Αυγούστου, 2009

Guess who’s back

Το μυστικό για να περάσεις καλά στις διακοπές είναι να κάνεις του κεφαλιού σου. Στις διακοπές ο σωστός παραθεριστής δεν υπακούει σε κανόνες, δεν υπόκειται σε περιορισμούς, κάνει ό,τι θέλει, όπου θέλει και με όποιον/α θέλει. ;)

Η θητεία μου ως παραθεριστής έληξε για φέτος και προχθές γύρισα Αθήνα μετά από σχεδόν 1,5 μήνα συνεχόμενων διακοπών. Σε γενικές γραμμές πέρασα και γαμώ.

Όταν ο σκηνοθέτης των διακοπών σου είσαι εσύ ο ίδιος…

και όταν έχεις μαζί φίλους που πάντα φυλάνε τα νώτα σου…

δε διστάζεις να κινήσεις για μέρη μακρινά κι ονειρεμένα με προορισμό το άγνωστο και βάρκα την ελπίδα…

Επειδή πώς να το κάνουμε, εγώ κι η παρέα μου δεν είμαστε και οι πιο συνηθισμένοι τύποι κι επειδή όπως είπαμε στις διακοπές δεν υπάρχουν "πρέπει", "must" και κανόνες κάναμε περίπου ό,τι κάνει όλος ο κόσμος στις διακοπές του αλλά με λίγο πιο αντισυμβατικό τρόπο.

Επισκεφτήκαμε μνημεία…

(Καραισκάκης και Καραιτάβλης-phantom)


πάντοτε μελετώντας την ιστορία κάθε μνημείου

είδαμε μοναστήρια

όπου αφήσαμε και αφιερώσεις-ευχές στην Παναγίτσα

η δική μου είναι αυτή που λέει: "Να πάρουμε το πτυχίο! :) "

πήγαμε και σε μερικά εεεχμ άλλα "μνημεία"…(αργά το βράδυ)


phantoms


(πήγαμε να ποζάρουμε στους τάφους και δεύτερο βράδυ γιαυτό φοράω άλλο πουκάμισο)

γενικά είδαμε όλα τα αξιοθέατα κάθε περιοχής…

Κολυμπήσαμε…

(phantom προσπαθώντας να πνίξει τον Dreiko)


(Dreiko έχοντας καταφέρει να πνίξει τον phantom)

Μπήκαμε και σε πισίνες

Κάναμε κανό

(swift&phantom-δώσε βάση πόσο άσπρος είναι ο swift, αγγίζει τα όρια του φωσφοριζέ-στη φάση αυτή φύσαγε τόσο πολύ που ήταν άσκοπο να κάνουμε κουπί στη θάλασσα οπότε τα σηκώσαμε ψηλά και τα χρησιμοποιούσαμε σαν φτερά κρατώντας τα κόντρα στον αέρα μπας και στρίψουμε προς ξηρά)

Παίξαμε…


(Bingo)


(θρυλικό 7πορτο που κατάφερε ο Dreiko σε κάποιον)


(θρυλικό ρουά ματ που κατάφερα στον Dreiko-κάτι συνηθισμένο για τον γκραν μετρ phantom)

Καπνίσαμε

και ναργιλέ

Ήπιαμε


Αλέξη Τσίπρα (αλλ' έξη τσίπ'ρα a.k.a. άλλα έξη τσίπουρα, έτσι παράγγελναν στο χωριό του Dreiko. Εγώ στο τέταρτο έπαθα τη ζημιά)

Φάγαμε

και φάγαμε

και φάγαμε

μέχρι που σκάσαμε

Απολαύσαμε τη φύση και ήρθαμε σε στενή επαφή με την πανίδα κάθε περιοχής


(Ρήγας: η γάτα του Dreiko στην Κύπρο. Είχε την ικανότητα να συνομιλεί κανονικά με την αφεντικίνα του-unbelievable)


Η mother καθώς ταίζει στην αυλή μας τα υπέροχα αδέσποτα σκυλάκια και γατάκια
που υπάρχουν στο χωριό. Στο βάθος φαίνονται και οι γάτες που τρώνε δίπλα στα σκυλιά άφοβα, τα δύο είδη συμβιώνουν χωρίς να τρώγονται "σαν το σκύλο με τη γάτα".


