρα ήρθε η ώρα να εμφανιστεί ο Dreiko!!!! Το θέμα του? Η τηλεόραση! Ιδού λοιπόν…!

«Όποιος διαβάζει το τι γράφω στα comments που αφήνω κατά καιρούς, με έχει μάλλον πάρει σαν τύπο που περνάει πολλές απο τις ώρες στην μέρα ασχολούμενος με κάτι το ηλεκτρονικό. Και δεν έχει άδικο. Είτε αυτό λέγεται υπολογιστής είτε psp είτε κινητό κάτι θα έχω στο μυαλό μου (και για τα βρώμικα μυαλά όχι αυτό δεν το έχω στο μυαλό μου).

Παρόλαυτα είναι μάλλον σπάνιο να ασχοληθώ με την τηλεόραση. Όχι οτι δεν βλέπω, αλλά βλέπω συγκεκριμένα πράγματα. Ράδιο Αρβύλα (Κανάκης Σερβετάς και τα μυαλά στα κάγκελα!) , Dr. House (όποιος πιστεύει οτι ο Phantom θα γίνει έτσι να σηκώσει το χέρι. Ωχ γιατρέ πολύ κόσμο βλέπω…..), φιλαράκια (θεϊκό αν και λέω να το κατεβάσω όλο μπας και το δω σε καμιά σωστή σειρά…..). Άντε και κανα ποδόσφαιρο ή μπάσκετ κτλ.

Αυτό που μέχρι σήμερα δεν έβλεπα και απο ότι μάλλον θα καταλάβετε πολύ καλά έκανα, είναι μεσημεριανές εκπομπές και εκπομπές πολιτικού κ.α. περιεχομένου. Γιατί ποτέ δεν ένιωσα το λόγο να το κάνω. Όχι οτι χτές τον ένιωσα τον λόγο αλλά δεν ξέρω πώς μου τη βάρεσε και γύρισα το κανάλι απο το MAD σε ένα κανάλι υψηλής (έτσι λέει δεν παίρνω όρκο) τηλεθέασης. Και είδα……..

…και τι δεν είδα. Ένα τραπέζι με 4-6 άτομα τα οποία δεν έχουν απολύτως καμία ιδιότητα, κανένας δεν είναι αυθεντία σε κάτι, κανένας δεν έχει μια απόδειξη ρε παιδί μου οτι έχει μυαλό. Το μόνο κοινό που έχουν είναι οτι κανένας ποτέ δεν τους έχει δει απο τη μέση και κάτω γιατί πάντα τους κρύβει το τραπέζι…..(ΟΚ αν μέσα υπάρχει καμία ωραία με μίνι ο σκηνοθέτης το φροντίζει επιμελώς, για να μην μας μείνει καμία απορία ρε παιδί μου….).

Και μιλάνε……. τώρα το τι λένε είναι άλλο θέμα. Λένε για μόδα, κουτσομπολεύουν, κράζουν (διακριτικά είναι και το ΕΣΡ στη μέση) σχολιάζουν την επικαιρότητα (Eurovision και κάτι τέτοια ποιός νοιάζεται για ληστείες μεσημεριάτικα;), αλλά πάνω απο όλα κάνουν ενδιαφέροντα ρεπορτάζ! "Η ερωτική απόδραση του Χ. στα χιόνια.". " Τι έκανε ο Ψ. στο Λονδίνο". "Πόσες φορές πάει ο Δ. στην τουαλέτα. Συκλονιστική αποκάλυψη του Αχόρταγου!".

Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι η σύνθεση του πάνελ. Δεν είσαι επιτυχημένη εκπομπή αν δεν έχεις μέσα:
1. Έναν έστω κατ'όνομα μουσικό παραγωγό για να μιλάει για μουσική.
2. Ένα αποτυχημένο μοντέλο για γλάστρα.
3. Ένα επιτυχημένο μοντέλο για γλάστρα και για να την λέει στο αποτυχημένο μοντέλο και να μην έχει απαιτήσεις.
4. Ένα σοβαρό δημοσιογράφο (ή έτσι να λέει) για να σου δώσει κύρος. Δεν είμαστε τίποτα παρακατιανό κουτσομπολίστικο άλλωστε!
5. Ένα gay (sic) για να μιλάει για μόδα (αλήθεια πώς γίνεται να είναι αδερφές όσοι άντρες ξέρουν απο μόδα;)
6. Ένα guest star άγνωστο ποιόν, συνήθως κάποιον που έχει καιρό να δει τηλεόραση (για να κράξει το κακό κανάλι που δεν τον βγάζει/έκοψε), κάποιον που το γουστάρει να γίνεται ρεζίλι γιατί κάτι βγάζει (Βας Βας είπε κανείς;), κάποιον που νομίζει οτι είναι σοβαρός αλλά ουσιαστικά τον καλούν γιατί θα καταφέρει να γίνει ρεντίκολο μόνος του (Θώδη και τα μυαλά στα κάγκελα. Το τί μαλακία έχει βγεί απο το στόμα της μόνο ο Θεός και η Laidy Αντζελα ξέρει.) ή τέλος, κάποιον που θα φέρει τηλεθέαση ότι και να γίνει (κοινώς ένα τηλεοπτικό μαϊντανό).

Αλλά όλα τα λεφτά είναι ο παρουσιαστής/παρουσιάστρια. Ξέρει τα πάντα, ασχολείται με όλα, θυμάται όλα τα θέματα απ'έξω, αλλά ξεχνάει μικρά πράγματα, όπως το να φορέσει εσώρουχα με ένα μίνι (ότι έχει απομείνει), σουτιέν με βαθύ ντεκολτέ και άλλα παρόμοια μικροπράματα (όχι οτι με χαλάνε ρε παιδί μου αλλά έλεος πια αν ήθελα θα έβαζα συνδρομητικό NOVA. Δηλαδή πρέπει να μας κα@#$%σουνε μεσημεριάτικα;). Το ποιο αστείο είναι οτι αυτός/αυτή νομίζουν πραγματικά οτι κάνουν κουμάντο στην εκπομπή τους και καθοδηγούν μια συζήτηση σοβαρή. Και φυσικά πάντα χαμογελάνε.

Και πάμε τώρα στις σοβαρές εκπομπές. Εκεί το πάνελ είναι συνήθως σοβαρό, αλλά ο παρουσιαστής είναι πάλι all the money! Πάντα σοβαρός (πρέπει να τους εκπαιδεύουνε λέγοντας τους ανέκδοτα έχοντάς τους δεμένους σε ηλεκτρική καρέκλα. Το γέλιο κάνει ΤΖΙΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ!), ευγενικός μέχρι αηδίας, έχει μια ικανότητα να μιλάει στην κάμερα και να νομίζεις οτι σε βλέπει και σου μιλάει και αν πας για κατούρημα θα σταματήσει την εκπομπή μέχρι να γυρίσεις. Αλλά το βασικότερο είναι ο τρόπος που χειρίζεται το θέμα του. Κάτι που αξίζει μια ακόμα παράγραφο…

Είτε είσαι ταρζάν, είτε είσαι έγκριτος δημοσιογράφος ειδήσεων, ρε ο Άγιος Σεραφειμ να είσαι, ΠΡΕΠΕΙ να βρείς τον φταίχτη. ΠΡΕΠΕΙ να πείς οτι αυτό το κακό πράγμα το κάνει ΑΥΤΟΣ, τον οποίον εσύ ξέρεις αλλά δεν μπορείς να κατονομάσεις γιατί στο απαγορεύει η δεοντολογία. Κάτσε ρε ψηλέ ψάχνεις εβδομάδες ολόκληρες για να κανεις το ρεπορτάζ σου, μας έχεις μπαστακωμένους εδώ 2 ώρες να μάθουμε ποιός φταίει και τελικά δεν μας λές; Τί σοι κινέζικο βασανιστήριο είναι αυτό;

Μπορώ να γράφω για ώρες για τέτοια πράγματα. Πραγματικά είναι κάτι που δεν τελειώνει ποτέ. Το κράξιμο σε όλους αυτούς που νομίζουν οτι κάνουν δημοσιογραφία. Αλλά στο τέλος δεν φταίνε αυτοί. Φταίνε αυτοί που τους πληρώνουν. Γιατί κάποιοι πληρώνουν για να βάζουν διαφημίσεις στις εκπομπές τους. Γιατί κάποιο τους βλέπουν. Αν μόλις κοίταξες το τηλεκοντρόλ ή την τηλεόρασή σου ξέρεις οτι οφείλεις να αυτομαστιγωθείς δημόσια για να εξαγνιστείς.

Για προφανείς λόγους δεν θα γράψω ΥΓ. Γιατί απλά δεν θα τελειώσω ποτέ. Θέλω να ευχαριστήσω τον phantom για την φιλοξενία, τη μαμά μου , που τόσο με βοήθησε στο φαί…… αφήστε το αυτό είναι inside joke, λίγοι θα το καταλάβουν.

ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΚΟΙΤΑΣ ΤΟ ΤΗΛΕΚΟΝΤΡΟΛ ΔΕ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΚΑΝΕΙΣ!!!!!»

Μ’αρέσει – δε μ’αρέσει

Δε μ'αρέσουν οι
κάμπιες.

Πρέπει να είναι
το πιο αηδιαστικό δημιούργημα της Φύσης. Είναι απορίας άξιο πώς από αυτό το
αηδιαστικό πλάσμα που σέρνεται με τις μικρές τριχίτσες του και τη γλοιώδη
επιφάνειά του θα μετατραπεί σε όμορφη πεταλούδα. Σίγουρα ο Θεός ή η Φύση ή ο
Βούδας ή όποιος την έπλασε τελοσπάντων θα ήθελε να μας διδάξει τρελή αλληγορία.
Ότι από κάτι τόσο άσχημο μπορεί να προκύψει κάτι πολύ όμορφο. Αυτή πρέπει
να'ναι κι η μοναδική χρησιμότητά της.

Τα πάντα εν σοφία
εποίησεν όμως. Η φυσική άμυνα της κάμπιας πρέπει να είναι η αποκρουστικότητά
της. Είναι τόσο αηδιαστική που κανένα πλάσμα δεν την πλησιάζει να τη φάει.
Σιχαίνομαι ακόμα και να τις πατήσω όταν της πετυχαίνω να κινούνται η μία πίσω
απτην άλλη λες και κάνουν μπλόκο στα πεζοδρόμια.

