Ιουνίου, 2009

Χωρίς σχόλια

Ας σηκώσουν το
χέρι όσοι πιστεύουν ότι αυτοί είναι το πιο σημαντικό άτομο στον πλανήτη. Έλα
τώρα. Κόψε τα ψέματα και σήκωσε το χέρι σου. Σαν τους περισσότερους το
πιστεύεις κι εσύ και φυσικά κάνεις λάθος. Ό,τι κι αν πιστεύεις, κάνεις ή
επιτύχεις στη ζωή σου, όσο γνωστός/η ή επιτυχημένος/η κι αν προσπαθήσεις να
γίνεις, η επίδρασή σου στη συνολική πορεία του σύμπαντος ξέρεις ποια είναι?
Καμία. Είσαι μια σταγόνα στον ωκεανό. Ένας κόκκος άμμου στην έρημο. Ένα πίξελ
σε μια τεράστια οθόνη LCD.

Αν αυτές οι
γραμμές σου προκαλούσαν προσωρινή κρίση παράνοιας κι έβγαινες στους δρόμους
ολόγυμνος/η φωνάζοντας «Έρχεται το τέλος του κόσμου!» και πήγαινες στην
κοντινότερη βιτρίνα των Starbucks, έσκυβες και πίεζες τον κώλο σου στο τζάμι της βιτρίνας, κι οι θαμώνες ενώ
αρχικά έπιναν ανυποψίαστοι τα λάτε και τα μοκατσίνο τους σε έβλεπαν
φρικαρισμένοι και μετά άρχισαν να ουρλιάζουν… αν έκανες κάτι ΤΕΤΟΙΟ τότε ίσως
άλλαζε τη ζωή σου για πάντα -ξέρεις με τα ψυχιατρεία, τις μηνύσεις που θα σου
έκαναν κι όλα αυτά- αλλά και πάλι δε θα άλλαζε τίποτα απολύτως στη συνολική
πορεία της ιστορίας. Το συμπέρασμα ποιο είναι? Ότι είσαι ασήμαντος/η.

Οπότε αν
προσπαθείς να γεμίσεις την ασημαντότητά σου κράζοντας εμένα, κάνε κάτι άλλο
καλύτερα. Βρες χόμπι, πηδήξου με τον γκόμενο, πάρε σκύλο, πήγαινε μια βόλτα,
στείλε κανα γράμμα στο Cosmopolitan ή πήγαινε στα ψευτο-ηθικά τσιράκια σου απτο στρουμφοχωριό να κάνετε
παρέα. Μην μπαίνεις καν στη διαδικασία να με κρίνεις χωρίς να ξέρεις τι έχω ζήσει,
τι έχω δει ή τι περνάω.

Ε ρε πούστη,
κατάφεραν πάλι να μου χαλάσουν το κέφι και τα ποστ που γράφω εν βρασμώ είναι τα
χειρότερα.
Αυτά δεν αφορούν σχολιαστές στο blog. Ας
γράφει ο καθένας ό,τι θέλει. Είναι κάτι προσωπικό μου, που μου την έχει δώσει.
Κλείνω τα σχόλια κι είναι η πρώτη φορά που το κάνω γιατί στη φάση που είμαι
απόψε νομίζω πως δε μπορώ να ανεχτώ τίποτα.


Subscribe Free
Add to my Page

Νυχτοπερπατήματα

Έχουμε κάμπριο.
Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ αυτής της αποκάλυψης μάθε ότι χθες βράδυ πήρα το
κάμπριο μαζί με 2 φίλους και πήγαμε μια βόλτα από τα αξιοθέατα της Αθήνας. Και
λέγοντας αξιοθέατα δεν εννοώ φυσικά Ακρόπολες, Λυκαβητούς και λοιπά κατάλοιπα
της αρχαίας ένδοξης ιστορίας μας.

Δηλαδή come on, σιγά μην πηγαίναμε εκεί, τι δουλειά έχουν 3 μαντράχαλοι να επισκέπτονται
τα ερείπια της Αθήνας ανακατεμένοι με ηλιοκαμένους τουρίστες? Κάθε φορά που έχω
επισκεφθεί μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους όλοι είναι ήσυχοι κι έχουν αυτό το
σκεπτόμενο ύφος σαν να αναπολούν τις παλιές εποχές και προφανώς αυτό είναι το
καθιερωμένο ύφος από τη Διεθνή Αστυνομία Σκέψης που υποτίθεται πως πρέπει να έχει κάποιος που επισκέπτεται έναν
αρχαιολογικό χώρο.

Πες ότι βρίσκεσαι
μπροστά από έναν παλιό αμφορέα. Ο εγκέφαλός σου, που δεν είναι τίποτα άλλο από
έναν εξελιγμένο υπολογιστή, αμέσως επεξεργάζεται ότι μπροστά του έχει έναν
αμφορέα, δηλαδή ένα βάζο και ότι τα βάζα είναι βαρετά. Δεν πρόκειται να
χορέψει, ούτε να τραγουδήσει ερωτικά τραγούδια για χαμένες αγάπες. Δεν
πρόκειται καν να κουνηθεί στο απαλό αεράκι. Θα κάτσει εκεί και απλά θα είναι
ένα βάζο. Πιθανότατα ένα σπασμένο βάζο. Αν το έβλεπες στην τηλεόραση
τουλάχιστον θα είχαν την αξιοπρέπεια να βάλουν στο background καμιά ανεβαστική techno μουσική με ένα voiceover από τύπο με χοντρή φωνή να
διηγείται την ιστορία καθώς ζουμάρουν και ξεζουμάρουν στον αμφορέα αλλά ακόμα
και τότε θα άλλαζες κανάλι εκτός κι αν είσαι σε χωριό που πιάνει μόνο ΝΕΤ και
ΕΤ-3 ή είσαι άντρας κι έχεις σηκωθεί πρωί και θες απεγνωσμένα να δεις κάτι για
να ξεχαστείς μπας και σου φύγει η πρωινή στύση και μπορέσεις να πας επιτέλους
για κατούρημα γιατί νιώθεις πως η φούσκα σου θα εκραγεί.

Παρόλαυτα επειδή
είχες την ατυχία να βρεθείς μπροστά στον αμφορέα μέσα στο μουσείο,
περιτριγυρισμένος από άλλους ανθρώπους, είσαι υποχρεωμένος να στέκεσαι και να
το κοιτάς για τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα μέχρι να μετακινηθείς αργά στο
επόμενο αρχαίο πράγμα, αλλιώς όλοι θα νομίσουν ότι είσαι ένας κόπανος που μπήκε
στο μουσείο για να την πέσει στις τουρίστριες. Οι ίδιες αρχές πάνω-κάτω
εφαρμόζονται και στις γκαλερί με έργα τέχνης. Είναι γεμάτες με ανθρώπους που
βαριούνται στα κρυφά και προσποιούνται γκριμάτσες ενδιαφέροντος και βαθύ
συλλογισμού.

Και για να
προλάβω τυχόν κράξιμο από λάτρεις των αρχαίων δε λέω πως τα μνημεία και η
κουλτούρα μας είναι σκουπίδια ή πως όλοι είναι τόσο ρηχοί όπως εγώ, αλλά εκτός
κι αν έχεις επάγγελμα σχετικό με αυτά πχ δάσκαλος, αρχαιολόγος, καθηγητής,
καλλιτέχνης (που οι περισσότεροι επισκέπτες δεν έχουν) θα βρεις 4-5 αντικείμενα
που θα σου κεντρίσουν το ενδιαφέρον αλλά ως εκεί. Δηλαδή σε μια ώρα σε μουσείο
θα περάσεις 50 λεπτά βαρεμάρας για να αποζημιωθείς για 10 λεπτά ενδιαφέροντος.
Κι αν τολμήσεις να χασμουρηθείς ή να δείξεις την αδιαφορία σου και να τρέξεις
για τσιγάρο στο κυλικείο όλοι θα σε κοιτάξουν υποτιμητικά κι από μέσα τους θα
σε αποκαλέσουν μπάσταρδο.

Και όλα αυτά τα
λέει άνθρωπος που πιστεύει πως το καλύτερο αξιοθέατο της Γλυφάδας είναι ο
τεράστιος κάδος σκουπιδιών που μιλάει! Μάλλον δεν είμαι ο καταλληλότερος
άνθρωπος για ξενάγηση…

Anyway, εμείς οι
3 μαντράχαλοι με το κάμπριο δεν πήγαμε βόλτα στα αρχαία. Πήγαμε στις μαύρες και
στα τραβέλια. (όταν λέω πήγαμε, περάσαμε απλά με το αυτοκίνητο δεν κατεβήκαμε
-γκουχγκουχ-αμήχανο βήξιμο)

Στις μαύρες δεν
είχα ξαναπάει, είναι λίγο πιο πάνω απτη Λιοσίων, στην πιο παρακμιακή περιοχή
που έχω δει και λίγο πριν φτάσουμε, εκεί που στρίβω σε ένα στενό δρομάκι στη
μέση του δρόμου 4 άτομα είχαν βάλει κάτω έναν καημένο και του μέτραγαν τα
παίδια.  Να είμαστε με το κάμπριο,
μεσάνυχτα στη μέση του δρόμου στην πιο κακόφημη περιοχή της Αθήνας και μπροστά
μας να τουλουμιάζουν έναν χριστιανό. Πάτησα κόρνα και άναψα τα μεγάλα φώτα και
κανα δυο σταμάτησαν να τον κοπανάνε και ήρθαν προς το αμάξι, οπότε έβαλα όπισθεν
και ξαναβγήκα στον κεντρικό δρόμο που ήμουν πριν στρίψω. Ευτυχώς στο στενάκι είδαμε
που εμφανίστηκε περιπολικό κι οι άλλοι έγιναν Λούηδες.