(Θα μπορούσε να είχε γίνει ένα ωραίο στιφάδο και όχι έκθεμα)


(Το παίζω δήθεν αδιάφορος δίπλα σε ένα παγώνι που με το ζόρι φαίνεται καθώς προσπαθώ να το αιφνιδιάσω για να του βγάλω ένα φτερό. Φυσικά δεν τα κατάφερα, αλλά τελικά βρήκαμε ένα φτερό από μόνο του λίγο παρακάτω. Φαίνεται κάποιος πριν από μένα είχε προλάβει να το ξεπουπουλιάσει)

Και μπορεί να είμαστε διακοπές αλλά ποτέ δεν ξεχνάμε την ιδιότητά μας…

"Trust me I am a doctor" ;)

Νομίζω πως πήρες
μια αρκετή γεύση από τις διακοπές μου κι αν τις δικές σου διακοπές δεν τις
χόρτασες, μετά τις παραπάνω φωτό με τόση δόση phantom που έφαγες στη μάπα θα πρέπει να
σιχάθηκες το καλοκαίρι.

Τις πρώτες 2
βδομάδες των διακοπών τις πέρασα στην Κύπρο. Επειδή είδα κάτι σχόλια μερικών
που έλεγαν ότι οι Κύπριες είναι κοντές άσχημες και τριχωτές, θα πω πως στα μέρη
που πήγα εγώ παντού έβλεπες τριγύρω μελαχρινές κουκλάρες και όσο για τις
τρίχες…well παρόλο που
δεν ήρθα σε στενή επαφή με καμία, με αυτά που φόραγαν ειδικά στην παραλία τα
έβλεπα σχεδόν όλα και τρίχα δεν είδα ούτε για δείγμα! Και trust me μου βγήκαν τα μάτια στο κοίταγμα. Αυτό με το τρίχωμα γενικά πρέπει να
είναι φήμη που το λένε για όλες τις μελαχρινές κάτι που είναι λογικό γιατί πιο
έντονα φαίνονται οι μαύρες τρίχες παρά οι ξανθές και μάλιστα σε λευκό δέρμα. Ως
γνωστόν τη σημερινή εποχή με την αποτρίχωση, τα ξυραφάκια και τη φωτόλυση οι
μόνες τριχωτές γυναίκες είναι οι ΚΝίτισες και οι φεμινίστριες.

Την προφορά των
Κύπριων τη βρήκα απίστευτα χαριτωμένη ακόμα κι αν καταλάβαινα το 50% από όσα
έλεγαν. Αυτό που βρήκα σοκαριστικό ήταν ο τρόπος οδήγησής τους. Δεν είναι μόνο ότι
οδηγούν στην αντίθετη λωρίδα όπως οι Άγγλοι. Είναι ότι δεν ξέρουν να οδηγούν.
Έχουν αμαξάρες, με ανιχνευτές παρκαρίσματος, με ρυθμιζόμενα φώτα, με καθίσματα
που καταλαβαίνουν από το βάρος αν κάθεται κάποιος στο κάθισμα και χτυπάνε αν δε
φορέσεις τη ζώνη, με προσαρμοζόμενο κλιματισμό για κάθε θέση αλλά δεν ξέρουν να
τα οδηγούν. Κάθε φορά που μας πήγαιναν βόλτα κάναμε το σταυρό μας! Πινακίδες STOP δεν είχαν σχεδόν πουθενά. Ξαδέρφη
του Dreiko μας πήγε
εκδρομή ένα πρωί κι εκτός του ότι χαθήκαμε και πηγαινοερχόμασταν από το ίδιο
σταυροδρόμι 3-4 φορές, εκτός του ότι κόρναρε σε οποιονδήποτε ήταν μπροστά της
γιατί ένιωθε ότι της έκλεινε το δρόμο, έκανε και το εξής φοβερό. Σε δρόμο
διπλής κατεύθυνσης πάνω σε κάτι βουνά οδηγούσε στη μέση του δρόμου (έπιανε
δηλαδή και την αντίθετη λωρίδα) και σε στροφές που δεν είχε ορατότητα για να
μην τρακάρει με αμάξι που θα ερχόταν από απέναντι δεν καθόταν στη λωρίδα της
αλλά συνέχιζε στη μέση του δρόμου και απλά κόρναρε επίμονα για να τον
ειδοποιήσει!