Απορώ πώς
βρίσκουν ταίρι οι κάμπιες. Φαντάζομαι πως στο είδος τους πρέπει να λειτουργούν
διαφορετικά. Δηλαδή μεταξύ τους η πιο ελκυστική ίσως θεωρείται η πιο αηδιαστική
για εμάς, να'ναι αυτή που έχει περισσότερη γλίτσα, ή τις πιο στραβές τριχίτσες
ή που σέρνεται πιο σιχαμένα απόλες. Θα λέει ας πούμε ο κάμπιος όταν βλέπει μια
σέξυ κάμπια: «Πωπω,  μανάρι μου, τι
γλίτσα είναι αυτή που αφήνεις», ή «Με τρελαίνει όταν σε βλέπω να σέρνεσαι,
κούνα το μωρό μου» ή «Θα σου ρίξω έναν πήδο που θα γίνεις πεταλούδα επί τόπου»
και άλλα τέτοια.

Τις κάμπιες δεν
τις μπορώ. Τελεία.

Μ'αρέσουν οι
κοπέλες που κάνουν το σταυρό τους έξω από την εκκλησία.

Δείχνει ότι έχουν
ανασφάλειες. Άρα μπορώ να τις εκμεταλλευτώ.

Βέβαια το να
κάνεις το σταυρό έξω από εκκλησία ίσως είναι και ψυχαναγκασμός. Σκέφτεσαι πως αν
δεν ακολουθήσεις την καθιερωμένη σου τελετουργία δε θα έχεις «την ευλογία του
Θεού» και κάτι ίσως σου πάει στραβά. Οπότε αυτές οι κοπέλες ίσως έχουν
ψυχαναγκασμούς. Άρα πάλι θα ταιριάζουμε.

Δε μ'αρέσει το
σόου «Μια τρύπα στο νερό».

Το έχουν
περιγράψει σαν ανθρώπινο Τέτρις. Οι παίκτες κάθονται μπροστά σε μια πισίνα, ενώ
ένας τοίχος έρχεται καταπάνω τους. Ο τοίχος έχει μια τρύπα πάνω του στο σχήμα
μιας ανθρώπινης μορφής σε παράξενη στάση. Το είδος της τρύπας που θα άφηνε το
κογιότ που κυνηγάει το μπίπ-μπίπ όταν εκσφενδονίζεται από ένα κανόνι και σκάει
πάνω σε ένα βράχο. Ο διαγωνιζόμενος πρέπει να πάρει την κατάλληλη στάση και να
περάσει τον τοίχο όπως ένα κλειδί στη κλειδαριά, αλλιώς θα πέσει στην πισίνα.

Και για να κάνουν
τα πράγματα ακόμα πιο αστεία έχουν βάλει τους παίκτες να φοράνε κάτι ασφυκτικά
στενές στολές από λύκρα σχεδιασμένες να είναι όσο πιο γελοίες γίνεται. Βέβαια
όταν τις φοράνε τίποτα ωραίες παίκτριες είναι χάρμα οφθαλμών να τις βλέπεις,
ειδικά αν πρέπει να πάρουν κάποια δύσκολη στάση για να περάσουν τον τοίχο, με
τίποτα ανοιχτά πόδια ή κάτι σχετικό. Αλλά προσοχή: προς τους πιθανούς
αυνανιστές. Με κάθε ωραία παίκτρια πάντα θα υπάρχει κι ένας κρεμανταλάς που θα
φορά κι αυτός την ίδια ασφυκτικά στενή στολή και τα παπάρια του θα έχουν
τσιτώσει και θα έχουν απλωθεί μέχρι την κοιλιά του λες και τα έχεις αλείψει
όπως απλώνεις με το μαχαίρι στο ψωμάκι αυτές τις μικρές μπαλίτσες από βούτυρο,
σκόρδο και μαϊντανό σε μερικά ιταλικά εστιατόρια.

Την πρώτη φορά
που θα δεις κάποιον να βουτάει ίσως σου φανεί αστείο. Και τη δεύτερη. Άντε και
την τρίτη. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως για μισή ώρα, κάθε βδομάδα γίνεται
ακριβώς το ίδιο πράγμα. Να βλέπεις ανθρώπους με στενές στολές να πέφτουν στην
πισίνα, ενώ το κοινό γελά και χειροκροτά κι αυτό να επαναλαμβάνεται συνέχεια
και ξάφνου όλο αυτό το σκηνικό σου φαίνεται εφιαλτικό σαν να παρακολουθείς ένα
είδος σόου που θα το έβλεπες μόνο σε ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας που θα
περιέγραφε μια διεστραμμένη φουτουριστική κοινωνία.

Τόσο ηλίθιο
είναι.

Υποψιάζομαι πως
το «Made in Japan» που παρουσιάζει η Καλομοίρα πρέπει να είναι ακόμα πιο ηλίθιο, αλλά για
καλή τους τύχη δεν το έχω πετύχει ακόμα στο ζάπινγκ.

Μ'αρέσουν οι
αλλαγές που έκαναν στη home page του facebook.

Κλασικά οι περισσότεροι
αντιδρούν σε κάθε νέα κατάσταση γιαυτό πέτυχα μερικά status όπως «Pali kanane allages sto facebook??? Eleos pia!!! :-\» ή «this new facebook thing sucks!» ή «Τι έπαθε ρε παιδιά το φατσαμπούκ?».

Αλλά αν κάτσουν να το ψάξουν λίγο θα δουν πως
θα μας βολέψει καλύτερα το νέο συστηματάκι, γιατί μας δίνει περισσότερες
επιλογές και άρα μεγαλύτερη ελευθερία.

Και μιας και
αναφέρθηκα στο facebook να υπενθυμίσω πως το μπλόγκ που διαβάζετε έχει fan page στο facebook που αυτή τη στιγμή που γράφεται το ποστ αριθμεί 628 φαν! Για του λόγου
το αληθές κάντε κλικ εδώ.

Δε μ'αρέσει το
λεωφορείο που βρίσκεται στο Σύνταγμα και υποτίθεται πως κάνει το γύρο της
Αθήνας.

Καταρχάς σαν
λεωφορείο είναι τέλειο. Είναι διώροφο κι ο πάνω όροφος είναι κάμπριο για να
χαζεύεις άνετα έξω. Ένα πρωί που την κοπάνησα από σχολή αποφασίσαμε με τον Δ.
και την Κ. να το τσεκάρουμε. 18 ευρώ το κανονικό εισιτήριο και 8 το
παιδικό-φοιτητικό. Διαρκεί για 24 ώρες δηλαδή μπορείς να κατέβεις σε κάποια από
τις πολλές στάσεις που κάνει και να το ξαναπάρεις όποια ώρα θες. Εμείς το
πήραμε από Σύνταγμα και κατεβήκαμε Θησείο για καφέ που ήταν κι η προτελευταία
στάση. Έχει λεωφορεία κάθε μισή ώρα τα πρωινά. Η ξενάγηση που κάναμε ήταν
τελείως για τον π@@τσο. Διαρκεί μιάμιση ώρα αλλά τη μία ώρα ήμασταν κολλημένοι
στην κίνηση ή ο οδηγός θα προσπαθούσε να κάνει μανούβρες για να χωρέσει να
περάσει το λεωφορείο. Σου δίνουν βέβαια κάτι ακουστικά που έχει πληροφορίες για
την ξενάγηση σε πολλές γλώσσες με συνεχή μουσική υπόκρουση το Ζορμπά κάτι που
μετά από λίγο σου τσιτώνει τα νεύρα κι εύχεσαι να βάλουν κάτι άλλο
αντιπροσωπευτικό ελληνικό ακόμα και Στανίση ή Μπουγά αλλιώς θα αρχίσεις να κοπανάς
το κεφάλι σου στο παράθυρο. Η διαδρομή ήταν πολύ μικρή (αλλά η χρονική διάρκεια
τεράστια λόγω κίνησης), ενώ για κάποιον άγνωστο λόγο περάσαμε δύο φορές μπροστά
από τη πλατεία Συντάγματος, οπότε φάγαμε την κίνηση εις διπλούν.

Όσο περιμέναμε να
ξεκινήσει μας έκοψε μια πείνα κι ήθελα να κατέβω στα Everest απέναντι να φέρω κάτι να
τσιμπήσουμε. Κατέβηκα και ρώτησα τον οδηγό αν επιτρέπεται το φαγητό στο
λεωφορείο και μου απαντά: «Φυσικά, στην Ελλάδα είμαστε!».

Για τους
τουρίστες ίσως έχει τη χρησιμότητά του, για τους Αθηναίους δεν έχει κανένα
απολύτως νόημα.

Εδώ ο Δ. καθώς ποζάρει στο λεωφορείο.

Μ'αρέσει αυτό το
δώρο που μου έδωσε ένας φίλος μου.

Δε μ'αρέσει το
Όσκαρ Μαλακίας που μου έδωσε ένας άλλος.

Αν και γέλασα με
την καρδιά μου όταν το παρέλαβα!!!! Του είπα ότι αυτό το βραβείο δε θα το
έπαιρνα χωρίς την πολύτιμη βοήθειά του και πως στην πραγματικότητα αυτός είναι
ο άνθρωπος που το αξίζει δικαιωματικά..!

Το έβαλα σε περίοπτη
θέση πάνω στο γραφείο.

Μου αρέσει αυτή:

Pizza Hut οικογενειακό μέγεθος με αφράτη ζύμη
σπέσιαλ χωρίς κρεμμύδι. Για μέρες τρελής κραιπάλης. Συνοδεύεται με μισό λίτρο Coca-Cola. Για ένα άτομο φυσικά.

Κι αυτά:

Καυτερές
φτερούγες KFC. Μενού. Με 2
κεσεδάκια κέτσαπ.

Τώρα τελευταία, τα βράδια που γυρνάμε απτο μάι-τάι με τον Β. κάτι μας έχει πιάσει και συζητάμε για σουβλατζίδικα, ποιό έχει το πιο νόστιμο, ποιο το μεγαλύτερο και τέτοια. Δε μπορώ να εξηγήσω το γιατί.