Φτάνοντας στις
μαύρες διαπίστωσα πως εκτός από ομιλητικές ήταν και άκρως διαχυτικές. Hint: αν ενδιαφέρεται κάποιος, να πάει μόνο με
ανεβασμένα παράθυρα. Οι μαύρες πηδάνε μες στο αυτοκίνητο. Μία από αυτές έκανε
σάλτο στο πίσω κάθισμα και διπλάρωσε το φίλο που καθόταν πίσω και τον άρχισε
στις αγκαλιές. Σταματήσαμε και δώσαμε και πήραμε να την ξεκολλήσουμε από πάνω του.
Τον βάλαμε να ψαχτεί μήπως του έκλεψε το πορτοφόλι.

Μετά τις μαύρες
πήγαμε μια βόλτα απτα τραβέλια της Συγγρού. Κάμπριο, Μηδενιστής να παίζει απτα
ηχεία κι ο συνοδηγός να φοράει ψάθινο καπέλο με λουλουδάκια που το είχε ξεχάσει
κοπέλα απτο πρωινό μπάνιο. Ο τύπος που καθόταν πίσω, αυτός που τον είχε
διπλαρώσει η μαύρη τρελάθηκε με το πρώτο τραβέλι που είδε, μια ξανθιά με
φουσκωμένα μαλλιά, βυζιά και χείλη. «Πωπω, φίλε τι γκόμενα ήταν αυτός, άνετα θα
τον πήδαγα!». His words…

Αυτό που μου
αρέσει στα τραβέλια είναι αυτό το ψαρωτικό στυλάκι της ντίβας που έχουν, ξέρεις
της ψαγμένης γκόμενας που ξέρει πολλά κι έχει κάνει ακόμα περισσότερα. Πολύ
φοβάμαι πως αν έχεις κατεβάσει 3-4 ποτά και δεις κανέναν από αυτούς σε κανα
μπαρ δε θέλει και πολύ για να γίνει η ζημιά.

Ξέρω πως δε σε
νοιάζει αλλά το βράδυ έκλεισε στο τοπικό μαγαζί για βρώμικο. Ο τύπος του πίσω
καθίσματος, ο ερωτοχτυπημένος απτο τραβέλι και το θύμα της σεξουαλικής επίθεσης
απτη μαύρη παρήγγειλε και για τους 3 μας το πιο φονικό σάντουιτς που έχει κατασκευαστεί
στον πλανήτη Γη. Ειλικρινά πρέπει να απαγορευτεί από το Σύνταγμα. Έβαλε τυρί,
σαλάμι μπύρας, γαλοπούλα, ζαμπόν, λουκάνικο, κοτομπουκιές, μπιφτέκι, μπέικον,
αυγό, φέτα, κέτσαπ μουστάρδα. Φαντάσου για 3 σάντουιτς δώσαμε 25 ευρώ. Με το
που τα φάγαμε το μόνο δίλημμα που είχαμε ήταν αν θα κλάσουμε ή θα ρευτούμε. Έπαιξε
πιο πολύ το πρώτο. Νομίζω πως σήμερα που ξημέρωσε είχε ομίχλη…

Υ.Γ. Μόλις έγραψα
τα παραπάνω επειδή είχα σκάσει από τη ζέστη μπήκα για ένα ντους. Κι εκεί που το
νερό αγκάλιαζε το αλαβάστρινο κορμί μου (no comments-it's my blog) μου ήρθε στο μυαλό ένα πρόσφατο περιστατικό στο
νοσοκομείο που με μαύρισε για τα καλά και θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες αλλά
δεν είμαστε για να πέφτουμε ψυχολογικά τέτοιες μέρες. Οπότε απλά θα σου πω το
περιστατικό στο μπάνιο κι ας μη σε νοιάζει και θα μυριστείς τη δουλειά για το
περιστατικό στο νοσοκομείο.

Χειμώνα καλοκαίρι
κάνω ντους με ανοιχτό το παραθυράκι του μπάνιου. Δεν αντέχω να μην κοιτάω έξω,
βαριέμαι. Αυτό δε μου έχει βγει πάντα σε καλό γιατί το παραθυράκι του μπάνιου
μας κοιτάζει στο παραθυράκι του μπάνιου της απέναντι πολυκατοικίας κι ένα
καλοκαίρι πριν κάτι χρόνια εκεί που πλενόμουν και χάζευα έξω, πέφτει το μάτι
μου στο παράθυρο απέναντι όπου πλενόταν μια 50αρα παντρεμένη. Καρφώνομαι (από
απλή περιέργεια-να τονιστεί) και την κοιτάζω κι εκείνη γυρίζει και με βλέπει.
Αστραπιαία τραβάω το βλέμμα και παίρνω τέτοια θέση στο παραθυράκι ώστε να δει
κι αυτή ένα μέρος του κορμιού μου. Είδα τον κώλο της, οπότε βλέποντας κι αυτή
τον κώλο μου, είμαστε πάτσι, μοιραστήκαμε την αμηχανία, έτσι το σκέφτηκα. Όταν γύρισα να
ξανακοιτάξω είχε κλείσει το παραθυράκι. Από τότε μια φορά την πέτυχα, όταν
κατέβαζα τα σκουπίδια. Είπαμε μια ξερή καλημέρα. Μετά από ένα χρόνο
μετακόμισαν.

Όπως έλεγα λοιπόν
κάνω μπάνιο με ανοιχτό παράθυρο. Κι επειδή κάτω έχουμε κήπο, τα ζωύφια δεν ξέρω
πώς την έχουν δει, έχουν την τάση να σκαρφαλώνουν στα παράθυρά μας. Έτσι εκεί
που λουζόμουν βλέπω καμιά 20αριά μυρμήγκια στο περβάζι του παραθύρου να κάνουν
αυτό που κάνουν όλα τα μυρμήγκια. Να περιφέρονται πέρα-δώθε αγχωμένα λες και
είναι Κινέζοι στο μετρό σε ώρα αιχμής. Παίρνω την ντουζιέρα και τα βρέχω. Άλλα
πνίγηκαν επιτόπου, άλλα κατρακύλησαν κάτω απτο παράθυρο.

Συνεπαρμένος από
την εξουσία μου πάνω στη ζωή και το θάνατο των μυρμηγκιών, ξέπλυνα το μαλλί και
συνέχισα για το δεύτερο λούσιμο. Κι εκεί που έτριβα το κεφάλι μου βλέπω να
πλησιάζει ένα μυρμήγκι κουβαλώντας κάτι στην πλάτη. Προφανώς το είχαν στείλει
να φέρει κάτι ή απλά είχε μείνει πίσω ή είχε βγει να αγοράσει το φάρμακο για το
άρρωστο παιδί του, δεν ξέρω. Ανέβηκε στο περβάζι, κοίταξε δεξιά, κοίταξε
αριστερά, είδε 2-3 μισοπνιγμένα αναποδογυρισμένα μυρμήγκια που είχαν ξεμείνει
και μάλλον συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Του έπεσε το ψίχουλο απτην πλάτη και
ειλικρινά νόμισα πως μπορούσα να δω στα χαρακτηριστικά του προσώπου του να
αποτυπώνεται ο πόνος. Ή αυτό ή μου είχε μπει σαμπουάν στα μάτια.

Στο θάνατο τα πράγματα είναι πιο δύσκολα γιαυτούς
που μένουν πίσω…

Το έπνιξα κι αυτό
και συνέχισα το μπάνιο μου αμέριμνος.

Προσοχή δαγκώνει

Σόρι που θα
καυχηθώ, σόρι που θα στο πω έτσι χύμα και ξεδιάντροπα αλλά στην είσοδο για το
πάρκινγκ της πολυκατοικίας μας έχουμε μια πινακίδα «Προσοχή σκύλος-Δαγκώνει».
Ναι, όπως το ακούς. Μια μικρή άσπρη μεταλλική πινακίδα με μια εικόνα ενός
άγριου σκύλου που πιο πολύ μοιάζει με άλογο. Αν μπορείς βρες καλύτερη. Δε
χρειάστηκε καν να τη βάλουμε εμείς, ήταν ιδέα ενός καινούργιου ενοίκου της
πολυκατοικίας μας, υποτίθεται ότι λειτουργεί ως αποτρεπτικό για τυχόν επίδοξους
διαρρήκτες. Σαν παιδί δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα είχα τη δική μου πινακίδα για
σκύλους και τώρα που την έχω χρειάζομαι να τσιμπάω τον εαυτό μου ότι ναι: είναι
αληθινό. Έχω τη δική μου πινακίδα για σκύλους. Και ζει στην πόρτα της πιλωτής.

Παρόλο που δεν
έχουμε σκύλο.

Πριν πάρουμε το
γάτο μας τον Μαξ, δεν είχαμε ποτέ κατοικίδιο, αν εξαιρέσεις τον υπεραιωνόβιο
Τσίπη το καναρίνι μας, που τον έχουμε απτην απαρχή της δημιουργίας του κόσμου
και τη μακαρίτισσα τη χοντρή κόκκινη γάτα που εγκαταστάθηκε στην πιλωτή μας
όταν πέθαναν οι ιδιοκτήτες της και γκρέμισαν και το σπίτι τους οπότε τη
φροντίζαμε εμείς, ή κάτι χελώνες που είχαμε στον κήπο κι οποίες όταν το έκαναν
φώναζαν σαν βιζιτούδες που προσποιούνται οργασμούς για να πάρουν μεγαλύτερο
πουρμπουάρ.