Ένα βράδυ πήγαμε
και σε κάτι παραδοσιακούς κυπριακούς χορούς όπου σε μια φάση τυπάκος στερέωσε
17 ποτήρια στο κεφάλι του! Damn! Μαρέσει να βλέπω τέτοια ακροβατικά γιατί από μικρός σε παρόμοια σόου είχα
την προσμονή να πέσουν όλα, να φύγουν γυαλιά και να χτυπήσουν τα παιδάκια
που καθόντουσαν μαγεμένα στην μπροστινή σειρά, να γλιστρήσει και να του
καρφωθεί κανα γυαλί στην καρωτίδα και τέτοια. Είμαι πολύ κακός άνθρωπος το ξέρω
αλλά come on, στο τσίρκο όταν ο θηριοδαμαστής βάζει το κεφάλι
του μέσα στο ανοιχτό στόμα του λιονταριού ποιος δεν εύχεται το λιοντάρι να
κλείσει το στόμα του και να καταπιεί το κεφάλι σαν να ήταν καραμέλα Mentos? Όλοι αυτό περιμένουμε φαντάζομαι και το
ξεφύσημα που ακούγεται όταν ο θηριοδαμαστής βγαίνει αλώβητος με το κεφάλι στη
θέση του δεν είναι από ανακούφιση του κοινού που δεν τον έφαγε το λιοντάρι αλλά
από απογοήτευση που επέζησε και δεν είδαμε λίγο gore θέαμα να γουστάρουμε.

Εδώ ο τύπος που
στερέωσε τα 17 ποτήρια στο κεφάλι του.

Κι εδώ όταν
ζηλέψαμε και κάναμε κι εμείς κάτι ισορροπίες με τις μουστάρδες και τις κέτσαπ
σε ένα εστιατόριο.

Μετά την Κύπρο
στο καπάκι πήγα στο χωριό μου. Είναι ένα χωριουδάκι της Θήβας με την ονομασία
Δομβραίνα.

Με το χωριό αυτό δεν έχω καλή σχέση. Έχει έναν κεντρικό δρόμο που
περνάει μπροστά από την κεντρική καφετέρια του χωριού, όπου όλα τα τραπέζια
είναι παραταγμένα να κοιτάνε το δρόμο και να κουτσομπολεύουν όποιον περνάει. Ο
δρόμος είναι πασαρέλα κανονική και όλοι όσοι κάθονται κοιτάζουν αυτούς που
περνούν από πάνω μέχρι κάτω. Ένιωθα τα βλέμματά τους να γλιστράνε πάνω μου,
άκουγα τους ψιθύρους «Ο γιος της Α. είναι αυτός? Ο γιατρός? Ακόμα να πάρει
πτυχίο?», ειλικρινά θέλω πολύ να κάνω εκεί το αγροτικό μου και να πεθάνω
μερικές γριές που έχω άχτι. Για να καταλάβεις τι μικρόψυχοι άνθρωποι που είναι,
η μάνα μου έχει συνήθειο να διατυμπανίζει ότι πέρασα ιατρική (γιαυτό συνήθως
αποφεύγω να κυκλοφορώ μαζί της) και μια μέρα είχε έρθει μια γριά επίσκεψη, τότε δεν
είχα πάρει μεταγραφή από Λάρισα ακόμα.

Mother: Να κι ο
Βασίλης, σπουδάζει γιατρός στη Λάρισα.

Γριά: Μπα, έχει
ιατρική η Λάρισα? Δε νομίζω… τι γιατρός? Κτηνίατρος?

Mother: Τι
κτηνίατρος καλέ, γιατρός κανονικός, χειρούργος πώς το λένε!