Περασμένα
μεγαλεία όλα αυτά, τώρα με τη νηστεία και τη σχετική προσοχή στη διατροφή όλα αυτά
κομμένα. Help…

Δε μ'αρέσει αυτό
το κιτρινο-πορτοκαλί χρώμα που υπάρχει στην άκρη του τσιγάρου, στο φίλτρο.

Αντίθετα μου
αρέσουν τα τσιγάρα που είναι τελείως άσπρα κι ας θεωρούνται περισσότερο
γυναικεία (ντάξει όχι και slim, Davidoff ας
πούμε). Αναρωτιόμουν γιατί να έχει τέτοιο χρώμα το φίλτρο του τσιγάρου. Μέχρι
που παρατήρησα την άκρη ενός τσιγάρου τελείως άσπρου ύστερα από 3-4 ρουφηξιές
(δε σημαίνει ότι το κάπνισα εγώ, μπορεί να το παρατήρησα από άλλον- εγώ
διαφήμιση στο τσιγάρο δε θα κάνω). Η άσπρη άκρη λοιπόν ύστερα από μερικές
ρουφηξιές είχε πάρει ένα κιτρινωπό-πορτοκαλί χρώμα, ψιλοαηδία μάλλον από την
πίσσα. Άρα προφανώς για να μη φαίνεται αυτό το χρώμα κι αηδιάζει ο καπνιστής το
έβαψαν κιτρινο-πορτοκαλί κι ούτε γάτα ούτε ούτε ζημιά.

Τώρα αυτή η
εξήγηση είναι τελείως αυθαίρετη και την έβγαλα απτο μυαλό μου αλλά να δεις πως
έτσι θα είναι.

Κι ορίστε πώς θα
φαίνονται τα πνευμόνια ενός καπνιστή μετά από λίγα χρόνια. Τη φωτό μου την
έστειλε η Dora, όταν έγραφα
πως σκέφτομαι να ξεκινήσω το κάπνισμα.

Μ'αρέσει η gold class των village cinemas.

Οι gold class είναι αυτές οι ξεχωριστές αίθουσες στα village, όπου ναι μεν το εισιτήριο είναι
πανάκριβο (22 ευρώ) αλλά παρακολουθείς ταινία μες στη χλίδα σε αναπαυτικές
πολυθρόνες που με ένα κουμπί κατεβαίνουν κι άλλο και βγαίνει μαξιλάρι για να
ακουμπάς τα πόδια σου, μπορείς να παραγγείλεις ό,τι φαγητό θες και δεν έχεις το
κάθε 15χρονο να γκαρίζει πάνω απτο κεφάλι σου φτύνοντας ποπ κόρν.

Το πιο κορυφαίο
είναι πως έχουν βαφτίσει τα πιάτα τους με ονόματα ταινιών ας πούμε το mission impossible είναι μια φονική ποικιλία τυριών και αλλαντικών, το la vita e bella εκλεκτά τυριά, οι 300 είναι ένα μοσχαρίσιο μπιφτέκι.

Εγώ προτείνω το Star Wars το οποίο και δοκίμασα. Ποικιλία κρεατικών με πατάτες και κάτι τυράκια. The best! (Για να μη δημιουργήσω απορίες το δοκίμασα την τελευταία μέρα πριν τη
νηστεία)

Δε μ'αρέσουν οι
ράπερ που το παίζουν γαμιάδες.

Έλεος επειδή
φοράνε φαρδιά δε σημαίνει ότι έχουν και μεγάλα παπάρια. Ίσως σημαίνει ότι είναι
τσίπηδες και δεν έχουν λεφτά να πάρουν ρούχα και φοράνε τα ρούχα του
μεγαλύτερου αδερφού τους. Ή ότι απλά είναι χοντροί. Έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν.
Όταν δε βρίζονται μεταξύ τους για το ποιος έχει το καλύτερο family και ποιος ελέγχει τη φάση, θα λένε πώς
τους το κουνάνε οι γκόμενες στα κλαμπ και πώς τους τσεκάρει η γκόμενά σου. Και
οι περισσότεροι είναι κάτι χλεμπονιάρηδες πάρτον έναν και βάρα τον άλλον.

Λες κι άμα τους
πετύχεις με την κοπέλα σου σε κανα κλαμπ θα σου καρφώσουν ένα μαχαίρι στη
σπονδυλική στήλη για να μείνεις ακίνητος και θα αρχίσουν να την πηδάνε μπροστά
σου.

Chill bitches..!

Μ'αρέσει ένα
παιχνιδάκι που παίζουμε με τον φίλο μου τον Κ.

Ρωτάμε ο ένας τον
άλλον για πόσα λεφτά θα πήγαινε με κάποια. Στην αρχή ξεκίνησε μια διάσημες,
π.χ. αυτός θα πήδαγε τη Λουκά με 1000 ευρώ, εγώ τη Στεφανίδου με 500, μπορεί
και τζάμπα μόνο και μόνο για να τη σπάσω στον Ευαγγελάτο, αυτός θα έδινε 1000
ευρώ για να πηδήξει τη Μενεγάκη, εγώ 200 για την Ευγενία Μανωλίδου και πάει
λέγοντας.

Τώρα το έχουμε
εξελίξει και σε κοπέλες που βλέπουμε έξω. Έχει γέλιο όταν διαπραγμετευόμαστε,
όταν του δείχνω ας πούμε μια πολύ άσχημη, μου λέει μια τιμή και του κάνω
παζάρια. Wannabe-pimps
καταντήσαμε. Έχουμε ξεφύγει?

Δε μ'αρέσει η
αφίσα που έβαλαν στα μέσα μεταφοράς για τη μέρα της γυναίκας.

Δε λέω, ωραία
ιδέα να προσφέρουν στις γυναίκες δωρεάν εισιτήριο σε τρένα, ΚΤΕΛ και λεωφορεία
για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. «Τιμούμε την προσφορά, ξεχνάμε το εισιτήριο
έλεγε η καμπάνια». Αλλά δώσε βάση στην αφίσα.

Πάνω έχει τη
μητέρα με την κόρη, δεξιά έχει τη γιαγιά με την εγγονή κι από κάτω τη
γυναίκα-καριερίστρια γιατρό. Χαμογελαστές και γλυκές. Οκέι μέχρι εδώ.

Στην άλλη άκρη
έχει τη μαθήτρια-λολίτα χαμογελαστή πάνω σε έναν πάκο βιβλία, με φόντο πίσω μια
άλλη συμμαθήτριά της πιο μπάζο που την έβαλαν θολή να χαμογελά πιο πίσω, ενώ
αφήνουν ελαφρά να φαίνεται μια ξανθιά κώμη προφανώς μιας άλλης
συμμαθήτριας-λολίτας αφήνοντας τη φαντασία μας να οργιάζει.

Όλες μέχρι τώρα
είναι χαμογελαστές. Τελευταία κάτω κάτω έχουν τη φωτογραφία μιας εργάτριας εν
ώρα εργασίας. Και είναι η μόνη που είναι κατσουφιασμένη!

Αν ήθελαν να
συμπεριλάβουν όλες τις γυναίκες ας έβαζαν και μια φωτογραφία μιας γιαγιάς που
ξημεροβραδιάζεται όλη μέρα στο χωράφι σηκώνοντας σακιά από άχυρα και μιας
συζύγου πλούσιου άντρα που όλη μέρα τρέχει στα σολάριουμ και στα πεντικιούρ.

Όλη αυτή η
κουβέντα μου έφερε στο μυαλό μια πρόσφατη διαφήμιση για ένα βούτυρο. Δείχνει
κάτι τουρίστες να διαβάζουν από έναν μενού. Και να λένε με δυσκολία
μπουου-τυυ-ρο, μπουου-τυ-ρο. Τους ακούει ένας παππούς που τα έπινε πιο δίπλα
και τους λέει «Όχι μπούτυρο. Βούτυρο. Ελάτε να δείτε πώς φτιάχνεται το
βούτυρο». Τους πηγαίνει σε μια αποθήκη, ανοίγει μια πόρτα και δείχνει μια
γιαγιά χαμογελαστή να ανεβοκατεβάζει ένα βαρύ πράμα και να φτιάχνει το βούτυρο.

Δηλαδή ενώ αυτός
τα έπινε με τους τουρίστες η γιαγιά ήταν κλειδωμένη στο υπόγειο κι έφτιαχνε
βούτυρο. Και χαμογελούσε κιόλας!

Μ'αρέσουν κάτι
καμένα βράδια με τον swift.

Κάτι φορές που
βγαίνουμε, τις στιγμές του απόλυτου «καψίματος» μας πιάνει τρελή κουλαμάρα και
κάνουμε κάθε λογής κουλά.

Εδώ ας πούμε,
ρίξαμε πιπέρι σε ένα κερί που υπήρχε στο τραπέζι μας. Δημιουργήσαμε έτσι ένα
αρωματικό κερί, με άρωμα πιπεριού. Φύγαμε και δεν μάθαμε ποτέ αν άρχισε να
φτερνίζεται όλο το μαγαζί.

Εδώ παίρναμε το
υγρό λιωμένο κερί και το ρίχναμε σε κρύο νερό. Πάγωνε αμέσως κι έπαιρνε
διάφορες κουλές μορφές. Μοιάζει με σπέρμα σε ποτήρι με νερό.

Κι εδώ πετύχαμε
μια οδοντογλυφίδα η οποία ήταν αχρησιμοποίητη και μες στο σελοφάν της αλλά
παρολαυτά καμένη! Το θεωρήσαμε σημάδι της μοίρας, κάτι σαν ένα τρόπαιο που
σηματοδοτεί τις καμένες μας βραδιές.

Ο swift την κράτησε. I love this kid!

Δε μ'αρέσει η
Στεφανίδου. Καλά αυτό είναι γνωστό. Δε μ'αρέσει ούτε η κάθε είδους αντιγραφή.

Τις προάλλες είχε
μια εκπομπή για το fast food, βασισμένη στην εκπομπή του άντρα της του
Ευαγγελάτου. Κι έλεγε συνέχεια ότι είχαν κάνει μια καινούργια πρωτοποριακή,
αποκαλυπτική έρευνα που δεν έχει ξαναγίνει πουθενά. Έβαλαν κάποιους για ένα
μήνα να τρώνε μόνο fast food. Και πήραν πατάτες τηγανίτες σπιτικές και
από fast food, τις άφησαν για ένα μήνα και παρατηρούσαν πώς
κατέληξαν.