Όλοι μου έλεγαν
να πάρω κατοικίδιο, όπως όλοι μου λένε ότι χρειάζομαι να ξανακάνω επιτέλους μια
σχέση με κοπέλα. (Σε περίπτωση που διαβάζει κάποιος φιλόζωος ανώνυμος
σχολιαστής ή καμία φεμινίστρια θα πρέπει να διευκρινήσω ότι δεν εξισώνω τις
γυναίκες με τα κατοικίδια. Η βασικότερη διαφορά, δε μπορείς να βάλεις τη
γυναίκα σου σε μια παπουτσοθήκη και να τη θάψεις στον κήπο. Σε πολλές
παπουτσοθήκες, αφού πρώτα την έχεις κομματιάσει σε πολλά μέρη, ίσως- αλλά όχι
σε μια παπουτσοθήκη. Σε περίπτωση που διαβάζει και κάποιος άλλος ανώνυμος
σχολιαστής που κρέμεται από τις λέξεις μου να διευκρινήσω πως λέγοντας «να
θάψεις τη γυναίκα σου στον κήπο» δε σημαίνει ότι παίρνω στην πλάκα ή
αστειεύομαι με την έννοια του φόνου ή κάτι τέτοιο: μιλάω για μια υποθετική
γυναίκα που πέθανε από φυσικά αίτια- και επιπλέον λέγοντας υποθετική γυναίκα,
εννοώ μια εγχειρισμένη τρανσέξουαλ, η οποία γεννήθηκε άντρας και η τελευταία
της ευχή θα ήταν να κοπεί σε κομματάκια και να την τοποθετήσουν με αγάπη σε μια
σειρά από παπουτσοθήκες και να τη θάψουν στον κήπο. Να τονίσω πως στη διαθήκη
της εκτός από το σημείο με το κομμάτιασμα στις παπουτσοθήκες ζήτησε να χαρίσουν
και όλη την περιουσία της σε επιστημονικό ίδρυμα που εκτελεί γονιδιακές έρευνες
και αποτελείται αποκλειστικά από ερμαφρόδιτους επιστήμονες- καλό είναι να τα
διευκρινίζουμε όλα οκέι?)

Πίσω στα
κατοικίδια λοιπόν και στους ανθρώπους που μου έλεγαν να πάρω ένα. Αν υποθέσουμε
ότι έχεις ένα τεράστιο τσιγάρο ενός μέτρου τιγκαρισμένο από το καλύτερο χορτάρι
των Ζωνιανών, τότε το σπίτι μου απέχει ένα τσιγάρο δρόμο από το τεράστιο Pet City της Γλυφάδας. Ένα τεράστιο οικοδόμημα γεμάτο με τρισχαριτωμένα τριχωτά
ζωάκια με γιγάντια παραπονιάρικα μάτια. Θα μπορούσα να μπω εκεί και να βγω με
μια ντουζίνα ζωάκια στην αγκαλιά μου. Αλλά δεν το έκανα ποτέ. Και ξέρεις γιατί?

Γιατί τα ζωάκια
πεθαίνουν να γιατί, thanks for asking. Και πεθαίνουν και σχετικά σύντομα συγκριτικά με τον άνθρωπο, ορίστε. Στο
δημοτικό είχαμε πάρει από το πανηγύρι των Σουρμένων δυο παπάκια, τον Αριστείδη
και τη Λίζα. Όταν μεγάλωσαν κι αφού μας είχαν καταχέσει κάθε επιφάνεια του
σπιτιού τα πήρε ο παππούς μου στο χωριό και τα έκανε κοκκινιστά στην κατσαρόλα.
Μας είπαν ότι πέταξαν προς την ελευθερία τους και τώρα τα βλέπουν οι ναυτικοί
και τα χαιρετάνε. Μας τα έδωσαν να τα φάμε.

Κάθε φορά που
χαιδεύω τη γάτα ή το σκύλο κάποιου σκέφτομαι «Ναι, είναι αξιολάτρευτο, αλλά θα
πεθάνει». Κάθε φορά που φαντασιώνομαι τον εαυτό μου με κατοικίδιο, το μυαλό μου
πλημμυρίζει με ένα αίσθημα μελαγχολίας. Κι αν το πατήσει αμάξι? Ή αν του κάτσει
τίποτα στο λαιμό? Ή αν καθώς τρίβεται στα πόδια μου παραπατήσω και ρίξω στο
κεφάλι του ένα τεράστιο τηλεφωνικό κατάλογο? Δε θα το άντεχα.

Ναι ξέρω και οι
άνθρωποι πεθαίνουν και αφήνουν και μεγαλύτερη λύπη πίσω τους, αλλά δε γίνεται
να περάσεις τη ζωή σου χωρίς να προσκολληθείς με έναν ή δυο ανθρώπους
τουλάχιστον. Ο πόνος του χαμού τους είναι αναπόφευκτος, όλοι θα χάσουμε ή
έχουμε χάσει κάποιον που αγαπούσαμε. Στα ζωάκια όμως μπορείς να επιλέξεις να
μην προσκολληθείς για να αποφύγεις έτσι τη στεναχώρια αν πάθουν κάτι.

Οκέι φιλόζωοι,
ξέρω ξέρω. Η χαρά που προσφέρουν τα ζωάκια όσο ζούνε ξεπερνούν κατά πολύ την
απώλειά τους όταν πεθάνουν. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως αυτή η
συνειδητοποίηση ότι κάποια στιγμή το ζωάκι θα φύγει αλλά η ζωή συνεχίζεται σε
βοηθά να δεις τον κόσμο με άλλο μάτι και δίνει στην ύπαρξή σου περισσότερο
νόημα. Όπως και να έχει, δε θα ήθελα να γυρίσω μια μέρα σπίτι και να βρω ένα
ψόφιο πεκινουά στο πάτωμα με τη γλώσσα εξω και τα μεγάλα μωρουδίστικα μάτια του
να με κοιτάνε άψυχα και να με κατηγορούν.

Όταν συζητούσαμε
τι κατοικίδιο μου ταιριάζει είχα ακούσει διάφορες προτάσεις. Άλλοι πρότειναν να
πάρω κάτι αντισυμβατικό, όπως ταραντούλα ή ιγκουάνα. Θα βοηθούσε στη δίαιτα. Τα
κοιτάς και σου κόβεται η όρεξη για την υπόλοιπη μέρα. Άλλος πρότεινε να πάρω κάτι
επικίνδυνο, κάτι σαν σκορπιό ή βόα ή τίγρη ξέρω γω. Έτσι αντί να ανησυχώ για το
θάνατό του, θα αρχίσω να ανησυχώ για τον δικό μου. Η καθημερινότητά μου θα
μετατρεπόταν σε μια ταινία θρίλερ όπου ανά πάσα στιγμή το ζώο μπορεί να βγει
απτο κλουβί και να καταπιεί το πόδι μου μέχρι το μηρό. Μια αγωνιώδη μονομαχία
όπου μόνο ένας απτους δυο θα έβγαινε ζωντανός. Come on, ζω στην Αθήνα και σπουδάζω ιατρική, νομίζω πως έχω αρκετά άγχη. Αν θέλω
κι άλλα βρίσκω κοπέλα. Τουλάχιστον αυτή θα μου προσφέρει μια υποτυπώδη ευχαρίστηση
όταν κάνουμε έρωτα, σε αντίθεση με το βόα που μόνο μια τρύπα έχει, το στόμα, κι αν
πας να του χώσεις κάτι εκεί αμφιβάλλω αν θα το ξαναβγάλεις στο ίδιο μέγεθος που
ήταν πριν το βάλεις.

Παλιότερα μου
είχαν προτείνει ένα virtual pet, κάτι σαν τα Tamagotchi, τα Sims Pet, ή τα παιχνιδάκια
που έχουμε στο κινητό. Tamagotchi είχα μικρός, είναι κάτι σαν ηλεκτρονικό μπρελόκ με ένα ζωάκι στην οθόνη που κουδουνάει όταν θέλει να φάει ή να το ξεσκατίσεις, αλλά μια φορά το ξέχασα στη τσέπη του παντελονιού και το
έβαλε η μάνα μου στο πλυντήριο. Βράχηκαν οι μπαταρίες και καταστράφηκε. Ένιωσα σαν δολοφόνος, είχα σκοτώσει το virtual ζωάκι.

Στη συζήτηση, αναφέρθηκε και η
ταρίχευση. Το ταριχευμένο ζώο δεν πρόκειται να πεθάνει. Αλλά αναπόφευκτα αν το
έχεις μες στο σπίτι να στέκεται έτσι αγέρωχο κάποια στιγμή θα το
χρησιμοποιήσεις για να κρεμάσεις κανένα σακάκι ή θα το βάλεις σαν σκαμπό αν
έχεις μαζέψει κόσμο κι έχεις πιει πολύ και δε βρίσκεις πού αλλού να κάτσεις.
Άσε που ένα ταριχευμένο ζώο είναι μια μόνιμη υπενθύμιση του θανάτου. Να μου
λείπει, αν θέλω κάτι τέτοιο κοιτάζομαι και στον καθρέφτη. Αυτό βλέπω στον
καθρέφτη, τη συνεχή γήρανση του προσώπου και κατά συνέπεια το θάνατο. Και μια
σφουγγαρίστρα. Η σφουγγαρίστρα βρίσκεται στον τοίχο πίσω από τον καθρέφτη του
μπάνιου και τη βλέπω κάθε φορά που κοιτάζομαι. Είναι τελείως άσχετη στην
κουβέντα μας. Απλά την πέταξα για να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα.