Γριά: Τστς, δεν έχει
ιατρική η Λάρισα, κάτι άλλο θα σπουδάζει και θα μπερδευτήκατε…

Mother: Τι λες
κυρά μου, δεν ξέρει τι σπουδάζει το παιδί, εσύ θα μας πεις?

Γριά: Κτηνιατρική
μπορεί να έχει, αλλά ιατρική μπαααα…

Αυτή το χαβά της,
η mother είχε αλλάξει
10 χρώματα, εγώ είχα λιώσει στο γέλιο. Τις προάλλες σε μία από τις 4 απίστευτες
κοντινές παραλίες που έχει το χωριό καθώς έκανα βουτιές με κάτι γυαλιά θαλάσσης
και χάζευα στο βυθό άκουγα από πίσω μου «Γιατρέ να σας πω λίγο? Συγνώμη
γιατρέ?». Εγώ προχώραγα και βούταγα γιατί χαίρομαι σαν μικρό παιδί τις βουτιές
και δεν έδινα σημασία στις φωνές. «Γιατρέ να σας ρωτήσω κάτι, είμαι φίλη της
μητέρας σας, έχω υπέρταση και παίρνω τα τάδε φάρμακα…». Συνειδητοποίησα ότι σε
μένα μίλαγε. Κλασική περίπτωση είχε πάει στον καλύτερο γιατρό, της είχε
συνταγογραφήσει κάποια φάρμακα κι ερχόταν σε μένα ένα φοιτητή ιατρικής, ούτε
καν ανειδίκευτο γιατρό για να της πω αν ήταν καλά τα φάρμακα που της έγραψε
κάποιος που μπορεί να ήταν και καθηγητής μου. Όταν της το εξήγησα με κοίταξε
ενοχλημένη και μου είπε: «Συγνώμη κιόλας, αλλά θεώρησα σωστό να ζητήσω μια
δεύτερη γνώμη». «Να τη ζητήσετε τη δεύτερη γνώμη αλλά από κάποιον καλύτερο ή
εξίσου καλό με το γιατρό σας, εγώ μπορεί να γίνω οφθαλμίατρος ή ψυχίατρος ξέρω
γω, θα ρωτούσατε ποτέ τον οφθαλμίατρό σας για την υπέρταση?». Έφυγε
προσβεβλημένη και τα είπε όλα στη μάνα μου. Η μάνα μου φουρτούνιασε, θα πρέπει να
ξεκινήσεις δημόσιες σχέσεις μου λέει, θα κάνεις πως τα ξέρεις όλα για να τους
έχεις πελάτες μετά, ρεζίλι με έκανες πάλι. Μου κράταγε μούτρα για 2 μέρες.

Δεν αντέχω πολύ
στο χωριό οπότε έκατσα λίγες μέρες και την έκανα για Βόλο. Ο Βόλος παρόλο που
δεν με ξετρέλανε όπως η Κύπρος έχει το φοβερό πλεονέκτημα ότι μπορεί τη μια
στιγμή να βρίσκεσαι σε μια πανέμορφη παραλία και σε ένα τέταρτο με το αμάξι να
βρεθείς σε ένα ψηλό καταπράσινο βουνό με θέα όλο τον Βόλο στο πιάτο. Εκεί
έκατσα μια βδομάδα κι ο λόγος που πήγα ήταν περισσότερο αισθηματικής φύσεως
παρά τουριστικής. Μια φίλη μου που μένει Αθήνα μαζί με την οικογένειά της μου
είχε δώσει τα κλειδιά για το σπίτι που έχουν στο Βόλο κρυφά από τους γονείς της
γιατί είναι λίγο αυστηροί, αλλά με είχε ειδοποιήσει ότι μπορεί οι γονείς της να
ξεκινήσουν απροειδοποίητα από Αθήνα και να είμαι σε ετοιμότητα αν με
ειδοποιήσει να τα μαζέψω, να τακτοποιήσω τα πάντα σαν να μην πέρασε άνθρωπος
και να φύγω. Έτσι με το ανήσυχο, νευρικό κι απαισιόδοξο μυαλό που κουβαλάω τις
πρώτες μέρες τις πέρασα φρικάροντας και αναπηδώντας με κάθε θόρυβο νομίζοντας
πως ήρθαν οι γονείς της και θα με έπιαναν στα πράσα στο ξένο σπίτι λες και
ήμουν κανας κλέφτης. Σκεφτόμουν και σενάρια τι θα γινόταν αν δεν προλάβαινε να
με ειδοποιήσει κι έφταναν Βόλο και μπούκαραν στο σπίτι ενώ ήμουν στην τουαλέτα ξέρω γω. Τι θα
τους έλεγα, μισό λεπτάκι χέζω και βγαίνω να σας τα εξηγήσω όλα?