Και ξαναλέω έλεγε
πως μόνο ο Ευαγγελάτος στην εκπομπή Αποκαλύψεις είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει
αυτή την επαναστατική έρευνα.

Ε 2 χρόνια πριν
στο ντοκιμαντέρ Supersize me είχε ακριβώς αυτά. Ένας τυπάκος ο Morgan Sperlock περιφερόταν στην Αμερική κι έτρωγε μόνο από Mc Donalds. Γαμήθηκε κανονικά. Και στο τέλος της ταινίας έκαναν το πείραμα με τις
πατάτες.

Καλά ότι το
ζεύγος είναι υποκριτές το ξέρουμε, αλλά πρέπει να έχουν το ελληνικό κοινό για
πολύ μαλάκες για να αντιγράφουν ξένα concept με τόσο θράσος. Αλλά να μου πεις οι γιαγιάδες και οι αμόρφωτες
που την βλέπουν σιγά μην έχουν δει ξένα ντοκιμαντέρ.

Δεν είναι ότι
απλά έτυχε να έχει κάνει κάποιος πιο πριν το ίδιο πείραμα. Είναι ότι ο
Ευαγγελάτος και το επιτελείο είπαν: «Τι άλλο να κάνουμε για να τρομάξουμε τον
κόσμο? Α θυμάστε αυτό τον τύπο που έτρωγε από τα Μακ για ένα μήνα? Κάντε το ίδιο
αλλά να κάνουμε τουμπεκί για να πούμε ότι εμείς το ανακαλύψαμε και να
εντυπωσιάσουμε τον κόσμο».

Το να αντιγράφεις
δεν είναι κακό, αρκεί να εξελίσσεσαι και να αναφέρεις και τις πηγές σου. Είναι
σαν κάτι blogs που την
έχουν δει ειδησεογραφικά πρακτορεία της κακιάς ώρας που βρίσκουν ό,τι είδηση
κυκλοφορεί και την κάνουν copy paste, πολλές φορές
χωρίς να αναφέρουν πηγή. Κι όταν πάνε να αφήσουν κι ένα δικό τους σχόλιο από
κάτω θα είναι εντελώς ανορθόγραφο και χωρίς σημεία στίξης. Που σε κάνει να
αναρωτιέσαι αν έστω διαβάζουν αυτά που αντιγράφουν κι ανεβάζουν 10 ποστ τη μέρα
και μας γεμίζουν τη στήλη «Τελευταία ποστ» και πρέπει να κάνω scroll down 2 ώρες για να βρω τα blogs που μου αρέσουν.

Μ'αρέσει που έχω 2-3 φίλους κάγκουρες.

Ορίστε ηχοσύστημα που έχει ο ένας στο αμάξι του. Πιάνει σχεδόν όλο το πορτ-μπαγκάζ κι όταν ανεβάζει την ένταση νιώθεις το μπάσο να σου κουνάει τις τρίχες στο κεφάλι σου!

Κι επειδή ήταν
τίγκα στις φωτό αυτό το ποστ θα κλείσω με 2 απτις καλύτερες φωτό που τράβηξα
στο Αττικό Πάρκο.

Καλό
Σαββατοκύριακο!

Τελίτσες

…Είσαι γυναίκα?
Νιώθεις αβοήθητη? Άδεια? Η ζωή σου μοιάζει κενή και χωρίς νόημα? Η οικονομική
κρίση που τόσα ακούς για αυτήν στις ειδήσεις σε τρομάζει? Φοβάσαι πως σε λίγο
καιρό θα μείνεις χωρίς λεφτά και θα αρχίσεις να τρέφεσαι με σκουπίδια και να
κάνεις πιάτσα στο πάρκο της γειτονιάς σου για μια γουλιά νερό? Δε χρειάζεται να
απελπίζεσαι.

Γιατί η δύναμη
είναι μέσα σου. Ή πιο σωστά απέξω σου. Κι αναφέρομαι στο δέρμα σου. Το δέρμα δε
χρησιμεύει απλώς για να καλύπτει τα εσωτερικά σου όργανα και να εμποδίζει ας
πούμε το συκώτι σου να πεταχτεί στο πάτωμα και να σκάσει κάτω σαν κόκκινη παχιά
πέρκα.. Όχι, είναι ο μανδύας της δύναμής σου. Αυτό το μαθαίνω κυρίως από την
τηλεόραση: το μόνο που χρειάζεται είναι να βγάλεις λίγο τα ρούχα σου, να
δείξεις λίγο στήθος ή κώλο για μερικά λεπτά και, μπίνγκο, η δύναμη είναι δική
σου.

Χαρακτηριστικό
παράδειγμα: Έτρεχα στο διάδρομο στο gym κάτω από το muay thai. Μπροστά σε κάθε
διάδρομο έχουμε και μια τηλεόραση. Επειδή η ώρα ήταν 9 παρά το συντόνισα στο star channel γιατί μετά το δελτίο ειδήσεων θα έδειχνε το Ζορό και θεώρησα
πως είναι καλύτερο να τρέχω παρακολουθώντας τον Μπαντέρας με μπέρτα να
ξιφομαχεί παρά με το Ποιος είναι πιο έξυπνος από ένα δεκάχρονο. Τελειώνει όμως
το δελτίο και μετά από κάνα τέταρτο διαφημίσεων μπαίνει δελτίο καιρού. Πετρούλα
δηλαδή. Με το που την παίρνει μυρωδιά ένας τυπάκος που έκανε βαράκια, έρχεται
και μπαστακώνεται δίπλα μου.

«Πωπω, τι παιδί είναι
αυτό», μου είπε. Εγώ παρόλο που αγκομαχούσα ιδρωμένος, είχα όρεξη για χαβαλέ
οπότε του άρχισα τα «Παίδαρος παίδαρος, πρέπει να έπινε όλο το γάλα της μικρή.
Και να έτρωγε πολλά κοτόπουλα», ή «Ή αυτή είναι ηλίθια ή ο δικός μου εγκέφαλος
κάηκε», ή «Όσο τη βλέπω μπορώ να τρέξω άλλα δέκα χιλιόμετρα, μη σου πω θα
κατέβω απτο διάδρομο και θα πάω μέχρι το star channel». Αυτός γέλαγε πολύ,
αλλά τα μάτια του δεν τα ξεκολλούσε απτην οθόνη.

Όταν τελείωσε μου
είπε: «Τελικά τι καιρό θα κάνει αύριο?»

«Δεν ξέρω, δεν
πρόσεξα. Μπορώ όμως να σου πω τι νούμερο σουτιέν φοράει».

Η τιβί διψάει για
γυναικεία σάρκα. Και λογικό να βρίσκει ανταπόκριση. Γιατί αν είσαι γυναίκα και
σου γίνει πρόταση, τι θα προτιμήσεις? Να γδυθείς μπροστά σε μια κάμερα καμιά
δεκαριά φορές ή να δουλεύεις full time για όλη σου τη ζωή σε ένα γραφείο
δίπλα σε ένα παχουλό μεσήλικα που όλη μέρα σιγομουρμουρίζει Γονίδη, ιδρώνει
ακατάπαυστα και ρίχνει συνέχεια κρυφές ματιές στον κώλο σου και που στο
διάλειμμά του τρώει σάντουιτς με ψητά κρεμμύδια και ροκφόρ ενώ χασκογελάει
διαβάζοντας τα μηνύματά του στο Facebook?

Κορίτσια τα
θέλγητρά σας είναι δύναμη. Τελεία. Δε χρειάζεται να αντροφέρνετε για να μας
μοιάσετε ή  να φανείτε ανώτερες, ούτε
έχουν κανένα νόημα εκφράσεις όπως «στον πούτσο μου» και «στα αρχίδια μου». Δεν
έχετε και δεν τα χρειάζεστε. Δείξτε λίγο μπούστο, λίγο μπούτι, κάντε ένα
κούνημα, αφήστε να μας τρέξει το σαλάκι και μετά κάθε άντρας θα χαζέψει σαν τον
τυπάκο στο γυμναστήριο. Και θα τον έχετε του χεριού σας.

The force is within you. Ή outside of you. Τελεία.

…Κάτι πρέπει να
γίνει και με τις ταινίες του κινηματογράφου, κυρίως με αυτές τις κοινωνικοδραματικές.
Αν και αυτό που θα περιγράψω το έχω παρατηρήσει και σε πολλές κωμωδίες. Λοιπόν,
σχεδόν πάντα, ο πρωταγωνιστής είναι ερωτευμένος με κάποια που δεν θα τον θέλει
ή θα είναι ερωτευμένη/παντρεμένη με άλλον ή θα πρέπει να περάσει χίλιες δυο
δοκιμασίες για να την ρίξει. Κι ο πρωταγωνιστής ενώ συνήθως απορρίπτει
ντουζίνες κουκλάρες στο δρόμο του καταφέρνει και με τα χίλια μύρια ρίχνει αυτή
που ήθελε.

Χάθηκε ο κόσμος
να πει «Α στα διάλα, δε με θέλει αυτή μία? Δεν τη θέλω δέκα. Αυτή χάνει, ας
φάει τα μούτρα της με τον κάθε μαλάκα εκεί έξω κι εγώ θα βρω είκοσι καλύτερες
σαν κι αυτήν. Εξάλλου σε 10 χρόνια φακλάνα σαν τη μάνα της θα γίνει και το πιο
πιθανό να ξενογαμάω, οπότε τι έρωτες και μαλακίες σκέφτομαι τώρα.»

No more ταινίες με ερωτευμένους που παρακαλάνε και
γίνονται χαλί για τις γκόμενες. Δίνουν το κακό παράδειγμα σε εμάς τους άντρες.
Αυτές οι ταινίες μας κάνουν πλύση εγκεφάλου και τρέχουμε πίσω από τις γυναίκες.
Στην τελική αν χρειάζονται παρακάλια για να καταλάβουν ό,τι σε γουστάρουν, they don't worth it. Τελεία.

…Δε μπορώ να
βλέπω συμβιβασμένους ανθρώπους γύρω μου. Είναι σαν να μου μεταδίδεται η μιζέρια
τους. Τελεία.