Υποθέτω λοιπόν
πως δε μου αξίζει ένα κατοικίδιο γιατί το σκέφτομαι πολύ. Και είναι κρίμα γιατί
έχω ήδη μια πινακίδα για σκύλους. Και κάθε φορά που τη βλέπει κάποιος ρωτάει
«ωωω, έχεις σκύλο?» και πρέπει να εξηγώ πως την έχουμε μόνο για τους κλέφτες
και πως δε μπορώ τα κατοικίδια λόγω του θανάτου και τα σχετικά, και σκοτώνει
κάθε συζήτηση να σου πω την αλήθεια. Και κάθε φορά που βλέπω πινακίδα για
σκύλους σκέφτομαι το σκύλο που δεν έχω και πόσο πολύ θα ήθελα να είχα ένα αρκεί
να μην πέθαινε αυτό πρώτο και μετά σκέφτομαι ότι πενθώ για έναν υποθετικό σκύλο το οποίο με τη σειρά του με κάνει να σκέφτομαι πόσο λίγο χρόνο έχω στη ζωή μου
και δεν πρέπει να τον ξοδεύω σε μακάβριες συζητήσεις για φανταστικούς σκύλους
και αυτό με στεναχωρεί. Αυτή η πινακίδα για σκύλους με στεναχωρεί.

Αυτό ήταν.
Σταματώ να δακτυλογραφώ και ξεκινώ να πάω σπίτι. Θα την ξεκολλήσω, θα πάρω μια
κοτρώνα και θα αρχίσω να την κοπανάω. Ποιος γελάει τώρα, μωρή πινακίδα? ΠΟΙΟΣ
ΓΕΛΑΕΙ ΤΩΡΑ? Ε?

Υ.Γ.1 Οι σκέψεις
αυτές ξεπήδησαν όταν για μια ολόκληρη μέρα είχαμε χάσει το γάτο μας τον Μαξ.
Ξεσηκώθηκε όλη η πολυκατοικία μας, γιατί πλέον έχει γίνει ο χαιδεμένος όλων,
γυρίσαμε όλα τα γύρω τετράγωνα μήπως τον πάτησε αμάξι ή μήπως τριγύρναγε κάπου
κι έχει χαθεί. Τίποτα. Τα κοριτσάκια της πολυκατοικίας κι η μάνα μου μαζί με
μια καθηγήτρια φίλη της είχαν πλαντάξει στο κλάμα. Είχα ετοιμάσει αφίσες στο
πισι κι ήμουν έτοιμος να τις τοιχοκολλήσω «Χάθηκε γάτος, δίδεται αμοιβή».
Τελικά τι είχε γίνει?
Ο Μαξ έχει
λατρεία με τα αυτοκίνητα. Τρελαίνεται να μπαίνει μέσα και να κάθεται. Μια
κοπέλα στη πολυκατοικία πάρκαρε το αμάξι της και την ώρα που έβαζε το
προστατευτικό για τον ήλιο ο Μαξ χώθηκε μέσα και έπεσε και κοιμήθηκε χωρίς να
τον πάρει χαμπάρι κανείς. Όταν μετά από ώρες ξύπνησε, άρχισε να κουνιέται, ο
συναγερμός του αμαξιού χτύπαγε κι εμείς δεν καταλαβαίναμε γιατί. Ευτυχώς τον
είδε ένας περαστικός στο πίσω τζάμι και τον βγάλαμε, πριν σκάσει απτη ζέστη το
καημένο.

Το συμπέρασμα
ποιο είναι? Πάλι γυναίκα οδηγός έκανε τη μαλακία.


Εδώ ο Μαξ καθώς έχει
αράξει με ένα βρεγμένο πανάκι στην πλάτη που του το βάλαμε για να δροσιστεί.

Υ.Γ.2 Όποιος
διάβασε τα 2 προηγούμενα ποστ και ενδιαφέρεται να μάθει πώς τα περνάω θα σου πω
πως συμβαίνει το κλασικό που συμβαίνει με τη ζωή μου. Έχει τα πάνω και τα κάτω
της. Τότε είχα τα κάτω μου, τώρα μετά από μια απρόσμενη επίσκεψη από
συγκεκριμένο άτομο της επαρχίας ανέβηκα στα πολύ πάνω μου. Κάποια στιγμή θα
ξαναέρθουν τα κάτω μου για κάποιον άλλο λόγο που θα προκύψει, είναι
αναπόφευκτο, σαν τα ζωάκια που πεθαίνουν, αλλά κάποια στιγμή θα ξαναξαναέρθουν
τα πάνω μου, έτσι γίνεται πάντα. So who really cares?

Φιλιά! :)

Άτλιτλο

Συγχώρεσε τον τίτλο, δε λειτουργεί ο εγκέφαλος.

Ενός κακού μύρια
έπονται. Ήμουν που ήμουν χθες με τις εσωτερικές αναζητήσεις μου και το άσχημο
συμβάν στο συγγενικό μου πρόσωπο και ξημερώματα ήρθε κι άλλη αποκάλυψη να με
αποτελειώσει. Come on, kick me when I'm down! Το άκουσα 3 παρά, έκανα εμετό, ευτυχώς πέτυχα
τον Trikalo-ψυχολόγο-για-όλους
στο msn (απίστευτο παιδί, παρόλο που πολλές φορές ξέρει πως εγώ κάνω τη μαλακία δε μπαίνει ποτέ στη διαδικασία να με κρίνει, μόνο να με συμβουλεύσει) και μου έφτιαξε
τη διάθεση και το πρωί που ξύπνησα ξαναξέρασα. Αυτά είναι. Άφησα τη χολή μου
στην τουαλέτα.

Στην ταινία Heat, την πρώτη συνεργασία Πατσίνο-ΝτεΝίρο
όπου ο Πατσίνο έκανε τον αδίστακτο μπάτσο και ο ΝτεΝίρο τον ιδιοφυή ληστή
τραπεζών, ο δεύτερος είχε την εξής φιλοσοφία. Να είσαι πάντα έτοιμος να
εγκαταλείψεις τα πάντα σε 30 δευτερόλεπτα. Τα πάντα. Ο ΝτεΝίρο ερωτεύτηκε όμως
(πάντα εκεί γίνεται η ζημιά) και στο τέλος ενώ τον είχε ανακαλύψει ο μπάτσος,
καθυστέρησε γιατί δίστασε να εγκαταλείψει την γκόμενα και κατέληξε με μια
τουφεκιά στο στήθος και τον Πατσίνο να τον κοιτάζει αγριεμένος από πάνω
μασουλώντας τσίχλα λες και έχει μπουκωθεί με σπέσιαλ σάντουιτς από τα Everest.

Στην ψυχιατρική
όταν εξετάζουμε έναν τρελό το πρώτο πράγμα που ρωτάμε είναι «Ποιο ήταν αυτό το
συνταρακτικό γεγονός από το οποίο ξεκίνησαν όλα?». Στο 90% είναι ερωτική
απογοήτευση. Το υπόλοιπο 10% είναι θάνατος. Νατος πάλι ο έρωτας. Πάντα εκεί
γίνεται η ζημιά.

Που λες τη
φιλοσοφία του ΝτεΝίρο με τον αποχωρισμό στα 30 δευτερόλεπτα την έχω έμφυτη. Δε
δένομαι εύκολα, δεν μπορώ τους αποχωρισμούς και δε μπορώ να βάλω εύκολα τελεία.
Όποιος διάβασε το χθεσινό μου κλαψούρισμα για το κενό που νιώθω και το πώς
αφήνω τα πάντα ανολοκλήρωτα θα κατάλαβε πως αυτό είναι ίδιον του χαρακτήρα μου.
Μην μου πεις ότι δεν πρόκειται να τα ξαναπούμε, θα τρελαθώ. Άσε ανοιχτό το
ενδεχόμενο ακόμα κι αν μετακομίζεις μόνιμα στον Βόρειο Πόλο και θα την παλέψω
την κατάσταση. Όταν πήρα μεταγραφή από Λάρισα δεν είχαμε αποχωρισμούς. Ήξερα
πως θα τους ξαναδώ. Με τη συντριπτική πλειοψηφία χαθήκαμε αλλά και μόνο στην
ιδέα ότι όποτε θελήσω μπορώ να πάω να τους δω ή να έρθω σε επικοινωνία μου
αρκεί. Δεν έχει μπει τέλος. Δε μπορώ τα τέλη. Είμαι φτιαγμένος να τα έχω όλα
στην αναμονή. Έτσι με προγραμμάτισαν, με αυτό το software λειτουργώ. Αναβλητικός μέχρι το κόκαλο.

Όπως θα
μυρίστηκες τη δουλειά γκομενικής φύσεως είναι το θέμα, αλλά όχι μόνο. Πριγκίπισσες,
παραμυθάδες, Κρήτες, you know the story. Ούτε ερωτεύομαι εύκολα, ούτε δένομαι
εύκολα. Κι όταν εκτιμάς ένα άτομο σαν προσωπικότητα, πέραν από έρωτες, σεξ και
παπαριές τότε είναι που δυσκολεύουν τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Άντε να
μείνεις φίλος με το σαράκι να σε τρώει. Το σαράκι κάποια στιγμή φεύγει, αυτή
είναι η δουλειά του, παρασιτεί στην καρδιά σου, μασουλά κομμάτι κομμάτι απτην
ψυχή σου μαυρίζοντάς την, καταστρέφει τη διάθεσή σου κι όταν χορτάσει φεύγει.
Και στο τέλος μένουν μόνο οι ωραίες στιγμές και το αίσθημα του πόσο τυχερός
είσαι για όσα έζησες και το μάθημα που πήρες για το πώς θα φερθείς διαφορετικά
στο επόμενο φωτεινό αστέρι που θα σου παρουσιαστεί. Αν ποτέ ξαναπαρουσιαστεί
τέτοιο αστέρι.

