Σεπτεμβρίου, 2009

Στις οθόνες σας

Προσπάθησε να μη
φωνάξεις δυνατά από φόβο αλλά αρχίζω και διαπιστώνω πως σιγά σιγά η κοινωνία
μας καταρρέει. Όλα φαίνονται να πηγαίνουν στραβά. Τώρα που η χώρα πάει
εσπευσμένα για εκλογές, βγήκαν όλα στη φόρα: η οικονομία μας βρίσκεται σε
διάλυση, το εθνικό χρέος διογκώθηκε όσο πάει, κάψαμε το λιγοστό πράσινο που
είχε απομείνει, το αγαπημένο φετινό σίριαλ ήταν οι αποκαλύψεις των σκανδάλων
των πολιτικών και ο Παναθηναϊκός δεν προκρίθηκε στους προκριματικούς για το Champions League.

Σε τι κόσμο θα
φέρουμε τα παιδιά μας? Πότε ο Σισέ θα βάλει γκολ?

Το θέμα είναι
ένα. Ότι όλα αυτά τα ξέρουμε. Τα ξέραμε από την αρχή, οι πολιτικοί κλέβουν,
κατά συνέπεια η κοινωνία θα πάει κατά διαόλου όσο για τον Παναθηναϊκό δεν
πρόκειται να κάνει ομάδα στο ποδόσφαιρο τα επόμενα 10 χρόνια. Αλλά κλείναμε τα
μάτια στα προβλήματα, όπως κάνει μια απατημένη σύζυγος που πιστεύει τον σύζυγο
όταν αυτός γυρίζει σπίτι τα ξημερώματα ζέχνοντας γυναικεία κολόνια κι έχοντας
δυο πιπιλιές στο λαιμό και της λέει σαν δικαιολογία πως οι πιπιλιές είναι
σημάδια γιατί πάλεψε με δυο πακιστανούς που προσπάθησαν να του πάρουν το
πορτοφόλι κι ένας απτους δύο φορούσε Magnifique της Lancome.

Το μόνο που
κάνουμε τα τελευταία χρόνια είναι να κλείνουμε τα μάτια κι όταν φτάνει ο κόμπος
στο χτένι να προσποιούμαστε πως «πέφτουμε απτα σύννεφα». Η βία στα γήπεδα
υπάρχει χρόνια αλλά όταν σκοτωθεί κάποιο νέο παιδί από συμπλοκή όλοι σπεύδουν
λυπημένοι να καταδικάσουν την ενέργεια. Πυρκαγιές ξεσπάνε κάθε καλοκαίρι. Κάθε
καλοκαίρι! Και το μόνο που γίνεται είναι να κράζουμε τους ελλιπείς μηχανισμούς
για καμιά βδομάδα, να τα ρίχνουμε στον «στρατηγό άνεμο» ή στις πολλαπλές εστίες
φωτιάς και μετά να τα ξεχνάμε. Πολιτικά σκάνδαλα υπήρχαν για χρόνια, γιατί
εκπλησσόμαστε με κάθε καινούργιο που βγαίνει στη δημοσιότητα τουλάχιστον μια
φορά το μήνα?

Δηλαδή τι άλλη
αποκάλυψη χρειάζεται να μάθεις, που δεν την ξέρεις ήδη για να πάψεις να το
παίζεις έκπληκτος? Ότι τα κουίζ στην τηλεόραση όπου χρειάζεται να πάρεις
τηλέφωνο είναι στημένα? Ότι η οικονομική κρίση είναι κατασκεύασμα των τραπεζικών?
Ότι τα ΜΑΤ βαράνε τους φοιτητές? Ότι οι γιατροί παίρνουν φακελάκια? Μετά τι
άλλο θα διαπιστώνεις και θα απορείς? Ότι το οξυγόνο δεν έχει γεύση? Ότι οι
αγελάδες δεν είναι καλές στο water polo? Ότι τα παιδιά είναι υπερεκτιμημένα? Come on, τα ξέρουμε όλα αυτά, enough is enough.

Πάρτο χαμπάρι η
κοινωνία μας είναι σάπια μέχρι το κόκαλο. Σε τι όμως μπορούμε να πιστέψουμε? Τι
είναι αυτό που έχει απομείνει ώστε να πατήσουμε πάνω του και να κάνουμε την
επανάστασή μας?