Ήμουν στα Everest και περίμενα να πάρω τους καφέδες
για το γραφείο των γιατρών. Κάθε μέρα στέλνουν και διαφορετικό φοιτητή να φέρει
τους καφέδες. Εκείνη τη μέρα ήταν η σειρά μου. Κι όσο περίμενα χάζευα τον κόσμο
γύρω μου. Κλασική διεστραμμένη συνήθεια να παρατηρώ τους άλλους, αλλά
τουλάχιστον το κάνω διακριτικά.

Σε μια γωνία ήταν
ένα ζευγάρι γύρω στα 60. Σκυφτοί, πλαδαροί κι αφρόντιστοι. Είχαν κόψει μια
τυρόπιτα σε 4 κομμάτια κι έπιναν ένα τσάι και μια Amita. Τσιμπολογούσαν κάτι διαφημιστικά πατατάκια που
μοίραζαν τζάμπα εκείνη τη μέρα. Το μυαλό μου ανέλυε. Φαινόντουσαν να κάθονται
εκεί για ώρα και να σκοπεύουν να κάτσουν κι άλλο, κοιτούσαν τον κόσμο που
μπαινόβγαινε από πάνω μέχρι κάτω, με μια επίμονη βαριεστημένη περιέργεια.
Έμοιαζαν να βαριούνται τη ζωή τους, σαν να ξύπνησαν το πρωί και να είπαν «Τι θα
κάνουμε για να περάσει κι άλλη μια μέρα σε αυτή τη βαρετή ζωή μας? – Ας πάμε
στα Everest». Και πήγαν. Και
κάθονται αμίλητοι, τρώγοντας πατατάκι για να σπάσει η μονοτονία. Και μια ζωή
φεύγει έτσι, αργά και βασανιστικά, μέρα με τη μέρα.

Σιχαίνομαι τους
συμβιβασμένους ανθρώπους. Ο συμβιβασμένος είναι ο δειλός. Φοβάται να ρισκάρει
μην τυχόν  και φάει τα μούτρα του. Και
συμβιβάζεται. Και καταλήγει δυστυχισμένος. Είτε σε γάμο που δεν του κεντρίζει
το ενδιαφέρον, είτε σε δουλειά που τον φθείρει ψυχικά, είτε σε σχέση που νιώθει
και ξέρει πως δεν  του ταιριάζει, είτε σε
παρέες άσκοπες είτε παντού. Φοβάμαι μήπως καταλήξω συμβιβασμένος. Είχα
συμβιβαστεί και με σχέση, που έσπαγε η μονοτονία μόνο όταν διαλέγαμε πιο dvd θα δούμε το βράδυ ή τι θα
παραγγείλουμε απέξω.

Πλέον δεν
πρόκειται να ξανασυμβιβαστώ. Τουλάχιστον σε σχέση. Θα ψάχνω να είμαι με αυτήν
που νιώθω ερωτευμένος, εκπτώσεις στον έρωτα δεν παίζουν (ίσως φταίει κι η πλύση
εγκεφάλου από τις κοινωνικοδραματικές ταινίες -βλέπε πιο πάνω). Κι επειδή πάντα
πρέπει να ψάχνουμε για το καλύτερο, αν η κοπέλα που θέλω είναι καλύτερη από
μένα θα πρέπει να γίνω κι εγώ καλύτερος. Ή να με δεχτεί όπως είμαι και να
συμβιβαστεί. Και να γίνει δυστυχισμένη. Αν γίνω όμως καλύτερος σαν κι αυτή, θα
θελήσω κάποια άλλη καλύτερη. Οπότε για να με θέλει η καινούργια θα πρέπει να
γίνω ακόμα πιο καλός ή να με δεχτεί όπως είμαι. Και να συμβιβαστεί. Και να
γίνει δυστυχισμένη.

Χμμ,
μπερδευτήκατε? Κι εγώ. Φαύλος κύκλος είναι η υπόθεση. Εγώ θα ψάχνω για το
καλύτερο. Κάνε κι εσύ το ίδιο. Στην τελική ή θα μείνουμε μόνοι ή θα
συμβιβαστούμε… (Τελίτσες)

…Σήμερα έζησα
τρελό daydream. Όποιος έχει
διαβάσει παλαιότερο ποστ, το μυαλό εμάς των ψυχαναγκαστικών είναι συναρπαστικό.
Τελεία. Εκτός των άλλων, κάτι φορές παθαίνουμε τα λεγόμενα daydreams, κοινώς φαντασιώσεις και μια απλή καθημερινή εμπειρία μπορεί να μετατραπεί
σε ταινία θρίλερ.

Προχθές το βράδυ γυρνούσα
από το σπίτι του Μ., καλός φίλος κι απτα καλύτερα παιδιά που ξέρω. Βγήκε κι
αυτός να με πάει μέχρι το σπίτι μου για να περπατήσει λίγο. Και καθώς περπατούσαμε
και μου μίλαγε, τον κοιτάζω σε μια φάση στο προφίλ, κάτω από το σκοτεινό φως
του δρόμου και την αντανάκλαση του φεγγαριού στα αυτοκίνητα και πετούσαν λίγο
τα μαλλιά του πίσω. Και μου φάνηκαν σαν κέρατα, οπότε σε δευτερόλεπτα ένιωθα
πως είχα δίπλα μου ένα δαίμονα/βαμπίρ, κάτι σαν στο φεγγάρι να εμφανίστηκε η
πραγματική του ταυτότητα και να μου το έπαιζε καλός μέχρι να βρει την κατάλληλη
στιγμή για να μου ρουφήξει την ψυχή και να την πάρει μαζί του στα βάθη της
Κόλασης.

Κράτησε για
δευτερόλεπτα αλλά φρίκαρα.

Σημείωση: Να μην
ξεχάσω αύριο το πρωί να ρωτήσω τη mother αν έχουμε ιστορικό σχιζοφρένειας στην οικογένεια. Τελεία.

…Το πρώτο τσιγάρο
είναι το καλύτερο τσιγάρο της ημέρας. Τελεία. (Δεν σημαίνει ότι ξεκίνησα το
κάπνισμα, μπορεί απλά να μου το είπαν -εγώ διαφήμιση στο τσιγάρο δε θα κάνω)

…Η δίαιτα βλάπτει
τα νεύρα. Τελεία. Την παράτησα και ξεκίνησα νηστεία. Όλη τη Σαρακοστή (η οποία by the way είναι 50 μέρες κι όχι 40 -κομπίνα
μυρίζομαι) κομμένο το κρέας και τα παράγωγά του, π.χ. γάλατα, τυριά, σοκολάτες
γάλακτος, αυγά, ψάρια, βούτυρο κτλ. Είναι πιο αποτελεσματική απτη δίαιτα κι
αρχίζω και βλέπω διαφορά. Θα δείξει βέβαια πως θα εξελιχθεί.

Οι πρώτες μέρες της
νηστείας είναι δύσκολες. Τελεία. Η στέρηση προκαλεί οργή, αλλά μετά όταν
ηρεμείς σου φαίνεται διασκεδαστικό με τι χαζομάρες εκνευριζόσουν. Εγώ για
παράδειγμα τσαντίστηκα με αυτά τα καινούργια εισιτήρια των Village που μοιάζουν με λεπτά χαρτάκια
αποδείξεων. Τα είχα πάρει στο κρανίο και δεν καταλάβαινα γιατί. Αλλά τσαντίστηκα
και γιατί κατάργησαν αυτά τα κουπονάκια που σου έδιναν με κάθε εισητήριο με τα οποία μπορούσες να πάρεις Pizza Fan με 5 ευρώ. What the hell, δηλαδή? Bring them back, now!

… Και θα κλείσω με μια διαπίστωση, επειδή γελάω πολύ και αστειεύομαι και πολύ. Το χιούμορ
είναι μια μορφή άμυνας. Γεγονός. Τελεία. Αλλά αυτός που γελάει συνέχεια χωρίς
ιδιαίτερα κάτι αστείο, με βροντερό γέλιο και πολύ ανοιχτό στόμα, τότε το κάνει
μόνο και μόνο για να δείξει ότι διασκεδάζει. Και να πείσει πρώτα τον εαυτό του
και μετά τους άλλους ότι περνάει καλά. Έχω πιάσει τον εαυτό μου, όταν νιώθω άβολα να ξεκαρδίζομαι με ένα χαζό αστειάκι χωρίς καν να το έχω ακούσει καλά καλά.

Οπότε την επόμενη
φορά που θα βρεθείτε σε μεγάλη παρέα και θα δείτε κάποιον να διασκεδάζει, να
ξεκαρδίζεται και να κάνει μεγάλο σαματά, σκεφτείτε πως είναι πολύ πιθανό αυτός
να είναι ο πιο δυστυχισμένος απόλους.

Τελίτσες…

Υ.Γ. Αν προσπαθήσει κάποιος να ανεβάσει ποστ κάποια στιγμή μεταξύ 00.00 -01.00 τα μεσάνυχτα, η ώρα από κάτω ντε και σώνει θα βγει 00:00. Θα περιμένω να πάει μία και κάτι για να το δημοσιεύσω. Υπάρχει κάτι που να λειτουργεί τελείως σωστά στο site της αγαπημένης κατά τα άλλα Athens Voice? Όχι, δεν υπάρχει. Τελεία.

Αποκριάτικες περιπέτειες

Να μια τυχαία
λίστα με πράγματα που σιχαίνομαι. Λάσπη. Βροχή. Ύπνο στην ύπαιθρο.
Δυνατούς
θορύβους. Ανθρώπους. Φίλους των ανθρώπων. Ανθρώπους να στέκονται μπροστά μου,
με ακόμα πιο πολλούς ανθρώπους ανάμεσά μας. Μεθυσμένους να τρεκλίζουν πάνω μου
και να ξερνούν στα πόδια μου. Κακοδιατηρημένες δημόσιες τουαλέτες. Κάμπινγκ.

Όοοολα αυτά κι
ακόμα περισσότερα τα βρήκα στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του δήμου
ξεχασμένη-περιοχή-κάπου-στη-Βόρεια-Ελλάδα. Επειδή δεν ξέρω πώς θα μου βγει το ποστ
και αν θα ρίξω θάψιμο, καλύτερα να μην αναφέρω περιοχές και λεπτομέρειες για να
μην αμαυρώσω την υπόληψη του τόπου κι αποτρέψω τυχόν επισκέπτες να ζήσουν όσα
έζησα.