Μετά από καναδυο
μέρες το πήρα απόφαση ό,τι είναι να γίνει ας γίνει κι έχοντας και καλή παρέα
χαλάρωσα και περάσαμε πολύ όμορφα. Το καρδιακό πήγα να το πάθω όταν ένα βράδυ
μου τηλεφώνησε η φίλη μου από Αθήνα και με ειδοποίησε πως μέιντει! μέιντει! οι
γονείς της τσακώθηκαν κι η μάνα της ερχόταν εσπευσμένα Βόλο. Σε μισή ώρα έβαλα
τη συντροφιά μου να κάνει λαμπίκο το σπίτι και να εξαφανίσει κάθε ίχνος μας από
εκεί και μετά από μια τηλεφωνική έρευνα που μου έκανε ο swift στα φθηνά ξενοδοχεία του Βόλου την
πήρα και πήγαμε και μείναμε ένα βράδυ σε ένα μέρος της κακιάς ώρας. Τελικά η
μάνα της φίλης το μετάνιωσε και γύρισε Αθήνα οπότε έκατσα λίγες μέρες ακόμα στο σπίτι.

Εντωμεταξύ όσο
ήμουν στο ξένο σπίτι προσπαθούσα να πειράζω όσο μπορούσα λιγότερα πράγματα.
Αλλά ως λιχούδης και ασυγκράτητος από τη φύση μου δεν άντεξα κι έψαξα
εξονυχιστικά το ψυγείο. Ανακάλυψα ένα οικογενειακό παγωτό και σκέφτηκα κάτσε να
τσιμπήσω λίγο σιγά μην καταλάβουν ότι λείπει. Έτρωγα λίγο το έκλεινα, μετά πάλι
το άνοιγα, έλεγα έλα μώρε λίγο ακόμα ποιος θα το καταλάβει και το ξανάβαζα στο
ψυγείο. Μετά το ξανάνοιγα και ξαναέτρωγα μέχρι που κατέληξα να το φάω όλο και
να αφήσω μόνο 2 κουταλίτσες ούτε που φαινόντουσαν. Το ίδιο έκανα και με μια
μαστίχα που βρήκα στο ψυγείο και με μια nutella καθώς και με τον καφέ (γιατί βρήκα και μια φοβερή
μηχανή για φραπέ κι έφτιαχνα συνέχεια). Δεν τσίμπησα απλώς, τα άδειασα σχεδόν όλα τα βαζάκια κι
άφησα μόνο υπολείμματα για ξεκάρφωμα. Φεύγοντας αγόρασα ένα οικογενειακό παγωτό και το άφησα στην κατάψυξη, δεν ήταν το ίδιο με αυτό που τους έφαγα γιατί δε βρήκα ίδιο πουθενά, αλλά τουλάχιστον τους άφησα ένα παγωτάκι(το οποίο είχα τσιμπολογήσει λίγο και αυτό). Μη φανώ και γύφτος.

Την πρώτη φορά
που πήγα Βόλο αν θυμάται κανείς το ποστ, είχαμε πάει σε ένα στοιχειωμένο σπίτι
και είχαμε επισκεφτεί κι ένα νεκροταφείο με ένα φοβερό τάφο. Αυτή τη φορά πήρα
τη συντροφιά μου για μια ρομαντική μίνι πεζοπορία σε κάτι καταπράσινα μονοπάτια
δίπλα σε μια λίμνη γεμάτη πέστροφες κι εκεί που περπατούσαμε ανακαλύψαμε ένα
παλιό εγκαταλειμμένο νεκροταφείο σε μια πλαγιά με ανοιχτούς σπασμένους τάφους
όπου ο πιο πρόσφατος θαμμένος εκεί μέσα είχε πεθάνει το 1890! Οι φωτό παραπάνω
απτα νεκροταφεία δεν ήταν από το Βόλο αλλά από το νεκροταφείο του χωριού μου,
στο οποίο πήγαμε και 2 φορές μάλιστα, όλες βράδυ!