Το internet. Μπορούμε
να το εμπιστευτούμε αυτό? Φυσικά όχι. Δώσε του 6 μήνες και πιθανότατα θα
ανακαλύψουμε ότι το Google ράβεται από ορφανά που δουλεύουν 12ωρα για ψίχουλα σε βρώμικα
εργοστάσια στην Κίνα. Ή ότι το Wi-Fi ψήνει τον
εγκέφαλό σου, καίγοντας εκείνο το κομμάτι που έχει αποθηκεύσει τις πιο
ευχάριστες αναμνήσεις και αντικαθιστώντας τις με σχέδια από αλλήθωρες
νυχτερίδες και μια έντονη μυρωδιά εμετού. Είμαι σίγουρος ότι αυτή τη στιγμή που
μιλάμε γυρίζεται ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας που θα περιγράφει ένα κόσμο
όπου ξαφνικά ανακαλύπτεται πως το ασύρματο ίντερνετ νεκρώνει τον ανθρώπινο
εγκέφαλο, κλέβοντάς μας σιγά σιγά κάθε συναίσθημα. Ο πρωταγωνιστής με τη σέξυ
συμπρωταγωνίστρια που θα φορούσε μόνο μπικίνι (δικιά μου είναι η ταινία οκέι?)
θα πάλευε να βρει ελεύθερο σημείο που να μη δέχεται την ακτινοβολία του WiFi μπας και σώσει τη ζωή του. Στο τέλος θα
υπέκυπτε κι αυτός, θα γινόταν ένα ζόμπι σαν τους υπόλοιπους βάζοντας συνεχώς
πρώτη και όπισθεν στο αμάξι του περνώντας πολλές φορές πάνω από τα παιδιά του
νηπιαγωγείου της γειτονιάς του. Θα έσπαγε τα ταμεία. Θα είχε τίτλο: «Πφ σιγά, η
καθημερινότητά μας σε μερικά χρόνια».

Τι άλλο μπορούμε
να εμπιστευτούμε? Την κοινωνία? Τους ανθρώπους γύρω μας? Αμφιβάλλω. Το πιο
πιθανό είναι να μην είμαστε καν αληθινοί, είναι πολύ πιθανό τα πάντα τριγύρω να
είναι κάτι σαν το Matrix και οι επιτυχημένοι γύρω μας να είναι αυτοί που έχουν προπληρώσει για
να έχουν μια ευτυχισμένη ζωή. Έτσι θα εξηγούνταν γιατί η κοινωνία μας είναι
τόσο άδικη, γιατί όλη η πλέμπα έχει διασημότητα και λεφτά και γιατί οι ωραίες
γκόμενες πάνε με τους μαλάκες. Οπότε μην εμπιστεύεσαι κανέναν, μάλλον όλα γύρω
σου είναι ένα μάτσο πίξελ. Η γκόμενα απέναντι? Πίξελ. Οι συνάδελφοί σου? Πίξελ.
Εσύ? Ένα πίξελ. Ένα γαμωπίξελ. Ούτε τα παπούτσια σου δεν είναι αληθινά, για
όνομα του Θεού.

Όταν η κοινωνία
γύρω σου καταρρέει ούτε καν την ίδια σου τη γλώσσα δε μπορείς να εμπιστευτείς. Ακόμα
κι οι λέξεις αυτές δε βγάζουν νόημα. Τα φωνήεντα και τα σύμφωνα που ακούς στο
αυτί του μυαλού σου δημιουργούνται από κάτι άσπρα στίγματα στην οθόνη σου. Από ασήμαντα
ιερογλυφικά. Από σχεδιάκια. Αυτό κάνεις αυτή τη στιγμή, κοιτάς σχεδιάκια και τα
ακούς στο κεφάλι σου. Όταν διαβάζεις τη λέξη «εμπιστοσύνη» μπορείς να το
εμπιστευτείς αυτό? Γιατί, αφού είναι απλά σχεδιάκια!

Αυτές τις στιγμές
η πίστη μας καταρρέει, χρειαζόμαστε επειγόντως νέους θεσμούς να πιστέψουμε.
Γρήγορα, γρήγορα, αλλιώς θα αρχίσουμε να λατρεύουμε έντομα.

Τι θα κάνουμε
λοιπόν? Προσωπικά μία λύση έχω να προτείνω. Πίστεψε στον phantom, σε μένα. Από τη μεριά μου έχεις το
ελεύθερο να στηρίξεις όλες τις ελπίδες σου πάνω μου, να με πιστέψεις, να με
λατρέψεις, να με θαυμάσεις, να με ερωτευτείς, γιατί όχι να μου κάτσεις κιόλας
(μόνο αν είσαι ξανθιά δίμετρη πυρηνική φυσικός με προϋπηρεσία στο modeling).

Είναι αυτό καλή
ιδέα? Φυσικά και όχι. Γιατί στην ουσία η σχέση η δική σου (εσένα που με
διαβάζεις τώρα) με μένα τον phantom είναι απλά η σχέση που έχεις με την οθόνη σου. Εγώ είμαι μόνο ένας τύπος
που κάθεται πίσω από τη δική του οθόνη και που επιλέγει ποια ιερογλυφικά θα
σχηματιστούν στη δική σου οθόνη για να τα διαβάσεις και να τα ακούσεις σαν
φωνούλα στον εγκέφαλό σου ή ακόμα καλύτερα να τα σχηματίσεις σαν εικόνα στη
μικρή οθόνη του εγκεφάλου σου. Το αν παθιάζεσαι, γελάς, προβληματίζεσαι,
ψυχαγωγείσαι, εκνευρίζεσαι ή βαριέσαι με όσα γράφω αφορά εσένα και την
εμπιστοσύνη που μου δείχνεις. Εγώ απλά γράφω χωρίς να δίνω αναφορά σε κανέναν,
οπότε γράφω ό,τι θέλω και μπορώ να το παρουσιάσω όπως με βολεύει.