Η ιστορία
ξεκίνησε όταν μου τηλεφώνησε ένας παλιός μου συμφοιτητής. Πριν 5 χρόνια πήρε
μεταγραφή για Θεσσαλονίκη κι έκτοτε τον είχα ξαναδεί μόνο μια φορά, όταν με
φιλοξένησε για μια βδομάδα στη συμπρωτεύουσα.

- Θα οργανωθεί
κάτι σαν αποκριάτικο river party, θα έχει συγκροτήματα, παλιούς γνωστούς,
χορό, γκόμενες και πολύ μπύρα!

Άρχισα να το
σκέφτομαι γιατί ένα ταξιδάκι το χρειαζόμουν παρόλο που με το ξεφάντωμα δεν τα
πάω καλά.

- Και πού θα
μείνουμε? τον ρώτησα.

- Σε σκηνές
φυσικά! 2 μέρες θα κάτσουμε άρα μόνο ένα βράδυ θα κοιμηθούμε. Έχει κάμπινγκ!

Ουόου ουόου πάρτο
αλλιώς. Και μόνο στην ιδέα μου ήρθε ζαλάδα.

- Εγώ κάμπινγκ
δεν κάνω, ξέχασέ το. Σιχαίνομαι το κάμπινγκ πιο πολύ κι απότι σιχαίνομαι τον ολυμπιακό.
Με πιάνουν ψυχαναγκασμοί ότι έχουν σκαρφαλώσει ζωύφια πάνω μου και περπατάνε.
Άσε που μες στη σκηνή θα με πιάσει περιοριστική κλειστοφοβία.

- Τι'ναι πάλι
αυτό?

- Πανικοβάλλομαι
όταν βρεθώ κάπου που να μην μπορώ να τεντώσω τα χέρια μου και τα πόδια μου μέχρι
εκεί που φτάνω.

- Απτο μυαλό σου
το βγάζεις?

- Μπορεί. Ξέχασε
το, δε θα έρθω. Τελευταία μου κουβέντα.

Και φυσικά όπως
οι φράσεις «δε θα μακρηγορήσω», «χωρίς να θέλω να σε προσβάλλω», «μην το πάρεις
στραβά», έτσι και η φράση «τελευταία κουβέντα» είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από
αυτό που εννοεί όποιος τη λέει. Και κουβέντα στην κουβέντα, λίγο επειδή θα
ερχόντουσαν παλιοί συμφοιτητές από τη Λάρισα κι από την Αθήνα που είχα καιρό να
δω αλλά και παιδιά από το χωριό μου, λίγο ότι ένα ταξίδι το είχα ανάγκη,
δέχτηκα.

Το αστείο ήταν
πως αφού με έπεισε εμένα, χρειάστηκε να τηλεφωνήσω σε έναν άλλο φίλο μου για να
τον πείσω να έρθει κι αυτός. Οπότε το έπαιζα άνετος και του έλεγα τα ίδια
επιχειρήματα που πριν 5 λεπτά κατέρριπτα στη συζήτηση με τον προηγούμενο. Το
έπαιζε κι αυτός δύσκολος.

- Μα γιατί δε θες
να έρθεις, θα έχει γέλιο, έλα για την εμπειρία τουλάχιστον!

- Κι ο βιασμός
μια εμπειρία είναι αλλά κανείς δε θέλει να τον ζήσει. Ξέχνα το, δε θα έρθω.

Damn! Αυτό έπρεπε
να είναι δική μου ατάκα. Τελικά δέχτηκε να έρθει κι αυτός.

Η ιδέα του
κάμπινγκ με τρόμαζε. Είχα ακούσει ιστορίες από άλλες κατασκηνώσεις για σκηνές
που κατρακύλησαν σε πλαγιές, για ανθρώπους που τους δάγκωσαν φίδια, για μια
κοπέλα που της έριξαν στη μπύρα κεταμίνη (το λεγόμενο "date rape") κι αντί να τη βιάσουν, την έπιασαν παραισθήσεις κι άρχισε να μασουλά το
ίδιο της το χέρι! Ένας άλλος φίλος μου πρώην ΚΝίτης φανατικός των κάμπινγκ που
οργανώνει η ΚΝΕ ορκιζόταν να μην ξαναγαμήσει αν λέει ψέματα πως είδε μπροστά
στα μάτια του να πηγαίνουν κάποιοι και να αναποδογυρίζουν μια χημική τουαλέτα,
ενώ βρισκόταν κάποιος μέσα. Η οποία τουαλέτα έπεσε με την πόρτα κάτω, δηλαδή ο
άνθρωπος παγιδεύτηκε σε ένα φέρετρο από σκατά για κανα τέταρτο μέχρι να τον
βγάλουν. Του μπήκαν μέχρι και στο στόμα και στα μάτια. Έπαθε δυσεντερία.

Πριν ξεκινήσω το
ταξίδι έκανα πρώτα μια στάση στο κοντινό Praktiker κι εφοδιάστηκα με τα απαραίτητα.
Την τελευταία φορά που είχα κάνει κάμπινγκ πήγαινα δημοτικό κι είχαμε πάει
οικογενειακώς, που σημαίνει πως είχα τον μπαμπά κ τη μαμά μαζί να με
κανακεύουν. Άρα δεν είχα ιδέα τι μπορεί να χρειαζόμουν, οπότε εφοδιάστηκα λες
και περίμενα τον τυφώνα Κατρίνα. Σουγιά, σκούφο, φακό, αντιανεμικό μπουφάν,
αδιάβροχες κάλτσες, αδιάβροχα σπίρτα και 2-3 κονσέρβες τόνο. Από φάρμακα πήρα
Ιμόντιουμ για τη διάρροια, αντιβίωση Κλαριφάρ, Πριμπεράν για τον εμετό, Ντεπόν,
Ρουπαφίν για το συνάχι, χανσαπλάστ, ιώδιο και μια αλοιφή για τα τσιμπήματα. Το
μόνο που έλειπε ήταν ένα σπαθί και μια ασπίδα.

Ξεκίνησα λοιπόν
και στα μισά της διαδρομής πέρασα και πήρα ένα φίλο μου για να συνεχίσουμε και
να φτάσουμε μαζί. Αυτός υποτίθεται ήξερε και τον δρόμο. Το σχέδιο ήταν πως θα
συναντούσαμε εκεί άλλα 3 άτομα, ένα αγόρι και 2 κορίτσια, αυτή θα ήταν η βασική
παρέα και μετά θα ψάχναμε για τους υπόλοιπους γνωστούς.

Η αρχή δεν ήταν
καλή. Ο κόπανος υποτίθεται πως ήξερε τον δρόμο, αλλά είχε να πάει καμιά δεκαριά
χρόνια. Από τότε είχαν ανοίξει νέο δρόμο, αλλά αυτός επέμενε να πάμε από τον
παλιό. Πέσαμε σε κάτι λακκούβες, σε κάτι αδιέξοδα και τελικά καταλήξαμε να
βρεθούμε στην κορυφή ενός λόφου και να κοιτάμε από ψηλά τον χώρο που θα
γίνονταν οι εκδηλώσεις αλλά χωρίς να έχουμε καμία ιδέα πώς πάμε εκεί κάτω.

Με τα πολλά, ρωτήσαμε
σε κάτι ξεχασμένα καφενεία (όπου άκουσα τη θεϊκή ατάκα: «πάρε το δρόμο όλο
ευθεία και θα σε βγάλει εκεί που θες τουφέκι!»)
και βρήκαμε πώς πάμε. Σε μια φάση βγήκαμε σε ένα πολύ στενό δρομάκι. Μάντρα και
σπιτάκι αριστερά, μάντρα και σπιτάκι δεξιά. Κι ένα δρομάκι ανάμεσα. Που δε
χωρούσε να περάσει ούτε στυλό.

- Δε χωράω με
τίποτα, κάνω όπισθεν, του λέω.

- Πας καλά? Άνετα
χωράς. Και φορτηγό περνάει.

- Ρε δε χωράμε,
θα το φάω ταμάξι.

- Χωράς, πού να
κάνουμε πάλι τον κύκλο.

Χωράς, δε χωράω,
χωράς δε χωράω, μου τη δίνει βάζω πρώτη και ξεκινώ να περάσω. Ακούω κάτι σαν
γρατζούνισμα και μετά δυο μπούπ. Είχα ξηλώσει και τους 2 μαντρότοιχους, δεξιά
κι αριστερά, αλλά το αμάξι πέρασε.

- Μαλάκα, φύγε
βγαίνει μια γριά και φαίνεται να τα έχει πάρει.

Μια γριά βγήκε
από το ένα σπίτι, κατέβαζε καντήλια και μοιρολογούσε με πολύ πάθος για τη
μάντρα της  (καλά μη φανταστείτε καμιά
τρελή μάντρα, μέχρι το γόνατο έφτανε κι εγώ 2 τούβλα ξήλωσα όταν πέρασα, δεν
την άφησα και άστεγη πια). Ήθελα να σταματήσω να δω πόση ζημιά κάναμε, αλλά ο
Π. έκανε σαν υστερικός επειδή νόμισε ότι είδε κάποιον να έρχεται στο μέρος μας
με καραμπίνα, οπότε φύγαμε. Το αμάξι δεν έπαθε τίποτα.

Κάποια στιγμή
φτάσαμε και είδαμε πως είχε πολύ περισσότερο κόσμο απόσο περιμέναμε. Οι
υπόλοιποι της παρέας είχαν φτάσει 2 ώρες νωρίτερα και μας περίμεναν
ξενερωμένοι. Μία από τις 2 κοπέλες, η Μ. ήταν φίλη και συμφοιτήτρια, που για
μια πολύ παλιά περίοδο μου άρεσε. Και για μια άλλη διαφορετική περίοδο της
άρεσα. Αντιλήφθηκα ότι είχε ομορφύνει ακόμα πιο πολύ, γιατί είχα να την δω και
να μιλήσουμε χρόνια.

Αφού είπαμε τα
τυπικά, μπήκε κατευθείαν στο ψητό.