Οι Βολιώτισες σαν
γυναίκες δε συγκρίνονται με τις Κύπριες, δεν το συζητώ ήταν κλάσης κατώτερες.
Ντάξει οι οδηγοί είναι καλύτεροι απτους Κύπριους, σαν τους Κύπριους οδηγούς δε
βρίσκεις πουθενά στον κόσμο απλά το σπαστικό με το Βόλο ήταν ότι είχε φανάρια
σε κάθε διασταύρωση. Βρε και μικρό στενάκι να ήταν που να μην περνούσε ψυχή, θα
είχε φανάρι. Τους πήρα χαμπάρι κι έκτοτε δε σταμάταγα σε κανένα κόκκινο. Όπως
ήταν φυσικό με σταμάτησε ένας τροχονόμος σε ένα στενάκι ξεχασμένο απτο Θεό. Τον
είχα δει που καθόταν σε ένα τσιπουράδικο αλλά πού να φανταστώ ότι θα σηκωνόταν
με τη σφυρίχτρα να με σταματήσει. Τον έβλεπα απτον καθρέφτη να μου σφυρίζει και
να μου κάνει νοήματα. Σταμάτησα, ήρθε στο παράθυρο και μύριζε τσίπουρο.

«Περάσατε με
κόκκινο…» μου λέει.

«Πωπωωω εμ ναι.»

«Δεν ξέρεις ότι
στο κόκκινο σταματάμε?»

«Εεε είμαι από
Αθήνα και ψάχνω μια οδό εδώ στα στενά και μπερδεύτηκα»

«Κι επειδή είσαι
από Αθήνα? Εκεί δε σταματάτε στα κόκκινα?»

«Σταματάμε αλλά
στην Αθήνα οι τροχονόμοι είναι όρθιοι στο δρόμο. Και εεμμμ δεν πίνουν…».

Μαγκώθηκε λίγο
και μου είπε ότι δεν έπινε απλά συζητούσαν κάτι διαδικαστικό για την τροχαία. Yeah right.

«Κι αν περνούσε
άλλο αμάξι και τρακάρατε και τον σκότωνες?

Γύρισα κοίταξα το
δρομάκι απόπου πέρασα το κόκκινο. Τόση ώρα όχι αμάξι, ούτε γάτα δεν πέρασε.

«Αν ο άλλος ήταν τόσο
γκαντέμης να συναντηθούν 2 αυτοκίνητα σε αυτό το δρόμο, τότε και να σταμάταγα
εγώ στο κόκκινο, θα τον χτύπαγε κεραυνός λίγο παρακάτω».

Δεν φάνηκε να
κατάλαβε τι του είπα.

«Καλά επειδή
φοράς ζώνη στη χαρίζω, αλλά μη σε ξαναπετύχω».