Η πάντα γλυκιά elekat μου άφησε σχόλιο στο προηγούμενο
ποστ ότι δε θα το διάβαζε εκείνη τη στιγμή το ποστ μου αλλά θα το φύλαγε για
την αυριανή μέρα το πρωί να το διαβάσει μαζί με τον καφέ και το τσιγάρο της.
Άλλη γλυκιά αναγνώστρια με πληροφόρησε πως παράτησε ένα βιβλίο του Marquez για να διαβάσει όλα τα παλιά ποστ
μου. Ένας δάσκαλος πολεμικών τεχνών διάβασε ένα ποστ που έγραφα για το μάι τάι
που πηγαίνω και για το πόσο ζηλεύω τον Στήβεν Σιγκάλ που κάνει αικίντο με την
μπυροκοιλιά και με προσκάλεσέ στο γυμναστήριό του. «Θα έχουμε και μπύρες μετά
την προπόνηση για την μπυροκοιλιά» μου έγραψε! Χθες έμαθα ότι έκαναν μέχρι και
γκρουπάκι στο facebook με αφορμή ένα παλιό ποστ μου για το cybersex! (αν και στο γκρουπάκι τους έκλεψαν κι
έβαλαν αλλαγμένη την περιγραφή του blog μου). Κι αυτά είναι μια εικόνα από τις πιο πρόσφατες ανταποκρίσεις αναγνωστών. Αυτό που θέλω να πω είναι πως με ιντριγκάρει πολύ η
σκέψη ότι σοβαροί έξυπνοι άνθρωποι σαν την elekat και τον Emperor για παράδειγμα ή γενικά φοιτητές/τριες, αγόρια ψιλοκάφροι
σαν εμένα, σέξυ γκόμενες, φίλοι, bloggers, nerds, άγνωστοι και γενικά όλα τα άτομα που αποτελούν τους λιγοστούς αναγνώστες
μου, όλοι αυτοί να ξέρω ότι θα κάτσουν να διαβάσουν τα παραληρήματά μου στην
οθόνη τους τα οποία πολλές φορές κάθομαι και τα γράφω μπροστά στη δική μου οθόνη,
με τις φαρδιές πιτζάμες μου, κατά πάσα πιθανότητα μπουκωμένος με κανα φρούτο ή
με τίποτα ψίχουλα τριγύρω, με τον αδερφό πίσω μου να βλέπει αθλητικά στην
τηλεόραση ή να κάνει βαράκια ή τη mother να γκρινιάζει από το μέσα δωμάτιο.
Χμμ, η πλήρης απομυθοποίηση του phantom… καλό είναι να σταματήσω εδώ!

Άρα τι μάθαμε από
όλη αυτή την παράγραφο? Ότι επεξεργαζόμαστε ό,τι  διαβάζουμε γιατί πάντα υπάρχει η
υποκειμενικότητα στο λόγο, και πολύ περισσότερο όταν περιαυτολογείς όπως κάνω
εγώ συνήθως. Κι ότι όταν φαντάζεσαι τον phantom σαν ένα γοητευτικό προβληματισμένο νεαρό με ισχυρή προσωπικότητα να γράφει μόνος πάνω
από ένα laptop σε
ένα σκοτεινό ήσυχο δωμάτιο με λιγοστό φως να φωτίζει τις όμορφες γωνίες του προσώπου του,με background να παίζει ροκ μουσική και με αφίσες εναλλακτικών ταινιών
στους τοίχους μάλλον πέφτεις έξω. Ροκ στο background παίζει, αλλά αφίσες μόνο του
Παναθηναϊκού διαθέτουμε. Όσο για τη γοητεία, τον προβληματισμό και την ισχυρή προσωπικότητα… άσε.

Το βασικότερο που
έμαθες είναι ότι ανάμεσα στη σχέση μας, μεταξύ εσένα κι εμένα παρεμβάλλεται μια
οθόνη. Όπως συμβαίνει με κάθετι στη ζωή σου. Δώσε βάση:

Η καθημερινότητα
ενός μέσου Αθηναίου κυλάει ως εξής: Ξυπνάς το πρωί και κοιτάς μια οθόνη που σε ενημερώνει μέχρι τη στιγμή
που θα σου πει ότι ήρθε η ώρα να βγεις απτο σπίτι, την οποία στιγμή βγαίνεις
από την πόρτα σου (για να εμφανιστείς στις οθόνες
των καμερών ασφαλείας που υπάρχουν διάσπαρτες έξω), βγαίνεις στο δρόμο και διαβάζεις
τη LED οθόνη του λεωφορείου για να
μπεις στο σωστό, το λεωφορείο σε πηγαίνει στο μετρό όπου εκτός από τις κάμερες
ασφαλείας έχει παντού τριγύρω οθόνες
που σε ενημερώνουν για ανακοινώσεις ή διαφημίσεις, κάθεσαι στο μετρό και
ασχολείσαι με την οθόνη του i-pod σου, φτάνεις στη δουλειά σου όπου συνήθως κοιτάς μια οθόνη όλη μέρα για να επιστρέψεις
τελικά σπίτι όπου θα μοιράσεις την προσοχή σου ή στο ίντερνετ (μια οθόνη στο γραφείο σου, όπου θα κάνεις chat με άλλους ανθρώπους στις οθόνες τους) ή στην τηλεόραση (μια οθόνη στη γωνία) ή στο κινητό σου (μια
φορητή οθόνη με την οποία κάνεις
συζητήσεις). Μέχρι και στο αυτοκίνητα εισχώρησαν οι οθόνες, από τα gps μέχρι τις μικρές φορητές οθόνες για να βλέπεις ταινίες.