- Έχεις κάτι αυτό
τον καιρό? Μου λέει.

- Εκτός από
νεύρα?
Γέλασε. Πάντα
αυτό μου άρεσε σε αυτή την κοπέλα, της φαινόμουν απίστευτα αστείος.

- Ξέρεις τι εννοώ.

- Δεν έχω κάτι, αλλά
είμαι αλλού.

- Κλασικός
Βασίλης,  μου είπε.

- Τι εννοείς?

- Όταν σε θέλουν
δεν τις θες κι όταν δεν σε θέλουν τότε τις θες. Έτσι με παίδεψες κι εμένα.

Προσπάθησα να
αλλάξω θέμα.

- Άλλαξες, της
είπα.

- Προς το
καλύτερο?

- Ναι.

- Έκοψα τις κακές
παρέες βλέπεις, είπε και μου χάιδεψε το μάγουλο και προχώρησε.

Damn! Όχι μόνο μου
την είπε αλλά έφυγε για να έχει και την τελευταία κουβέντα!

Το πρώτο σοκ το
έπαθα όταν συνειδητοποίησα ότι οι σκηνές δεν ήταν από αυτές τις μεγάλες, που
θυμόμουν από την παιδική οικογενειακή κατασκήνωση, που είναι γερές και στημένες
από πριν και χωράνε πολλά άτομα. Αλλά έπρεπε να αγοράσει ο καθένας τη δικιά του
και να τη στήσει μόνος του! What the hell? Αγόρασα μία από τις πιο ακριβές σκηνές, δεν ήταν ώρα για τσιγκουνιές,
μπροστά στο βόλεμά μου τα λεφτά δεν έχουν σημασία! Από την άλλη, η Μ. θεώρησε
ότι με κατάκλεψαν κι ότι οι σκηνές δεν είχαν καμία διαφορά. Έτσι έκανε το λάθος
να πάρει την πιο φθηνή.

Το δεύτερο σοκ
ήταν όταν καταλάβαμε πως η απόσταση από εκεί που παρκάραμε και φορτωθήκαμε τις
σκηνές και τα πράγματά μας μέχρι το σημείο που θα κατασκηνώναμε ήταν περίπου
όσο όλη η Κρήτη. Κι έπρεπε να το περπατήσουμε όλο αυτό. Η δική μου σκηνή στην
πλάτη, ως πιο ακριβή ήταν και η πιο βαριά. Πρόσθεσε κι όλες τις μαλακίες που
είχα πάρει από το Praktiker
και κανα δυο πράγματα που δεν μπορούσε να κουβαλήσει η Μ. και τα πήρα εγώ για
να το παίξω τζέντλεμαν, οπότε ήταν σαν να κουβαλώ στην πλάτη ένα
μίνι-ελεφαντάκι. Λουριά χώνονταν παντού στο κορμί μου. Οι ώμοι μου έβγαλαν
έξτρα μύες για να μπορέσουν να τα σηκώσουν. Ένιωθα λες και ήμουν στο στρατό.
Στο στρατό τουλάχιστον μπορείς να ξεδώσεις ρίχνοντας κανα δυο με το μπαζούκας.
Φτάνοντας στην πύλη, με τόσα πράγματα πίσω μου με το ζόρι κατάφερα να χωρέσω.

Μπαίνοντας εντυπωσιάστηκα.
Το είχαν οργανώσει πολύ όμορφα παρόλο που στην αρχή μου έμοιαζε με μεσαιωνικό
καταφύγιο προσφύγων. Υπήρχαν διάφορα κιόσκια που πουλούσαν βιβλία, μάσκες,
κιόσκια που μπορούσες να χτυπήσεις χένα τατουάζ, ένα με κάτι ινδιάνικα
αναμνηστικά, είχε ακόμα και μια σκηνή με 4-5 υπολογιστές για να μπεις στο ίντερνετ.
Ως γνήσιος αρνητικός άνθρωπος βέβαια το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν τα
λασπωμένα δρομάκια και κάτι μεθυσμένοι τύποι που έτρεμαν μες στις σκηνές τους. Και
το δυνατό θόρυβο. Δεν είχε ξεκινήσει ακόμα να παίζει κάποια μπάντα και παρόλα
αυτά υπήρχαν ήχοι από ντραμς που κοπανιούνται τυχαία, κιθάρες που
γρατζουνίζονται και μικρόφωνα που σφυρίζουν. Για πρόβες υποτίθεται.

Μέσα σε αυτό τον
πανζουρλισμό τριγύρω μου, εγώ ήμουν συγκεντρωμένος. Ήξερα τι ήθελα να κάνω. Να
φύγω.

Κρατήθηκα όμως.
Βρήκαμε το μέρος που μας είχαν πει και βαλθήκαμε να στήσουμε τις σκηνές μας. Η
ακριβή δική μου δεν με παίδεψε καθόλου. Μέσα σε δέκα λεπτά ήμουν ο περήφανος
ιδιοκτήτης  μιας ωραίας σκηνής, τόσο
εύκολης να τη φτιάξεις που την πέταγες στον αέρα και σχεδόν ξεδιπλωνόταν από
μόνη της. Η Μ. συνάντησε πιο πολλές δυσκολίες με τη δικιά της κι όταν τελικά
την έστησε έμοιαζε με παραπεταμένο περιτύλιγμα δώρου που έχει ανοιχτεί. Έμοιαζε
τόσο λεπτή που φαινόταν πως αν έπεφτε νερό θα διαλυόταν. Σαν να έχει φτιαχτεί
από το ίδιο υλικό που φτιάχνονται κι αυτές οι λεπτές διάφανες λωρίδες της Listerine που τις βάζεις στη γλώσσα και
διαλύονται για να έχεις καθαρή αναπνοή. Ναι, σίγουρα από τέτοιο ήταν φτιαγμένη.
Ο Π. το έπαιζε έμπειρος, την έστησε σε τρία λεπτά περίπου, αλλά μετά
αντιλήφθηκε ότι την είχε στήσει ανάποδα και ξανά μανά απτην αρχή.

Ίσως λόγω της
ικανοποίησης ότι είχα την καλύτερη σκηνή, ίσως λόγω του καθαρού αέρα, άρχισα να
νιώθω όμορφα. Κοίτα να δεις που το κάμπινγκ όντως μπορεί να έχει πλάκα. Ποιος
ξέρει, ίσως κάτσω και παραπάνω από 2 μέρες σκεφτόμουν. Προσπαθήσαμε να βρούμε
κι άλλους γνωστούς, αλλά ήταν ακατόρθωτο. Το σήμα ήταν χάλια, κλήσεις δε γίνονταν
και τα μηνύματα έκαναν δυο ώρες να παραδοθούν, έτσι ήταν αδύνατο να
συγχρονίσουμε κάποιο ραντεβού.

Τριγύρω παντού
έβλεπες φιλικούς και χαμογελαστούς ανθρώπους. Ήταν σαν να έχεις βγει στην Ερμού
χριστουγεννιάτικη περίοδο με ανοιχτά μαγαζιά και να κυκλοφορούν γύρω σου μόνο
τεμπέληδες ερωτευμένοι με μάσκες και αποκριάτικες στολές. Αν κάποιος σε πάταγε
ζητούσε ευγενικά συγνώμη. Υπήρχε γέλιο, μουσική, t-shirt με αστεία σλόγκαν και μια παλλόμενη αίσθηση χαλαρού ενθουσιασμού.
Υπήρχαν βέβαια και πράγματα που μου την έσπαγαν, όπως ας πούμε κάτι τύποι
μασκαρεμένοι γυναίκες που περιφέρονταν και ξεφώνιζαν λες και τους βγάζουν τα
νύχια κι έρχονται και σε οργασμό ταυτόχρονα.

Παρακολουθήσαμε 2
συναυλίες, από συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Το πρώτο μισάωρο που τους
άκουγα μου φάνηκαν καλοί αλλά μετά πιάσαμε την κουβέντα γιατί είχαμε πολύ καιρό
να δει ο ένας τον άλλον, οπότε καταλήξαμε να ξεφωνίζει ο ένας στη μάπα του
άλλου προσπαθώντας να πούμε τα νέα 5 χρόνων υπό τους δυνατούς ήχους της ροκ
συναυλίας. Τελικά φύγαμε και πήγαμε να φάμε στα κιόσκια που είχαν στήσει. Εμένα
και των άλλων δυο αγοριών, μας είχαν σπάσει τη μύτη τα σουβλάκια που έψηναν παντού
και η τσίκνα που περιφερόταν σε όλη την περιοχή. Παρόλαυτα οι 2 κοπέλες της
παρέας είχαν φαγωθεί να κάτσουμε σε ένα κινέζικο κιόσκι που σέρβιρε και σούσι.
Πρώτη φορά δοκίμαζα και πρέπει να ομολογήσω πως μου φάνηκε πολύ νόστιμο.
Κατέληξα να φάω πιο πολύ σούσι (ψάρι) απότι τρώει μια φάλαινα! Οπότε χαλάλι ο
καημός μας που δε τσακίσαμε τα σουβλάκια, τουλάχιστον δε μπλόκαρα το έντερό μου
με χοιρινά καλαμάκια κι αμφιβόλου προέλευσης λουκάνικα.

Κάποια στιγμή
ήρθε και η ώρα του βραδινού ύπνου. Πήγε ο καθένας στις σκηνές του, τις οποίες
τις είχαμε στήσει σχετικά κοντά. Βέβαια όση ώρα εμείς λείπαμε, είχαν έρθει καμιά
50 αριά άλλοι ακόμα και είχαν στήσει τις σκηνές τους γύρω από τις δικές μας.
Ήταν σαν να είχαν φυτρώσει γύρω μας. Αφού μπήκα και βολεύτηκα όπως όπως,
συνειδητοποίησα ότι κατουριόμουν. Η πολλή μπύρα έκανε αισθητή την παρουσία της.
Περπάτησα μες στα σκοτάδια ανάμεσα στις σκηνές για να φτάσω στις τουαλέτες,
γυρνώντας κάνω να μπω στη σκηνή και βλέπω κάτι γαλότσες απέξω. Κι ένα σακίδιο.
Φρικαρισμένος, ανοίγω και βλέπω έναν άγνωστο να κοιμάται μέσα. Πανικοβλήθηκα,
αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν η δική μου σκηνή αυτή. Είχα χαθεί. Πήρα
τηλέφωνο τον Π. άκουσα το κινητό του να χτυπάει και προσανατολίστηκα.