Τώρα διανύω τη
φάση με το σαράκι. Ελπίζω να το ξεράσω στην τουαλέτα μπας και φύγει. Το θέμα
είναι ότι τις περισσότερες δυσκολίες τις αντιμετωπίζω με την οργή. Δώσε μου
λόγο να τσαντιστώ, να νευριάσω μαζί σου κι αυτομάτως φτιάχνει η διάθεσή μου.
Αλλά η μαλακία είναι ότι δεν έχω λόγο να τσαντιστώ αφού τα πράγματα ούτως ή
άλλως, αργά ή γρήγορα, καλώς ή κακώς εκεί θα κατέληγαν. Το ήξερα και το έλεγα.  Άσε που τα είχαμε ξεκαθαρίσει εξαρχής. Και
μένω να είμαι οργισμένος μόνο με την πάρτη μου και για το πώς θα μπορούσα να
είχα φερθεί διαφορετικά και για το πόσο καλύτερα θα μπορούσα να είχα
εκμεταλλευτεί τις στιγμές που κράτησαν όσο κράτησαν. Και για το πώς πρέπει να
κρατήσω χαρακτήρα από δω και πέρα χωρίς να γίνω ο-ενοχλητικός-τύπος-που-
με-γουστάρει-και-προσπαθεί-να-το-παίξει-φίλος.

Θέλω να ξεράσω,
μια σακούλα ρε παιδιά!

Anyway, ζάλισα
τον έρωτα όποιου χριστιανού μπήκε να διαβάσει κανα ποστ να περάσει λίγο την ώρα
του. Σόρι γιαυτό. Now drop dead. Ή fuck off and die κι έλα να μου κάνεις παρέα. Εγώ πάντως αυτά θα κάνω. Αφού ξεράσω άλλη μία
πρώτα. Όχι τίποτα άλλο, στις 14.30 έχω να πάω οδοντίατρο. Θα ανοίξω το στόμα
και θα ζέχνω εμετίλα. Bye.

Υ.Γ.1 Για να σου/μου
ανεβάσω λίγο τη διάθεση, σου έχω τραγουδάκι που ανακάλυψα χθες βράδυ και που το
παίζω συνέχεια γιατί με φτιάχνει. Stavento σε συνεργασία με Λάκη Παπαδόπουλο. Αν έκανες τον
κόπο να διαβάσεις μέχρι εδώ κάνε τον κόπο και άκουσέ το. Κι ας φωνάξουμε όλοι
μαζί στο ρεφρέν «Είμαι ό,τι δεν φαντάστηκες ποτέ ότι θα ήμουν, πίστεψα σε μένα
κι όλα σίγουρα θα γίνουν, ήμουν ό,τι δεν φαντάστηκες μα τώρα να'μαι και τα
βράδια ήσυχος μαλάκα μου κοιμάμαι»
.Γιατί οι βραδινές σκοτεινές ώρες, όταν δε
σου κολλάει ύπνος είναι οι χειρότερες, Τότε είναι που μπαίνουν όλες οι σκέψεις.
Δικό σας!

Υ.Γ.2 Επειδή μου
είχαν καρφωθεί στο μυαλό κάτι λέξεις που είχε ανεβάσει ο awake? Κι εκτός του ότι είχαν μιλήσει στην
καρδιά μου, με εκφράζουν και απόλυτα σε αυτή τη φάση θέλω να τις ανεβάσω,
ελπίζω να μην τον πειράξει, γιατί δεν είχα χρόνο να τον ρωτήσω. Ολόκληρο το υπέροχο ποιηματάκι του μπορείτε να το
βρείτε εδώ.

Ενας ακομα.

Αυτο δεν θελω να ειμαι.

Στην καρδια,το μυαλο και το κορμι σου,

ενας
ακομα.

  

Σε κουβεντες απο αναγκη και ανασφαλεια

μην με χαραμισεις.

Παρε μου το ειναι

και την ψυχη μου ολοκληρη

Τσακισε τα,

καντα χιλια κομματια

και σαν κουρελι πεταξε τα

στην τελευταια γωνια του δρομου,

αν θες.

  

Αλλα θα ειμαι εγω,

οχι ενας ακομα.

Μην με αφησεις να πεσω.

No (happy) ending

Έχω τρελό κόλλημα με τα θρίλερ. Πριν κάτι χρόνια είχα δει
μια ψιλο-άγνωστη ταινία του Ρομέρο, το Bruiser, η οποία παρόλο που γίνεται κλισεδιάρικη και σαχλή προς
το τέλος, είχε μια ιδιαίτερα φρικουλιάρικη και ανησυχητική αν την καλοσκεφτείς
υπόθεση. Ο πρωταγωνιστής, ένας νέος επιτυχημένος γιάπης που δούλευε ως στέλεχος
σε εταιρία μάρκετινγκ ξυπνάει ένα πρωί και ανακαλύπτει ότι το πρόσωπό του έχει
ανεξήγητα μεταμορφωθεί σε μια λεία, άσπρη μάσκα χωρίς χαρακτηριστικά. Στέκεται
τρομοκρατημένος μπροστά στον καθρέφτη προσπαθώντας μάταια να την ξεκολλήσει
γιατί είναι καρφωμένη για τα καλά στο πρόσωπό του.

Αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι της ταινίας. Από εκεί κι
έπειτα η ταινία γίνεται λίγο κουλή μιας και ο πρωταγωνιστής τρελαίνεται και
βγαίνει στους δρόμους του Λος Άντζελες ξεκοιλιάζοντας ανθρώπους δεξιά, αριστερά
και στο κέντρο (κυρίως στο κέντρο) μέχρι που δε δίνεις δεκάρα για το τι θα
γίνει μετά και πετάγεσαι στο μίνι μάρκετ απέναντι να πάρεις κι άλλα πατατάκια
αφήνοντας την ταινία να παίζει στο dvd player.

Θα τον προτιμούσα να στεκόταν φρικαρισμένος μπροστά στον
καθρέφτη για τα υπόλοιπα 90 λεπτά γιατί αυτό το κομμάτι το βρίσκω ιδιαίτερα
συνταρακτικό. Και ξέρεις γιατί? Γιατί με αυτό μπορώ να ταυτιστώ, να γιατί. Thanks for asking.

Και μπορώ να ταυτιστώ όχι γιατί έχω μια λεία άσπρη μάσκα για
πρόσωπο -πιο πολύ σαν χάρτης απτο google maps μοιάζει η φάτσα μου, όπου κοιτάς από
ψηλά και βλέπεις βουνά και πεδιάδες, όλα αποτυπώματα ημερών άγχους, ξενυχτιών
διαβάσματος ή απογοητεύσεων- αλλά γιατί τον τελευταίο καιρό αρχίζω και
συνειδητοποιώ πως βαθιά μέσα μου, υπογείως, στην καρδιά μου, στον πυρήνα μου,
στο κέντρο της ψυχής μου σέρνεται ένα τρομαχτικό, ψυχοφθόρο, τεράστιο κενό.

Είναι μια παράξενη αίσθηση σαν να βρίσκεσαι σε μια μουντή
αίθουσα αναμονής με λάμπες φθορίου που τρεμοπαίζουν και αδιάφορες αφίσες στους
τοίχους και να περιμένεις να γίνει κάτι συνταρακτικό και ευχάριστο για να σε
κάνει να σηκωθείς να φύγεις από εκεί και να συνεχίσεις τη ζωή σου.

Δεν είναι ότι δεν περνάω καλά. Το τριήμερο το περάσαμε στην
παραλία όπου ξαδέρφια κολλητών μου έχουν καντίνα και τροχόσπιτα οπότε
μέρα-νύχτα ο κώλος μου κυλιόταν στην άμμο ή έκανε παρέα στα χταπόδια στη
θάλασσα. Το βράδυ του Σαββάτου μια άγνωστη παρέα πάνω από 50 άτομα μαζεύτηκαν
στην παραλία, άναψαν φωτιές, έφεραν μια μικρή πισίνα που τη γέμισαν με πάγο κι
έριξαν μέσα μπουκάλια από κάθε λογής αλκοόλ και ξεσάλωναν μέχρι το πρωί.
Χωθήκαμε κι εμείς μαζί τους. Το ξημέρωμα μας βρήκε λιώμα και σκυλοβαρεμένους,
μόνο ο 10χρονος γιος του τύπου που είχε την καντίνα είχε ακόμα κουράγιο και τον
είχα πάρει στην άκρη και του έκανα μαγικά. Μόνο όταν είμαι με παιδάκια δεν
βαριέμαι. Weird.

Όπου και να βρίσκομαι όμως, ό,τι και να κάνω έχω ένα
ανικανοποίητο αίσθημα. Κάτι δε με γεμίζει. Μπορεί να περνάω καλά, μπορεί να
γελάω, να διασκεδάζω αλλά μέσα μου κάτι δεν κολλάει, κάτι λείπει. Μη ρωτάς τι,
μακάρι να ήξερα. Οκέι η σχολή μου με γεμίζει, κυρίως οι ώρες στο νοσοκομείο,
αλλά τώρα με την εξεταστική στο νοσοκομείο θα πηγαίνω μια στο τόσο, μόνο
διάβασμα στο αναγνωστήριο έχει το πρόγραμμα κι άντε να στρωθείς να διαβάσεις
νευροχειρουργική όταν ξέρεις πως οι άλλοι λιάζονται στις παραλίες σαν ψητές
μπριζόλες στα κάρβουνα.

Κι αν μου πεις ότι μια λύση θα ήταν μια κοπέλα να μου
γεμίζει την καθημερινότητα ή μια σχέση θα σου έλεγα hold your horses αγαπητέ.
Δεν έχω κουράγιο και για άλλες σκοτούρες. Ούτε το meaningless sex θα μου έκανε κάτι, δεν
υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ξυπνάς το πρωί μετά από μια νύχτα πάθους, να
λες καλημέρα και να παίρνει ο καθένας το δρόμο του, προσποιούμενοι ότι είστε δυο
άγνωστοι. Ή ακόμα χειρότερα απλά φίλοι.