Δεν ξέρω αν έχεις
πετύχει ποτέ αυτές τις διαφημίσεις στο μετρό, οι οποίες με κάποιον τρόπο
προβάλλονται έξω από το παράθυρό σου καθώς κινείται το βαγόνι, σαν ολόγραμμα
ενός παράλληλου κόσμου που κατοικεί στα σκοτεινά τούνελ του μετρό. Αυτό που
θυμάμαι έντονα ήταν μια διαφήμιση της Coka-Cola που έδειχνε μια χαρούμενη οικογένεια να απολαμβάνει το αναψυκτικό
χασκογελώντας και διασκεδάζοντας λες και είχαν πάρει κοκαΐνη. Η
διαφήμιση-παράλληλος κόσμος απέξω ερχόταν σε άμεση αντίθεση με την
πραγματικότητα μέσα στο βαγόνι, όπου οι επιβάτες βρισκόμασταν στριμωγμένοι,
βαριεστημένοι και μουρτζούφληδες περιμένοντας υπομονετικά να ανοίξει κάποιος
την κονσέρβα μας και να ξεχυθούμε έξω. Η διαφήμιση της Coka-Cola έφτανε τα όρια του σαρκασμού, έμοιαζε σαν ένα μαγικό
παράθυρο προς έναν παράλληλο κόσμο που έδειχνε πώς θα ήταν η ζωή αν δεν ήσουν
στοιβαγμένος πρωινιάτικα στο βαγόνι μαζί με τα άλλα θύματα της καθημερινότητας.

Φαντάζομαι το Mall του 22ου αιώνα να έχει στην είσοδό
του ένα πλήθος από οθόνες σε μέγεθος γιγαντιαίου i-phone και να δίνουν πληροφορίες. Αν θες να αγοράσεις ένα παντελόνι πατάς την interactive touchscreen και σου εμφανίζει 200 διαφορετικά μαγαζιά μέσα στο εμπορικό
κέντρο με βήμα προς βήμα οδηγίες για το πώς θα φτάσεις εκεί. Κι αν θες να
μάθεις πού μπορείς να αγοράσεις ένα ραδιόφωνο ή ένα βιβλίο ή γενικά κάτι με
λίγη προσωπικότητα μέσα του, θα πατάς την οθόνη ξανά και ξανά κι εκείνη θα
κάθεται και θα σε αγνοεί. Σαν να σε κρίνει για τη βέβηλη επιλογή σου να
διαβάσεις βιβλίο-μέχρι το σημείο που δε θα αντέξεις και θα αρχίσεις να τρέχεις
ουρλιάζοντας προς την έξοδο περνώντας κάτω από καμιά 10αρια κάμερες ασφαλείας
στην πορεία σου.

Αυτό που
χρειαζόμαστε είναι και μια οθόνη να κάνουμε σεξ και θα κλείσει ο κύκλος. Χμμ,
τώρα που το καλοσκέφτομαι γίνεται και αυτό. Τσόντες στο ίντερνετ. Ο κύκλος
έκλεισε.

Οι οθόνες πλέον
είναι πανταχού παρούσες και η κυριαρχία τους ξέσπασε τα τελευταία 4-5 χρόνια.
Πλέον έχει γίνει απόλυτη. Αφού τις μέρες των διακοπών που τις πέρασα σε χωριά
ξεχασμένα από το Θεό ένιωθα πολύ παράξενα που κοίταζα τριγύρω και το μόνο που
έβλεπα ήταν δέντρα, ρυάκια, υπέροχα τοπία και τις φάτσες των Dreiko και swift. Πού πήγαν οι οθόνες? Κάθε φορά που
βλέπαμε ζώο στο δρόμο ή στην εξοχή βγάζαμε ενστικτωδώς τα κινητά μας και το
τραβούσαμε φωτογραφία, κι έτσι καθώς το κοιτούσαμε από την οθόνη του κινητού
μας ή της ψηφιακής έπαυε να μας φαίνεται παράξενο. Ακόμα και τα τοπία, πιο πολύ
ώρα μας έπαιρνε να τα τραβάμε φωτογραφίες παρά να τα κοιτάζουμε και να τα
απολαμβάνουμε όσο ήμασταν εκεί. Όλα φαίνονται πιο όμορφα μέσα από μια οθόνη.