Μπήκα στη σωστή
σκηνή αυτή τη φορά και ξαναξάπλωσα. Κατά τις 3.30 ξύπνησα από κάτι φωνές. Τις
διπλανές σκηνές τις είχε στήσει μια παρέα που αποφάσισε εκείνη την ώρα να πάει
για ύπνο και είπε να ειδοποιήσει και όλη την κατασκήνωση. Ακούγονταν κομμάτια
από το ποτό. Για κανα μισάωρο ήμουν ακίνητος στη σκηνή, κρύωνα και παρακαλούσα
να πέσει κεραυνός και να τους κάψει τις φωνητικές χορδές μπας και το βουλώσουν.
Ένας από αυτούς είχε και καραμούζα. Άρχισα να μισώ τα πάντα γύρω μου, ένιωθα
πως είχαν συγκεντρωθεί στο φεστιβάλ όλοι οι ηλίθιοι, πως αν πέσει ένα
τεράαααστιο τσιμεντότουβλο όσο 2 πολυκατοικίες πάνω στην κατασκήνωσή μας, η
ποιότητα ζωής στο πλανήτη θα βελτιωθεί κατά 3%.

Ο πιο ενοχλητικός
από όλους ήταν ένας κόπανος με ψιλή φωνή που γελούσε δυνατά και κουνούσε
συνέχεια ένα μπλέ φακό φλερτάροντας με τις κοπέλες της παρέας του προσποιούμενος
ότι είναι πέος που φωτίζει. Σταμάταγε για να πει μόνο πως δεν πιστεύει πόσο
πολύ έχει πιει.

Κι όλα αυτά ενώ
χοροπηδούσε γύρω από τη σκηνή μου. Ένιωθα τα βήματά του δίπλα στο κεφάλι μου.
«Ωπ θα πέσω, δε με κρατάνε τα πόδια μου!» έλεγε. Κι εγώ καθόμουν κουκουλωμένος
και σκεφτόμουν πως ανά πάσα στιγμή θα πέσει και θα μου σπάσει το λαιμό. Ω Θεέ
μου, θα πέθαινα από έναν ηλίθιο που χρησιμοποιεί ένα μπλε φακό για πέος.

«ΘΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΤΕ
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ!» δεν άντεξα και φώναξα.

Φαίνεται πως κι ο
Π. ήταν ξύπνιος γιατί μόλις με άκουσε συμπλήρωσε από τη δίπλα σκηνή.

«Η' ΣΚΑΤΕ ΓΑΜΩ
ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΟΥ ΤΗ ΜΑΥΡΗ Η' ΒΓΑΙΝΩ ΚΑΙ ΣΟΥ ΒΑΖΩ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ!»

Αυτοί μουρμούρισαν
ότι είμαστε ξενέρωτοι και μαλάκες και μαζεύτηκαν στις σκηνές τους για ύπνο.

Κοιμήθηκα μέχρι
τις 5. Μετά ξέσπασε μπόρα κι αντηχούσε στη σκηνή λες και ρίχνεις βότσαλα σε
χύτρα. Σκεφτόμουν πως έτσι πρέπει να νιώθει το ποπ κορν στην κατσαρόλα, όταν τα
άλλα γύρω του σκάνε. Έριχνε για κανα μισάωρο. Κάποια στιγμή ακούω το φερμουάρ
της σκηνής μου να ανοίγει.

- Επ άλλος!
Φώναξα.

Σκέφτηκα πως
βρέθηκε κι άλλος στόκος σαν εμένα που μπέρδεψε τις σκηνές. Τελικά ήταν η Μ.
Έμπαινε στη σκηνή μου.

- Δε νομίζω ότι
είναι καλή ιδέα… ξεκίνησα να λέω.

- Σκάσε ρε χαζό!
Δεν ήρθα για να στην πέσω, έχω γκόμενο. Η βροχή μου διέλυσε τη σκηνή, βγες δες.
Θα κοιμηθώ εδώ.

Η σκηνή της είχε
γίνει ένα με τη λάσπη. Εμ, ήθελε την πιο φθηνή. Από πάνω είχε βάλει τη βαλίτσα
της η οποία βρεχόταν, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν μέσα στις λάσπες.
Στριμωχτήκαμε, έβαλε τη βαλίτσα μου ανάμεσά μας, μην τυχόν μου έμπαιναν τίποτα
παράξενες ιδέες και ξεραθήκαμε.

Το πρωί ξύπνησα
κι ένιωθα λες και με είχαν δείρει. Είχε πιαστεί όλο μου το κορμί. Όταν ξύπνησε
κι η Μ. έκανα πως κοιτάζω κάτω από το σκέπασμά μου, πήρα πανικόβλητο ύφος και
της είπα: «Ω Θεέ μου, πού πήγε το παντελόνι μου? Πες μου ότι δεν κάναμε κάτι
χθες το βράδυ γιατί δε θυμάμαι τίποτα!»

Γελούσε για κάνα
5λεπτο. Τρελαίνομαι να τις κάνω να γελάνε. Κοπέλα που δε γελάει με τα αστεία
μου ή που δε μου βγαίνει να της κάνω αστεία, δεν πρόκειται να με γουστάρει
ποτέ. Ούτε εγώ αυτήν. It's a fact.

Με κοίταξε σοβαρά
και μου είπε.

- Είσαι η πιο
ευχάριστη ανάμνηση από τα φοιτητικά μου χρόνια.

Καλά υπερβολές έλεγε
αλλά μου βγήκε χαμόγελο Colgate.

- «Κι εσύ ήσουν
το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μου», της είπα και καλά κι έκανα δήθεν πως ψάχνω κάτι. «Φτου
γαμώτο που έβαλα τη Lacta?».

Ξεκαρδίστηκε
πάλι. Μετά από λίγο σηκωθήκαμε. Τα ζώα που έκαναν φασαρία στη διπλανή σκηνή
κοιμόντουσαν ακόμα οπότε για σπάσιμο κάναμε κι εμείς φασαρία να ξυπνήσουν.
Δυστυχώς δεν είχαμε μπλε φακό να συνεχίζαμε το αστείο τους.

Τελικά κάτσαμε κι
άλλο ένα βράδυ, δηλαδή συνολικά 3 μέρες. Η Μ. αγόρασε καινούργια σκηνή, πιο ακριβή
αυτή τη φορά, οπότε κοιμήθηκε χωρίς απρόοπτα. Μετά το πρώτο βράδυ τις υπόλοιπες
μέρες τις θυμάμαι σαν μια θολούρα. Θυμάμαι πως είχε, πολύ ποτό, χορό και γέλιο
και καταφέραμε τελικά να συναντηθούμε και με τους υπόλοιπους γνωστούς οπότε
γίναμε τεράστια παρέα. Θυμάμαι που ο Π. βρήκε κάτι ξεχασμένες τυρόπιτες από ένα
κιόσκι και τις φόρτωσε στο αμάξι (καμιά 100στη τυρόπιτες όχι αστεία, παίζει να
φάγαμε και 20 στο γυρισμό), που η Μ. ήθελε να δείρει μια τύπισσα στυλ Πάρις
Χίλτον που είχε χαμηλά στη μέση τατουάζ «WHITE PRIDE», που καθόμασταν
στην όχθη του ποταμού πίνοντας μπύρες ενώ πίσω μας έκαναν παρέλαση αποκριάτικα
άρματα, που ο Γ. ήπιε τόσο πολύ που έβγαλε τα ρούχα του, έμεινε με το μποξεράκι
και βούτηξε στη λίμνη και μετά δε μπορούσε να θυμηθεί που είχε αφήσει τα ρούχα
του και περπάτησε γυμνός και βρεγμένος μέχρι τη σκηνή του και που ο άλλος Γ.
έκανε ρεκόρ στις χυλόπιτες αφού την έπεσε σε όποια έβλεπε και δεν έβλεπε (απτο
πολύ ποτό)!

Αργά το βράδυ της
τρίτης μέρας, αποχαιρετιστήκαμε, ανταλλάξαμε msn και facebook διευθύνσεις, υποσχεθήκαμε πως δε θα κάνουμε πάλι 4 χρόνια
για να τα ξαναπούμε, πήρα τον Π. κι επιστρέψαμε για το γυρισμό.

Αν εξαιρέσεις τις
μικροατυχίες και τον αρχικό μου δισταγμό πέρασα πάρα πολύ όμορφα. Κι ας είχα
συνέχεια στο μυαλό μου ένα άτομο που πολύ θα ήθελα να βρίσκεται μαζί μου αλλά δεν ήταν. Επειδή
αποκλείεται να μου ήρθαν όλα τόσο όμορφα και υπέροχα χωρίς καμία αναποδιά, το
πιο πιθανό είναι να επιβάλλει η μοίρα τη στιγμή που εσείς διαβάζετε αυτό το κείμενο
να ξεσπάσει τυφώνας στη γειτονιά μου ή να γίνει ομαδική σφαγή στην πολυκατοικία
μόνο και μόνο για να επανέλθει η ισορροπία. Γιατί κάτι, κάπου στο σύμπαν του phantom δε λειτούργησε σωστά. Επειδή όντως πέρασα
υπέροχα…

Τελικά το
κάμπινγκ δεν ήταν και τόσο άσχημο. Σε 10 χρόνια μπορεί να το ξανακάνω!

Υ.Γ. Τις μέρες που έλειπα συνέβη κάτι δυσάρεστο σε
ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο. Η πριγκίπισσά μου έχασε ένα δικό της άνθρωπο.
Λόγω του μακρινού βασιλείου της δε μπορώ να είμαι δίπλα της και να μοιραστώ τη
θλίψη της. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως όταν φεύγει ένας άνθρωπος που
αγαπήσαμε πολύ, συνεχίζει να καίει το καντήλι του μέσα στην καρδιά μας. Ζει
μέσα από τις αναμνήσεις μας. Και πρέπει να ξεπεράσουμε τη θλίψη μας και να συνεχίσουμε να τον κάνουμε περήφανο
όσο αυτός μας καμαρώνει από ψηλά.