Τη στροφή στη
θρησκεία την αποκλείουμε γιατί έχω καταλήξει πως οι βαθιά θρησκευόμενοι είναι
κατεξοχήν αδύναμοι χαρακτήρες που θέλουν να νιώσουν τη σιγουριά μιας ανώτερης
δύναμης που τους προστατεύει και που θα κάψει στην πυρά της κόλασης όλους τους
εχθρούς της. Τα extreme sports θα ήταν μια λύση, αλλά κάποια στιγμή και το bunjee jumping θα
το βαρεθείς. Σε ρίχνουν από ένα σκοινί, come on, και? Εκτός κι αν γινόμουν serial killer σαν τον τύπο στην ταινία με την
απρόσωπη μάσκα. Αυτό ίσως κάτι έκανε. Αλλά ακόμα κι εκεί, μετά από 2 βδομάδες
φόνων, με φαντάζομαι να χασμουριέμαι καθώς στραγγαλίζω τον ανυποψίαστο
μεθυσμένο τουρίστα καθώς παλεύει για τη ζωή του.

Είναι σαν το σκηνικό με το ποτήρι που έχει νερό μέχρι τη
μέση, αλλά αντί να πεις ότι είναι μισο-άδειο ή μισο-γεμάτο, να το βλέπεις
μισο-γεμάτο και μετά να σηκώνεις αδιάφορα τους ώμους και να κοιτάς τον τοίχο
απέναντι. Εξάλλου αυτή είναι η μόνη λογική αντίδραση μπροστά σε ένα ποτήρι με
νερό, who cares really?

Σε ένα τραγούδι τους οι Green Day, ενώ περιγράφουν μια πολύ βαρετή μέρα απτη ζωή τους, όπου
λιώνουν στην πολυθρόνα, πήζοντας μες στη ζέστη ενώ σκυλοβαριούνται τη ζωή τους
πριν μπουν στο δυναμικό ρεφρέν λένε «When masturbation lost it's fun, you know you're fucking breaking». Με πιάνεις νομίζω.

Anyway,
αυτό κυριαρχεί στη ζωή μου το αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Υπάρχουν άτομα και
καταστάσεις που με γεμίζουν προσωρινά αλλά μετά επανερχόμαστε στα ίδια. Βιβλία
που αφήνω στη μέση, σειρές στην τηλεόραση που ξεκινάω και μετά τις παρατάω,
μελέτη για μαθήματα που τελικά δεν πάω να δώσω, γνωριμίες με κοπέλες που ενώ
αρχικά υπάρχει ενδιαφέρον και παιχνίδισμα απομακρύνομαι γιατί «ψυρίζω πολύ τη
μαιμού» όπως μου έχουν πει, εκδρομές όπου ενώ περνάω καλά ανυπομονώ να γυρίσω
σπίτι να δω fringe και family guy ή  να μπω msn μήπως
την πετύχω μέσα, ακόμα και στο σεξ
αργώ πολύ να ολοκληρώσω σε σημείο να σου λέει η άλλη έχουν μουδιάσει οι
προσαγωγοί μου, θα το λήξουμε καμιά ώρα? Give me a break…

Κι η μαλακία είναι ότι δε θέλω να αφήνω ανολοκλήρωτα
πράγματα πίσω μου, δε θέλω να αφήνω καταστάσεις στη μέση ή σε φάση on hold γιατί με κάνει να νιώθω
σαν να πνίγω ένα μέρος του εαυτού μου. Κι όμως αυτό κάνω. Τελικά μόνο το
τσιγάρο και το φραπέ θέλω να το ολοκληρώνω. Το κάνω μέχρι την κάφτρα, ενώ
σπάζομαι όταν πρέπει να το σβήσω, ας πούμε όταν το ανάβω κι εκείνη τη στιγμή
έρχεται το λεωφορείο που περιμένω. Θα το κάνω και θα περιμένω το επόμενο. Στον
φραπέ αν δε φύγει και η τελευταία γουλιά δε σηκώνομαι απτην καφετέρια.

Ίσως φταίει που έχω πέσει αυτές τις μέρες επειδή συνέβη κάτι
πολύ πολύ δυσάρεστο σε ένα στενό οικογενειακό μου πρόσωπο, δε θέλω να γράψω εδώ
τι και πώς αλλά το έμαθα ενώ ξεσαλώναμε στην παραλία και με έκανε να νιώσω
ενοχές χωρίς λόγο.

Σκατά. Δεν ξέρω. Go live your
life. Τα λέμε.

Ξεψάχνισμα σε άλλους πλανήτες

Είναι φορές που
νιώθω λες και με έχουν ρίξει στη Γη από άλλο πλανήτη και περιμένουν από μένα να
λειτουργήσω. Κάτι σαν την αρχή κάθε επεισοδίου του Mr.Bean που τον έδειχνε να πέφτει από μια στήλη φωτός στον ουρανό και μετά έκανε
κάθε γκάφα που μπορούσε να φανταστεί ανθρώπινος νους.

Όχι ότι σε
νοιάζει, αλλά από μικρός προσπαθούσα να καταλάβω πώς λειτουργεί ο κόσμος. Έβαζα
χέρια σε πρίζες, διέλυα αυτοκινητάκια, ξεβίδωνα λάμπες, ανακάτευα αλάτια,
πιπέρια και κοκα κόλες κάθε φορά που βαριόμουν σε τίποτα κέντρα μετά από
βαφτίσεις και γάμους. Όλοι έλεγαν ότι θα γίνω χημικός ή μηχανικός. Εγώ πάλι
ήθελα να γίνω γιατρός ή αστυνομικός. Διάβαζα ένα κάρο αστυνομικά με τους
ντετέκτιβ να βγάζουν άκρη από κουλά ασύνδετα στοιχεία και να βρίσκουν το
δολοφόνο. Κι ενίοτε να πηδάνε και την σέξυ χήρα. Τελικά έγινα γιατρός. Damn it.

Υποψιάζομαι πως
δεν έγινα γιατρός επειδή ήθελα να λύσω το μεγαλύτερο μυστήριο, δηλαδή πώς
λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα, αλλά μάλλον γιατί ήμουν από μικρός ανταγωνιστικό
παιδάκι κι ήθελα απλά να έχω μεγαλύτερο βαθμό από όλους μη σου πω ότι μπορεί
και να ήμουν απλά φυτουκλάκι.

Όποιος και να
ήταν ο λόγος τελικά έγινα γιατρός και το γουστάρω γιατί όντως μου αρέσει το
μυστήριο του ανθρωπίνου σώματος και όλο το σκηνικό που το συναρμολογείς και το
ξεψαχνίζεις και το παίζεις Θεός σώζοντας ή παίρνοντας ζωές. Ή φακελάκια.

Πέραν απτο
μυστήριο της ζωής που το σπουδάζω υπάρχουν ακόμα πράγματα όμως που δεν μπορώ να καταλάβω και
αφορούν βασικές κοινωνικές συμπεριφορές. Άλλα είναι ασήμαντα κι άλλα μου
προκαλούν σοβαρές δυσκολίες να πορευθώ στη ζωή σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Τα
ασήμαντα είναι ας πούμε οι γραβάτες. Ποια η χρησιμότητα του να δένεται κάποιος
στο λαιμό και να σφίγγεται και ποιος έξυπνος το καθιέρωσε σαν απαραίτητο
αξεσουάρ ενός επίσημου ενδύματος? Κι έχεις και το μαντηλάκι ασορτί στο πέτο. Come on dude, σοβαρά τώρα, what's the point? Έκατσα κι έψαξα την ιστορία της γραβάτας και άκρη δεν βρήκα. Σοβαρά
έκατσα και την googlάρισα.
Για το μαντηλάκι λέει πως το χρησιμοποιούσαν πιο παλιά οι gentlemen επειδή ήταν αγένεια να φτύνουν
κάτω. Οπότε έφτυναν στο μαντηλάκι. Κι εμείς το έχουμε στα καλά κοστούμια σαν
τρόπαιο στο πέτο μας, Ποιο? Ένα φτυσομάντηλο. Τραγικό.

Η φάση με τη
γραβάτα έχει την ίδια παράλογη λογική με το στρατό. Μεταξύ των άλλων τρελών
συνειρμών μου έχω σχηματίσει άποψη και για τον στρατό. Και κατέληξα στο
συμπέρασμα πως είναι ένα ευφυέστατο τέχνασμα των γυναικών για να μαθαίνουν τα
αγόρια δουλειές του σπιτιού. Σκέψου το. Μας βομβαρδίζουν με πολεμικές ταινίες
και μάχες, Ράμπο, αίματα, καφρίλες και ηρωικές πράξεις και όταν πάμε στο στρατό
μας έχουν να καθαρίζουμε τουαλέτες, να στρώνουμε κρεβάτια, να μαγειρεύουμε και
να σκουπίζουμε. Πραγματικά, οι ανώτεροι επιθεωρούν το θάλαμο κάθε πρωί και σε
κράζουν αν δεν το έχεις στρώσει σωστά. Λες κι αν μας την πέσουν οι Τούρκοι δε
θα ορμήσουμε να τους σκοτώσουμε, αλλά θα τους φιλοξενήσουμε και δεν πρέπει να
πουν κακό λόγο για μας. Τώρα θα μου πεις, μα καλά τις πολεμικές ταινίες άντρες
τις βγάζουν και άντρες πρωταγωνιστούν, ποιος ο λόγος να συνεχίσουν την
προπαγάνδα των γυναικών ότι ο στρατός σε κάνει άντρα? Μα φυσικά γιατί έχει
πληγωθεί τόσο ο εγωισμός τους και προσπαθούν βαυκαλιζόμενοι (μην ψαρώνεις
βαυκαλίζομαι=αυταπατόμαι) να πείσουν και τους παραέξω ότι ο στρατός είναι κάτι
ηρωικό και βαρύ αντρικό. Μπούρδες.