Αλλά τι ξέρω κι
εγώ. Αφού κι εγώ, ο phantom, δεν
είμαι τίποτα άλλο από ιερογλυφικά σημαδάκια στην οθόνη σου. Που μιλάνε στον
εγκέφαλό σου. Κι ελπίζω κάποιες φορές και στην καρδιά σου…

Ναι λοιπόν, οθόνες. Κάνε εσύ την αρχή. Σήκωσε τη δικιά σου, τράβηξε τα
καλώδια απτην πρίζα και πέταξέ την από το μπαλκόνι. Αλλά πλιζ, μην μου στείλεις
τολογαριασμό.

Υ.Γ.1
Σε αυτό το ποστ
έμαθες ότι η κοινωνία μας καταστρέφεται, έμαθες ότι οι οθόνες κατακλύζουν τη
ζωή μας και μας οδηγούν σε ένα καταστροφικό μέλλον που όλοι θα είμαστε δούλοι
στην τεχνολογία. Αν δε σου έφταναν όλα αυτά για να χάσεις τον ύπνο σου μάθε και
το εξής: τώρα δεχόμαστε επίθεση και σαν είδος. Ναι εμείς οι άνθρωποι
κινδυνεύουμε από ένα μικροσκοπικό, σχεδόν αόρατο εχθρό. Αυτές τις μέρες
παρατήρησα ότι σε όποιο πεζούλι, παγκάκι ή πέτρα κι αν κάτσω θα δω τριγύρω μου
μυρμήγκια. Στο παράθυρο του μπάνιου, κάτω από το κρεβάτι, στον κήπο, στις
τουαλέτες της σχολής μυρμήγκια, μυρμήγκια, μυρμήγκια! Όχι τίποτα άλλο, αλλά
όποτε σηκώνομαι από πεζούλι και βρίσκω κάποιο μυρμήγκι να έχει σκαρφαλώσει στο
πόδι μου σκέφτομαι πως μιας και τους αρέσουν οι σκοτεινές τρύπες για φωλιές
μήπως έχουν πάει κι έχουν χωθεί πουθενά αλλού!

Υ.Γ.2
Όσοι βαριούνται
να διαβάσουν όλα αυτά που έγραψα ας δουν τουλάχιστον ένα απίστευτο βίντεο που
βρήκα από ένα φεισμπουκάκι (τελικά αρχίζω και συμπαθώ τα φεισμπουκάκια) και που έχει την αντίδραση του Χίτλερ όταν μαθαίνει για
την πεντάρα που ρούφηξε ο Ολυμπιακός από τον Εργοτέλη!
(προσοχή όποιος
σχολιάσει μόνο το βιντεάκι θα καταλάβω ότι δε διάβασε λέξη από το ποστ! :P )



Ελεο-φωρείο

Επιστροφή στα
ίδια. Η ατμόσφαιρα έξω μυρίζει βροχή, ο πρωινός ήλιος κρύβεται πίσω από τα
σύννεφα, τα αυτοκίνητα επέστρεψαν από τους χωματόδρομους ή τις παραλίες των
νησιών και των χωριών κι άρχισαν να σφηνώνουν στους δρόμους μέσα και γύρω από το
κέντρο με οδηγούς ή πεζούς να είναι μαυρισμένοι και στα πρόθυρα της κατάθλιψης
μιας κι επανέρχονται στους θλιβερούς αγχωτικούς ρυθμούς της καθημερινότητας της
πόλης.

Πρωί πρωί λοιπόν περπάτησα
κι εγώ μέχρι την αφετηρία και μπήκα στο παρκαρισμένο λεωφορείο για να κινήσω να
δώσω μάθημα. Ήταν σχεδόν γεμάτο, με τον κόσμο να κάθεται αγουροξυπνημένος και
αμίλητος περιμένοντας να ξεκινήσουμε. Όταν δεν έχω πολύ όρεξη για κουβέντες
(κάτι που συμβαίνει συχνά) με πιθανούς γνωστούς που μπορεί να ανέβουν στο
λεωφορείο κάθομαι στο παράθυρο των δύο θέσεων δεξιά καθώς μπαίνεις από τη
μεσαία πόρτα του λεωφορείου. Εκεί μπορεί φαινομενικά να βρίσκεσαι στη μέση του
λεωφορείου αλλά πρακτικά είσαι κρυμμένος από όλους, ειδικά αν κάτσει κι άλλος
δίπλα σου.

Αυτό το πρωινό η
αγαπημένη μου αυτή θέση ήταν πιασμένη. Έψαξα να βρω κάποια κενή θέση κοντά σε
παράθυρο. Δεν είναι τόσο ότι θέλω να βλέπω έξω, όσο ότι δε θέλω να κάτσω στη
μεριά του διαδρόμου. Όταν κάθεσαι στο διάδρομο είσαι υποχρεωμένος να σηκωθείς
σε περίπτωση που μπει κάποιος ηλικιωμένος και να παραχωρήσεις τη θέση σου. Δεν
είναι ότι δεν είμαι κοινωνικά ευαίσθητος ώστε να κάνω κάποιες θυσίες για το
αδύναμο κομμάτι της κοινωνίας(στην προκειμένη να προσφέρω τη θέση μου), απλά θα
προτιμούσα να μην είμαι διαθέσιμος.