Μετά το Βόλο πήγα
πάλι χωριό όπου ήρθε ο swift και κινήσαμε προς Καρδίτσα για το χωριό του Dreiko αφού πρώτα περάσαμε από το χωριό
του swift για να πάρει
κάτι πεντανόστιμα παλαμιώτικα λουκάνικα. Το χωριό του Dreiko ονόματι Βλάση, Αύγουστο μήνα το
βράδυ είχε 16 βαθμούς θερμοκρασία. Τίγκα στο πράσινο, τίγκα στα άφθονα νερά που
τρέχουν, τίγκα στους χαμογελαστούς ευγενικούς ανθρώπους και τίγκα στα τσίπουρα.
Ένα βράδυ κίνησα αποφασισμένος να πιω, ήπια 4 τσίπουρα (τα μπουκαλάκια) σε 1-1,5
ώρα. Με βάρεσαν κατακούτελα όπως ήταν φυσικό και γυρνώντας σπίτι με
γονείς δικούς μου κ του Dreiko μαζεμένους να μας περιμένουν, το έπαιξα χαλαρός και cool όσο ήμουν στο χωλ για να μην καταλάβει
κανείς τίποτα μέχρι που κλείστηκα στην τουαλέτα και βγήκα μετά από μία ώρα
έχοντας αφήσει ενθύμιο στη μπανιέρα μερικά λίτρα από τα υγρά του στομαχιού μου.
Όση ώρα ήμουν στην τουαλέτα καθόμουν στο μπιντέ αναπνέοντας αργά και βαθιά με κατεβασμένα παντελόνια και
τους αγκώνες στα γόνατα, παίζοντας με το κινητό και στέλνοντας μεθυσμένα ερωτικά μηνύματα που τα διάβασα και κοκκίνησα το επόμενο πρωί, προσπαθώντας να εστιάσω στο κρεμοσάπουνο απέναντι το
οποίο στριφογύριζε συνέχεια. Όταν σηκώθηκα από το μπιντέ, γονάτισα δίπλα στη
μπανιέρα κι έβγαλα ό,τι δεν είχα προλάβει να χωνέψω εκείνες τις μέρες κι ένιωσα
πολύ καλύτερα. Εκείνο το βράδυ ο Dreiko με στήριξε και κατά τη διάρκεια του γυρισμού που παραπατούσα
και κατά το κράξιμο απτους γονείς που με είδαν να γυρίζω πίτα. I won't forget it.

Πήγαμε μια βόλτα
κι από τη λίμνη Πλαστήρα μια απίστευτη τοποθεσία που θυμίζει ελβετικά τοπία.

Μετά πήρα τα παιδιά
και ξαναγυρίσαμε στο χωριό μου. Το χωριό όταν έχεις καλή παρέα είναι υπέροχο κι
έχει και μια απίστευτη παραλία-χωριό που λέγεται Σαράντη την οποία τη λατρεύω!

Με τα παιδιά γυρίσαμε όλα τα ωραία μέρη του χωριού. Βοηθήσαμε και λίγο στο να μαζέψουμε αλάτι σε μια Αλυκή.

Στο σημείο αυτό να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον swift που έβγαλε αρκετές από τις άνωθεν
φωτό κι ήταν ο πιο πρόθυμος κι επίμονος φωτογράφος που ξέρω!

Μετά το χωριό την
ξαναέκανα για Βόλο κι έμενα στο ίδιο σπίτι που έμενα και την πρώτη φορά αλλά
αυτή τη φορά είχε έρθει μαζί και η φίλη μου που είχε το σπίτι οπότε δεν ανησυχούσαμε μήπως έρθουν οι
γονείς της απροειδοποίητα. Στο χωριό μου έκανα κανό, σε μια παραλία του Βόλου
νοικιάσαμε ποδήλατο που είχε ενσωματωμένη τσουλήθρα επάνω για να κάνεις
βουτιές. Ήταν τέλειο, σε μια φάση ήταν κάτι τύποι με ένα άλλο ποδήλατο
παραδίπλα και δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε αλλά καταλήξαμε να κάνουμε αγώνα
δρόμου ποιος θα βγει πρώτος στη στεριά. Εγώ με ένα φίλο μου να ποδηλατούμε, η
μια κοπέλα να είναι στην κορυφή της τσουλήθρας σαν καπετάνιος κι η άλλη να
πλατσουρίζει τα πόδια της από πίσω κι οι αντίπαλοί μας 2 γομάρια με ξυρισμένα
κεφάλια να ανοιγοκλείνουν τους υπερτροφικούς τετρακέφαλούς τους σαν γιγαντιαίες
τανάλιες. Παρόλαυτα κερδίζαμε έδαφος μέχρι που πέσαμε σε κάτι σημαδούρες και
μπλέχτηκαν σχοινιά κάτω απτο ποδήλατό μας κι όχι μόνο πρώτοι δε βγήκαμε στη
στεριά αλλά κάναμε και μισή ώρα να τα ξεμπλέξουμε.