Ακόμα και οι
σκοπιές δεν είναι τίποτα άλλο από εκπαίδευση στο baby-sitting. Να μάθεις να είσαι ανα πάσα ώρα και στιγμή σε επιφυλακή μην χωθεί το
μούλικο πίσω απτο πλυντήριο ή μην περάσει το Transformer του για σοκοφρέτα και το καταπιεί.
Κι αν γίνει έφοδος από το λοχαγό-πεθερά να είσαι σε ετοιμότητα να της δώσεις
αναφορά με σύνθημα και παρασύνθημα: «Όλα καλά με το μπόμπιρα. Πότε είπαμε ότι
θα γυρίσεις πίσω στο χωριό?».

Είναι πολλά
πράγματα που δε μπορώ να καταλάβω. Και γιαυτό και κάθομαι και τα ξεψαχνίζω. Κι
άκρη δε βγάζω. Αυτή η τάση μου για το ξεψάχνισμα, εκτός του ότι δε με αφήνει να
χαρώ τη ζωή ξέγνοιαστος (ignorance is a bliss) με οδηγεί σε πειραματισμούς, πολλές
φορές εις βάρος μου.

Όπως η φάση με το
κάπνισμα. Το πώς λειτουργεί το κάπνισμα είναι απλό. Ρουφάς τον καπνό, πηγαίνει
στους πνεύμονες όπου δεσμεύεται, η νικοτίνη περνά στο αίμα, το αίμα πάει στον
εγκέφαλο και φτιάχνεσαι. Απλό και κατανοητό. Το όλο μυστήριο (και η γοητεία) είναι
η ψυχολογία του καπνιστή.

Έχω καταλήξει στο
συμπέρασμα πως το κάπνισμα έχει να κάνει λιγότερο με τον εθισμό στη νικοτίνη
και περισσότερο με την ανάγκη για επιβεβαίωση. Έχει καθαρά μεταθετική ιδιότητα.
Και σου εξηγώ. Περιμένεις στον οδοντίατρο κι είσαι αγχωμένος και φοβισμένος.
Ένας μη καπνιστής θα μασά τη νύχια του, θα στρώνει τα ρούχα του, θα χτυπά τα
δάχτυλά του, θα ξεφυλλίζει γρήγορα ένα περιοδικό, θα παίζει με το κολιέ ή με τα
μανικετόκουμπά του. Ένας καπνιστής θα βγει να ανάψει τσιγάρο.

Το ξεψάχνισμα στη
ψυχολογία του τσιγάρου μου έβγαλε μελέτες που μιλούν για ξεκάθαρη σχέση μεταξύ
βρεφικού θηλασμού και καπνίσματος. Όσοι δε θήλασαν αρκετά μικροί ή πήραν νωρίς
μπιμπερό είναι η πλειοψηφία των καπνιστών και μάλιστα μανιωδών. Είσαι
καπνιστής, διαβάζεις όλα αυτά και πιστεύεις ότι είναι ένα μάτσο ξενέρωτες επιστημονικές
φλωριές? Dude, wake up, για σένα μιλάμε, που καπνίζεις μόρτικα το στριφτό χωρίς να αντιλαμβάνεσαι
ότι κάνεις ό,τι κάνει κι ένα παιδάκι που πιπιλά το δάχτυλο ή την κουβέρτα του
επειδή του λείπει το βυζί της μαμάς του και προσπαθεί να αναπαράγει την
ασφάλεια που ένιωθε όσο ήταν προσκολλημένο στο μητρικό στήθος. (φίλοι καπνιστές
στριφτών όπως ο Τρικ-ο μέντοράς μου στο κάπνισμα εννοείται πως αποτελούν
εξαίρεση)

Συμπέρασμα? Άσε
το τσιγάρο και πιάσε ένα βυζί. Κατά προτίμηση όχι της μάνας σου.

Είναι γνωστό
πλέον πως ξεκίνησα το κάπνισμα, οκέι βλακεία αλλά χέσε με το ξεκίνησα. Πλέον
μπορώ με σιγουριά να πω πως έχω εθιστεί, παρά τις διάφορες μαρτυρίες ότι ο
τρόπος που καπνίζω δε μου προσδίδει μαγκιά αλλά πρέπει να είναι κατεξοχήν
γελοίος. Έκανα μια μικρή προσπάθεια να το κόψω με αυτά τα αυτοκόλλητα νικοτίνης
που πουλάνε στο φαρμακείο, αλλά το ξέχασα κολλημένο στο μπράτσο μου και
κοιμήθηκα με αυτό με αποτέλεσμα να βλέπω έντονα και πολύχρωμα όνειρα που
έμοιαζαν να διαρκούν 10 ώρες και περιλάμβαναν πτεροδάκτυλους να με σηκώνουν
στον αέρα και να με πετάνε πίσω στην Κρήτη ενώ αυτοί έφευγαν για να φάνε
πλανήτες. You get the point. Το πρωί ξύπνησα και ούρλιαζα για ένα
τσιγάρο.

Μελέτες λένε πως
οι μικρότερες και γρηγορότερες ρουφηξιές ενεργοποιούν τον εγκέφαλο προσφέροντας
ένα υψηλότερο επίπεδο αντίληψης, ενώ οι πιο αργές ρουφηξιές ενεργούν ως
ηρεμιστικό. Αυτή η υποτιθέμενη χαλάρωση που προκαλεί το τσιγάρο δεν είναι
τίποτα άλλο από την αντιστροφή της έντασης και του εκνευρισμού που
δημιουργείται όταν η νικοτίνη στον οργανισμό του καπνιστή αρχίζει να μειώνεται.
Κάτι σαν να χτυπάς το κεφάλι σου με ένα σφυρί επειδή όταν σταματάς να το χτυπάς
νιώθεις καλύτερα.

Τώρα που το
καλοσκέφτομαι η γραβάτα που είπαμε πιο πάνω έχει τη λογική του τσιγάρου. Η μόνη
χρησιμότητά της είναι η ανακούφιση που σου προσφέρει όταν την ξεσφίγγεις και τη
βγάζεις.

Επειδή το
τελευταίο άτομο που μου τόνισε ότι το κάπνισμα δε μου πάει, δεν ήταν διόλου
φειδωλό στους χαρακτηρισμούς της (με στόλισε κανονικότατα για το πόσο της την
έσπαγε ο τρόπος με τον οποίο καπνίζω) έκατσα και το ξεψάχνισα μπας και βρω
κάποια άκρη.

Οι στυλάτες
γυναίκες λοιπόν (α ρε elekat για σένα δουλεύω που μου έλεγες ότι έκανες τρία τσιγάρα διαβάζοντας το
προηγούμενο ποστ!) που θέλουν να τραβήξουν τα βλέμματα κρατούν το τσιγάρο ψηλά
με τον καρπό λυγισμένο πίσω ώστε να τον επιδεικνύουν και το σώμα στητό,
αφήνοντας το μπροστινό τμήμα του εαυτού τους ακάλυπτο. Υποτίθεται πως η
επίδειξη του καρπού και το στητό κορμί είναι ένα υποσυνείδητο ερωτικό κάλεσμα,
σαν να δείχνεις ότι είσαι διαθέσιμη και πρόθυμη.

Οι άντρες
κατεβάζουν το τσιγάρο κάτω από το ύψος του στήθους μετά τη ρουφηξιά ενώ δεν
πρέπει να τεντώνουμε τα δάχτυλα ή να σπάμε τον καρπό και να φαινόμαστε
θηλυπρεπείς. Μερικοί το τσιμπάνε με τον αντίχειρα και το δείκτη ενώ σουφρώνουν
παράλληλα και τα φρύδια για περισσότερη μαγκιά.

Τέρμα με το
ξεψάχνισμα του τσιγάρου, θα σε ενημερώσω πώς τα πάω όταν το κόψω. Αν δεν είσαι
καπνιστής μην το ξεκινήσεις. Αν είσαι καπνιστής και θες να το κόψεις, δες μια
εικόνα που βρήκα εδώ. Είναι τόσο φρικιαστική που δεν άντεξα να την κοτσάρω στο blog.

Το άλλο που δεν
καταλαβαίνω είναι η ψυχολογία του γηπέδου. Μη φοβάσαι δε θα κάτσω να το αναλύσω
παρόλο που το έχω ξεψαχνίσει, θα σου πω απλά πως προχθές ήμασταν στο γήπεδο με τον
αδερφό μαζί με ένα συνάδελφό του για το Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός όπου η
τριφυλλάρα σήκωσε το πρωτάθλημα. Αν εξαιρέσεις 2-3 σκηνικά, ήταν τέλεια! Γουστάρω
το γήπεδο και τα αθλήματα και κατανοώ αυτή την ανάγκη για συντροφικότητα και
την ένωση κάτω από ένα κοινό σκοπό. Είναι η ίδια λογική με τη θρησκεία. ΠΑΟ,
θρησκεία, θύρα 13.

Αλλά άκου
σκηνικό. Στο πρώτο ημίχρονο είχαμε τη φαεινή ιδέα να αφήσουμε τις θέσεις μας
και να κάτσουμε στο πέταλο των φανατικών, για να νιώσουμε πιο πολύ τον παλμό
του γηπέδου βρε παιδί μου. Ε, καταλήξαμε εγώ, ο αδερφός κι ο συνάδερφος να
είμαστε 3 γομάρια όρθιοι ισορροπώντας σε 2 πλαστικές καρέκλες που ταλαντεύονταν
εν μέσω εκατοντάδων εκστασιασμένων οπαδών να τραγουδάμε συνθήματα για το πώς
γαμάμε τη μάνα του Γιαννάκη. Στην αρχή είχε το χαβαλέ του δε λέω. Όταν αρχίσαμε
να μη νιώθουμε τα πόδια μας, να μη βλέπουμε το γήπεδο από τα καπνογόνα κι οι
βάρκες-παπούτσια του αδερφού να πατάνε τα πόδια μου γιατί δε χωρούσαμε, εκεί
αρχίσαμε να τα βλέπουμε κωλυόμενα. Εκεί κι αν ένιωθα σαν να βρίσκομαι σε άλλο
πλανήτη.