Σταμάτησα τη
μουσική απτα ακουστικά για να μπορέσω να υπολογίσω καλύτερα το χώρο και χωρίς
δεύτερη σκέψη απέρριψα μια θέση-παράθυρο δίπλα στην κλασική παχουλή κυρία της
γειτονιάς που τη συναντώ κάθε πρωί. Απερρίφθη κι
άλλη μια θέση-παράθυρο γιατί βρισκόταν στην τετράδα των καθισμάτων, ξέρεις εκεί
που έχει 2 καθίσματα με άλλα 2 απέναντι σου, όπως είναι και στο μετρό. Δεν
υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να έχεις κάποιον απέναντί σου σε όλη τη
διαδρομή. Δεν ξέρω πού να βάλω τα μάτια μου, νομίζω πως με κοιτάζει συνέχεια, μαζεύω
τα πόδια μου για να μην μπλέκονται με του απέναντι μέχρι που πιάνομαι και μουδιάζουν κι
αγανακτώ και τα τεντώνω πάνω στα δικά του εγωιστικά.

Όλα αυτά
μεγεθύνονται αν σου τύχει τέτοια θέση σε τρένο, όπου θα έχεις τον άλλον
απέναντί σου για 4 ώρες μίνιμουμ. Εκεί κάνω πως κοιμάμαι ή διαβάζω ή έχω
κολλημένα τα μάτια μου έξω από το παράθυρο ενώ δεν ξέρω γιατί έχω αυτή την
έμφυτη περιέργεια αλλά κάτι με πιάνει και θέλω πάντα με την άκρη του ματιού μου
να τσεκάρω τι κάνει ο απέναντι, με την ελπίδα να μη με αντιληφθεί μέχρι που οι
ματιές μας συναντώνται τυχαία για να αποτραβηχτούν το ίδιο απότομα. Άσε που δεν
ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει αλλά όταν έχεις κάποιον ακριβώς απέναντι ή δίπλα
σου σε σινεμά ή θέατρο, συνήθως τυχαίνει την ώρα που πας να ξύσεις το αυτί σου
ξερω γω, να το ξύνει κι αυτός σχεδόν ταυτόχρονα ή να τεντώνεις το χέρι σου εσύ
και να το κάνει κι αυτός ακριβώς την ίδια στιγμή. Δε μπορεί να μη σου έχει
συμβεί και να μην το έχεις παρατηρήσει! Επειδή εγώ νιώθω άβολα με όλον αυτό τον
συγχρονισμό λες και κάνουμε ρυθμική, παρατείνω το ξύσιμο του αυτιού μου αν αυτή
είναι η κίνηση που κάναμε ταυτόχρονα για να κατεβάσει πρώτος αυτός το χέρι του
μην συγχρονιστούμε πάλι και στο κατέβασμα του χεριού. Συνήθως έχω την εντύπωση
πως το ίδιο σκέφτεται κι ο άλλος κι έτσι μένουμε δυο άτομα να ξύνουμε τα αυτιά
μας περιμένοντας να κατεβάσει πρώτος ο άλλος το χέρι του. Σαυτό το παιχνίδι
σχεδόν πάντα κερδίζω. Είμαι ικανός να ματώσω το αυτί μου παρά να κάνουμε κι
άλλη συγχρονισμένη κίνηση ή να κατεβάσω πρώτος το χέρι μου.

Δεν ξέρω αν όλα
αυτά είναι στη φαντασία μου, αλλά παρόμοια αίσθηση έχω και όταν τρώω στο ίδιο
τραπέζι με τον αδερφό μου. Είναι φορές που την ώρα που βάζω τη μπουκιά στο
στόμα μου τη βάζει κι αυτός, κάτι παρόμοιο με το σκηνικό με το Χριστό και τον
Ιούδα στο Μυστικό Δείπνο. Αυτός ο συγχρονισμός στις μπουκιές συμβαίνει αρκετά
συχνά κάτι που νομίζω πως παρατηρεί και αυτός χωρίς ποτέ να το έχουμε
ομολογήσει μεταξύ μας. Έτσι κάνω πάλι τα ίδια κι εκεί. Για να μην ξαναβάλουμε
το πιρούνι την ίδια στιγμή στο στόμα κάνω πως ψαχουλεύω το φαΐ για να τον αφήσω
να φάει πρώτος. Έλα όμως που κάνει το ίδιο κι ο αδερφός! Έτσι μένουμε να
κάνουμε ανασκαφές με το πιρούνι για κάνα πεντάλεπτο ρίχνοντας κλεφτές ματιές
μεταξύ μας, αφού είναι φορές που μας βλέπει ο father κι αναρωτιέται: «τι έγινε γιατί δεν
τρώτε, τι τσακίσατε πάλι απέξω?»