Ένα πρωί που
βγήκαμε μια βόλτα στο Πήλιο είχαν ξεσπάσει φωτιές σε μια πλαγιά. Κάτσαμε σε μια
καφετέρια και είχαμε θέα την πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει και το ελικόπτερο που
προσπαθούσε να τη σβήσει, κρίμα για τη φωτιά αλλά ήταν τρελό σόου η όλη φάση. Ρώτησα
το σερβιτόρο αν έχει ξαναπιάσει φωτιά σε αυτό το μέρος και μου είπε πως 40
χρόνια που ζει εδώ δεν έχει δει ποτέ. «Γκαντέμη!» μου είπε η κοπέλα που ήταν
μαζί. «Έπιασε φωτιά την πρώτη μέρα που ήρθες εσύ!» Ήπια μια γουλιά απτη
λεμονάδα Εψα μου χωρίς να πω κουβέντα.

Φεύγοντας από
Βόλο, πήγα για μια ώρα Λάρισα για να πάρω το τρένο για Θήβα και πρόλαβα και είδα τα γνώριμα μέρη εκεί. Συνειδητοποίησα πως από τη Λάρισα θυμόμουν σχεδόν τα πάντα, παρόλο που πολλά άλλαξαν στην πόλη, κυρίως προς το καλύτερο. Τελικά ξαναγύρισα χωριό για να κάνω τα τελευταία μπάνια και τώρα επιτέλους
μαζεύτηκα Αθήνα. Και μόνο η μυρωδιά του καυσαερίου, οι γκρίζοι τοίχοι στις
παλιές πολυκατοικίες, η βαριά μυρωδιά χλωρίνης κι απροσδιόριστων οσμών από την
πολυκοσμία στο μετρό, οι κατσούφηδες οδηγοί, η ιδέα ότι ξεκινάμε εξεταστική σε
λίγες μέρες όλα αυτά με κάνουν να πάω να πέσω στις φλόγες που κατακαίουν όλη
την Αθήνα.

Λίγα πράγματα με
κάνουν να χαίρομαι που γύρισα. Ένα από τα βασικότερα είναι αυτός εδώ.

Ο Μαξ (αυτή τη στιγμή τον έχω δίπλα μου κ ροχαλίζει-όσο ροχαλίζουν οι γάτες τελοσπάντων)

Γυρνώντας από το
χωριό και μπαίνοντας σιγά σιγά στα όρια της Αθήνας έβλεπες παντού τριγύρω σου
εστίες πυρκαγιών, αεροπλάνα να βουίζουν και καπνούς να περικυκλώνουν την πόλη.
Λες και μας βομβάρδιζαν. Συνειδητοποίησα ότι δε με άγγιζε το θέαμα. Ας τα κάψουν
όλα αφού δεν πρόκειται να βάλουμε μυαλό.

Φωτό τραβηγμένη απτο παρμπρίζ καθώς μπαίναμε Αθήνα. Τα άσπρα δεν είναι σύννεφα αλλά καπνοί που μας περικύκλωναν από παντού.

Βασικά σε αυτή τη
φάση τίποτα δε με αγγίζει, είμαι ακόμα διακοπές. Σε 1,5 μήνα κατάφερα και έκανα ταξίδια,
μπάνια, έφαγα, ήπια, μέθυσα, ξέρασα, γνώρισα καλύτερα τους φίλους μου,
έκανα κι άλλους φίλους, γνώρισα κοπέλες, σκίρτησαν τα αισθήματά μου για μια από αυτές, μαύρισα, ξεκουράστηκα, κουράστηκα,
καταξόδεψα, διασκέδασα… Πνευματικά είμαι ακόμα διακοπές λοιπόν και δε με βλέπω να γυρίζω
ποτέ…το μυαλό μου είναι ακόμα σε μια παραλία να πετάει βοτσαλάκια στη θάλασσα!

Αγνοείται

Phantom is missing… (somewhere in Greece)

Αν δεν κλείσω 1,5 μήνα σερί διακοπών, εγώ Αθήνα δεν πρόκειται να γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει!

Να προσέχετε, να περνάτε καλά και να μην με ξεχνάτε!
Talk to u soon :)