Η φάση ξέφυγε
όταν μπαστακώθηκε πρεζάκι δίπλα μας, τίγκα μαστουρωμένο, από αυτούς που
μπαίνουν τζάμπα από τους συνδέσμους, μαστουρώνουν κι είναι έτοιμοι να βγάλουν
μαχαίρια με την πρώτη ευκαιρία. Πείραξε κάτι κοπέλες πίσω μας, του έριξαν
μερικές ψιλές και μετά έφυγε για τις πάνω κερκίδες. Σε μια φάση ένας  τύπος από τις πάνω κερκίδες με ντουντούκα που
φώναζε συνθήματα σταμάτησε για λίγο τα: «Έφαγες όλο το Σκλαβενίτηηη, Σχορτσιανίτηηηη,
Σχορτσιανίιιιιτη!» και άρχισε και φώναζε: «Ένα γιατρό, ένα γιατρό!». Έτρεξα όχι
τόσο από επαγγελματικό καθήκον, αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο να με πατάει ο
αδερφός κι ήθελα να φύγω από το πέταλο των φανατικών. 

Το πρεζάκι είχε
πέσει τέζα κι από πάνω του ήταν ένας μαλλιάς με τατουάζ κάτι διαόλους και ζώνη
με σφαίρες. Απορώ πώς τον άφησαν να την περάσει στο γήπεδο. Δε φορούσε μπλούζα
και ξεχείλιζαν τα μπυροκοίλια, ενώ είχε μια μαύρη φλέβα στο δεξί χέρι που
φράξει απτις πολλές ενέσεις. Αν συνεχίσει τις ενέσεις σε 2-3 χρόνια θα χάσει το
χέρι του. Ο τύπος λοιπόν έκανε το κλασικό που κάνουν όλοι όσοι βλέπουν κάποιον
λιπόθυμο. Τον είχε αρχίσει στα χαστούκια. «Άσε εμένα» του λέω κι όλοι τριγύρω
με κοιτούσαν λες και θα έπιανα εγώ σειρά για να τον βαρέσω. «Γιατρός είσαι?»
μου λέει ο μαλλιάς με τη μαυρισμένη φλέβα. «Σχεδόν» του κάνω, «Τι έχει πάρει?».
«Ό,τι παίρνεται» μου απαντάει.

Σφυγμό, αναπνοή
όλα κομπλέ, ο τύπος απλά είχε λιποθυμήσει απτη μαστούρα. Ζήτησα νερό από
τριγύρω, κάτι γκόμενες που κοιτούσαν φρικαρισμένες (άλλο πάλι κι αυτό-γκόμενες
στη θύρα των φανατικών) μου έδωσαν η μία φραπέ και η άλλη κοκα κόλα λες και θα
τον κερνούσαμε. Μόνο γλυκό συκαλάκι δεν έβγαλαν. Δεν ξέρω ακριβώς πώς
συνεφέρεις ναρκομανή όταν δεν ξέρεις τι έχει πάρει οπότε του έχυσα όλη την κοκα
κόλα στο πρόσωπο, μαζί με τα παγάκια. Ο τύπος ξύπνησε και παραμίλαγε ότι
κάποιον ψάχνει να του γαμήσει. Δε ρώτησα λεπτομέρειες.

Ρωτάω τον μαλλιά
με τη μαύρη φλέβα και τη ζώνη από σφαίρες αν είναι φίλος του. Ναι μου λέει.
«Βοήθησέ με να τον πάμε έξω», του κάνω. «Τι λε ρε μαλάκα και να χάσω τον αγώνα?».
Δε με τιμάει που το λέω αλλά ταλαντεύτηκα στο να τον παράταγα και να έφευγα.
Τον σήκωσα με το ζόρι, γεμίζοντας όλη τη μπλούζα μου με τον ιδρώτα του, πέρασα
το ένα χέρι του στο λαιμό μου και κουτσά στραβά ανεβήκαμε μέχρι την έξοδο.
Ευτυχώς μετά το λούσιμο με την κοκα κόλα περπάταγε με το ζόρι.

Ο καημένος μου
έλεγε χίλια ευχαριστώ, ενώ έλεγε πως ζαλίστηκε απτην πολυκοσμία και παραπάτησε.
Τον άφησα στους μπάτσους στην έξοδο. Δώσε βάση διάλογο.

«Τι έπαθε αυτός,
χάνει ο βάζελος και λιποθύμισε?»
«Δεν ξέρω καλό
είναι να τον κοιτάξει γιατρός» και του κάνω νόημα ότι κάτι έχει πάρει.
«Α κατάλαβα,
μαστούρης ε? Κι εσύ τι είσαι φίλος του?»
«Όχι, φοιτητής
γιατρός είμαι και λυπήθηκα να τον αφήσω εκεί κάτω»
«Μπα υπάρχουν και
βάζελοι γιατροί?»
«Εσύ γαύρος είσαι
ε?»
«Ναι, γιατί?» μου
κάνει.
«Μπάτσος και
γαύρος, αυτό είναι πιο νορμάλ».

Δεν κατάλαβε αν
αυτό που του είπα ήταν καλό ή κακό οπότε περιορίστηκε στο να πάρει σοβαρό ύφος
και να κόψει κάθε κουβέντα. Έκατσα εκεί μέχρι να έρθει κάποιος γιατρός να τον
κοιτάξει. Μόνο του λιπόθυμο με τους μπάτσους από πάνω δε θα τον άφηνα.
Εντωμεταξύ επειδή ήμασταν σε κεντρικό σημείο, περνούσαν αστυνομικοί κι έτσι
όπως τον έβλεπαν πεσμένο ερχόντουσαν να δουν τι τρέχει. Ο καθένας είχε τη δική
του ατάκα. Να τι άκουσα. Οι τύποι είναι γεννημένοι κωμικοί. «Τι έπαθε αυτός και
τέζαρε, έφαγε απτην καντίνα?», άλλος είπε «Τι έγινε ρε, πότε τον δείρατε και δε
με φωνάξατε?», «μαλάκα δεν τον σκεπάζει κανείς θα αρπάξει καμιά πνευμονία και
τέτοιο γουρούνι που είναι θα μας κολλήσει την γρίπη των χοίρων». Ντάξει τα έλεγαν για πλάκα και δε γινόταν να μη γελάσω. Μόλις έβλεπαν
εμένα δίπλα ρωτούσαν αν είμαι φίλος του ή αδερφός του. Τρέχα γύρευε.

Τελικά ήρθαν 2
νοσοκόμοι και τον κουβάλησαν, ενώ εγώ ανυπομονούσα να γυρίσω σπίτι να ξεπλυθώ
από τους ιδρώτες και τα σάλια του καημένου ναρκομανή. Αγόρασα μια μπλούζα απτη
μπουτίκ και άλλαξα. Τον υπόλοιπο αγώνα τον είδαμε σε πιο νορμάλ θέσεις και
χωρίς απρόοπτα. Από εκεί κι έπειτα περνούσαμε τέλεια, ενώ οι φωνές μας έκλεισαν
από τα συνθήματα. Ο αδερφός την επόμενη μέρα ανέβασε πυρετό. Στο γυρισμό κι ενώ
πηγαίναμε να χτυπήσουμε βρώμικο ο αδερφός με το συνάδελφό του έκαναν ότι είναι
γαύροι αδερφές και πάνε και καλά μαζί με το Γιαννάκη και τον Μπουρούση στο
λιμάνι του Πειραιά που έχει ναύτες. Έκλαιγα απτα γέλια.

Μπορεί οι
χούλιγκανς, τα πρεζάκια κι οι μπάτσοι να ήταν από τον πλανήτη Γη, αλλά ο
αδερφός, ο συνάδερφος κι εγώ νιώθαμε πως ήμασταν σε άλλο πλανήτη. Και το
χαιρόμασταν.

Και μπορεί το
αναλυτικό, ανήσυχο, ψυχαναγκαστικό μου μυαλό να με κάνει να θέλω να βρω τι υπάρχει
πίσω από το καθετί και να μου στερεί την ευχαρίστηση από τα περισσότερα
πράγματα κάνοντάς με να νιώθω ότι δεν ταιριάζω πουθενά, αλλά τι διάλο κάπου θα
έχει χρησιμότητα. Μένει να βρω πού.

Είναι μερικά εκατομμύρια άλλα πράγματα που
αδυνατώ να κατανοήσω και με κάνουν να νιώθω σαν να είμαι σε άλλο πλανήτη αλλά
αν τα αναφέρω όλα εδώ θα γράψουμε βιβλίο σε λίγο. Φαντάζομαι πως αυτό
λειτουργεί αμφίδρομα. Δύσκολα μπορούν να με κατανοήσουν και οι άλλοι. Όσοι όμως
τα καταφέρνουν (έστω αυτοί οι λίγοι) δύσκολα με αφήνουν να φύγω και δύσκολα
τους αφήνω να φύγουν. Χαίρομαι τουλάχιστον που έστω κι από αυτό το blog νιώθω πως υπάρχουν άνθρωποι με των
οποίων τα μυαλά μας κινούνται στα ίδια μήκη κύματος. Σπάνιο αυτό, δε νομίζεις?
Τουλάχιστον είναι κι άλλοι απτον ίδιο πλανήτη με τον δικό μου.