Ίσως αυτές οι
σκέψεις να είναι απλά αποκύημα της φαντασίας του νευρωτικού ψυχαναγκαστικού
μυαλού μου, αλλά έχω μερικές θεωρίες γιατί συμβαίνει αυτό. Το πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως όταν σε μια μεγάλη αίθουσα είναι
συγκεντρωμένα πολλά άτομα κι επικρατεί ησυχία, αν βήξει ένας τότε θα
ακολουθήσουν κι άλλοι, ή θα βήξουν ή θα τεντώσουν τα πόδια τους ή θα
μετακινηθούν στη θέση τους. Αυτό προκύπτει γιατί κανείς δε θέλει να είναι αυτός
που θα κάνει το θόρυβο και θα τραβήξει την προσοχή, αντίθετα μόλις κάνει
κάποιος άλλος την αρχή ακολουθούν κι οι άλλοι με την κίνηση που ήθελαν να
κάνουν τόση ώρα αλλά συγκρατούνταν. Βασικές τακτικές χειραγώγησης και κατανόησης
της συμπεριφοράς του πλήθους. Στο σχολείο να φανταστείς λίγο πριν χτυπήσει το
κουδούνι έκανα συνέχεια (κι έπειθα και τους διπλανούς) πως σηκώνω και αφήνω τη
τσάντα μου, ή κοπανούσα τα βιβλία ή τα στυλό στο θρανίο προκαλώντας ήχους
παρόμοιους με αυτούς που κάνει μια τάξη όταν ετοιμάζεται να βγει για διάλειμμα
θέλοντας να περάσω στο υποσυνείδητο της καθηγήτριας πως είναι ώρα να μας
αφήσει. Νομίζω πως κάποιες φορές έπιανε..! Όπως και να χει για όλους αυτούς
τους λόγους απέρριψα και την ελεύθερη θέση στην τετράδα αλλά κι άλλη μία που ήταν στο
διάδρομο μπροστά ακριβώς από την πίσω πόρτα γιατί εκεί με το που ανοίγει η
πόρτα είσαι ο πρώτος που βλέπουν αυτοί που μπαίνουν οπότε κι ο πρώτος που
υποχρεώνεται να σηκωθεί αν μπει κάποιο γερόντι(sic).

Για καλή μου τύχη
εντόπισα μια ελεύθερη θέση στο κάθισμα ακριβώς πίσω από τον οδηγό. Μόλις είχε
σηκωθεί μια κοπέλα, βαρέθηκε να περιμένει το λεωφορείο να ξεκινήσει και
κατέβηκε και σταμάτησε ένα ταξί που είδε να περνά απέξω. Καθώς σηκωνόταν, οι
άντρες που καθόντουσαν τριγύρω κλασικά τσέκαραν βαριεστημένα τον κώλο της. Αυτή
συνηθισμένη από τέτοιες ματιές σήκωσε ασυναίσθητα την πίσω μεριά του
παντελονιού της.  Η θέση πίσω από τον
οδηγό που μόλις τώρα είχε μείνει κενή είναι μονή οπότε συνδυάζει και παράθυρο
και διάδρομο, ενώ είναι ιδανική για αντικοινωνικούς τύπους σαν κι εμένα γιατί
δεν έχεις κανέναν δίπλα σου, έχεις όλο το λεωφορείο από πίσω σου, ενώ μπροστά
σου δεν υπάρχει άνθρωπος (κι οπότε δεν είσαι αναγκασμένος να κοιτάς για όλη τη
διαδρομή την πιτυρίδα απτις τρίχες του μπροστινού που τις έχει κολλήσει στο
κρανίο του με τόνους τζελ ή τη ξασμένη φουντωτή καούκα καμιάς κοκκινομαλλούσας
50αρας) αλλά κοιτάς σε ένα σκοτεινό μαύρο γυαλί όπου διακρίνεις αμυδρά την
αντανάκλαση των ανθρώπων μέσα στο όχημα.

Έκατσα εκεί
λοιπόν κι άνοιξα πάλι τη μουσική στα ακουστικά περιμένοντας να ανάψει ο οδηγός
τη μηχανή για να ανεβάσω κι άλλο την ένταση του ήχου μιας και το λεωφορείο
παρόλη την πολυκοσμία είχε νεκρική ησυχία και οι ήχοι από τα metalcore που ακούω αυτή την περίοδο ξεπηδούν
από τα ακουστικά κι αν δεν τα καλύπτει το βουητό της μηχανής μπορεί να γίνουν
εκνευριστικά για τους τριγύρω.

Το κινητό αρκετές
ώρες της μέρας απασχολεί 3 απτις 5 τις αισθήσεις μου. Την ακοή λόγω μουσικής,
την αφή γιατί με βολεύει να το κρατάω στο χέρι και να ρυθμίζω τον ήχο ή να
αλλάζω τραγούδια και την όραση γιατί με ένα πρόγραμμα ονόματι Wattpad κατεβάζω τζάμπα e-books και τα διαβάζω από το κινητό. Αυτή την περίοδο διαβάζω στα
αγγλικά το Twilight
(Λυκόφως) ένα παγκόσμιο best seller που λένε πως έσπασε το ρεκόρ του Χάρι
Πότερ κι έγινε και ταινία. Είναι ψιλοεφηβικο- ρομαντικό με βαμπίρ, λυκάνθρωπους
και τέτοια. Το έχω φτάσει μέχρι τη μέση κι ενώ έχω ψιλοκολλήσει με την υπόθεση
περιμένω πότε θα γίνει κανένα σκηνικό με μάχη βαμπίρ-λυκανθρώπων ή γενικά να
πέσει λίγο ξύλο γιατί πολύ στα γλυκανάλατα σουξου μούξου είμαστε μέχρι τώρα,
ενώ ακόμα δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται κάποιος που μπορεί και ζει εδώ και αιώνες και
διψά για ανθρώπινο αίμα να πηγαίνει ακόμα σχολείο.

Ξεκίνησε το
λεωφορείο με τον οδηγό να οδηγεί νευρικά, ξεκινώντας και σταματώντας απότομα σε
κάθε STOP. Μάλλον κι αυτός θα
γύρισε πρόσφατα από διακοπές. Βγαίνοντας στη Βουλιαγμένης πηγαίναμε σημειωτόν
από την κίνηση, περιμένοντας υπομονετικά να φτάσουμε στο μετρό του
Αγίου-Δημητρίου. Αποφάσισα πως δεν ήταν καλή ιδέα να διαβάζω την ερωτική
ιστορία ενός βαμπίρ και μιας μαθήτριας λίγη ώρα πριν δώσω το μάθημα κι επειδή
δεν είχα το κουράγιο να ανοίξω το βιβλίο και να κάνω κι άλλη επανάληψη έβαλα
στην τσέπη το κινητό και χάζευα έξω τον κόσμο που περίμενε κι αυτός κολλημένος
στην κίνηση οι περισσότεροι πειράζοντας το ραδιόφωνο μπροστά τους, μερικοί
σκαλίζοντας τη μύτη τους.

Κι εκεί λοιπόν
που καθόμουν και χάζευα ανοίγει η μπροστινή πόρτα του λεωφορείου και μπαίνει
ένας κύριος. Πρέπει να ήταν γύρω στα 45 και στηριζόταν σε μια πατερίτσα. Δεν
είχε γύψο σε κανένα πόδι, απλά ήταν αρκετά στραβά τα πόδια του αποτέλεσμα
κάποιας εκ γενετής αναπηρίας ή κάποιου άσχημου ατυχήματος. Μπορούσε να
περπατήσει και να σταθεί όρθιος απλά χρειαζόταν τη βοήθεια της πατερίτσας.
Καθώς έμπαινε στο λεωφορείο, όσο ο οδηγός τον περίμενε ευγενικά να εισέλθει, τα
βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Αμέσως σκέφτηκα πως έπρεπε να σηκωθώ και να του
παραχωρήσω τη θέση μου. Κοίταξα στη μονή θέση απέναντί μου. Ήταν πιο κοντά στην
πόρτα από την οποία μπήκε ο τυπάκος οπότε αυτός που καθόταν εκεί θα ήταν ο
πρώτος που θα έπρεπε να σηκωθεί. Κοίταξα λοιπόν αλλά καθόταν ένας παππούς. Οκέι
σκέφτηκα, δεν τρέχει κάτι εγώ θα σηκωθώ.

Δε σηκώθηκα όμως.

Πριν με κακοχαρακτηρίσεις
άκουσε τι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου τα λίγα δευτερόλεπτα όσο έβλεπα τον
κύριο να μπαίνει και μετά βγάλε τα συμπεράσματά σου. Λοιπόν ο κύριος δεν είχε
σπασμένο πόδι ή τίποτα τέτοιο, ούτε φαινόταν να έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα.
Οπότε αν σηκωνόμουν αυτόματα να του προσφέρω τη θέση θα ήταν σαν να
παραδεχόμουν με την πρώτη ματιά ότι έχει μια σοβαρή αναπηρία που τον καθιστά
ανίκανο ακόμα και στο να σταθεί όρθιος σε ένα λεωφορείο. Για να μην τον μειώσω
σαν άνθρωπο λοιπόν και για να δείξω ότι στα μάτια μου είναι καθόλα φυσιολογικός
και δε χρήζει κάποιας ιδιαίτερης μεταχείρισης, κοιταχτήκαμε καθώς έμπαινε κι
αποτράβηξα το βλέμμα μου χωρίς να δείξω κανένα σημάδι ότι πρόσεξα κάτι
διαφορετικό επάνω του, ενώ έμεινα καθισμένος. Φυσικά και θα του πρόσφερα τη
θέση μου απλά δεν ήθελα να το κάνω αμέσως σκεφτόμενος μήπως τον προσβάλλω! Λόγω
τιμής αυτό σκέφτηκα! Έτσι έμεινα καθιστός για λίγα δευτερόλεπτα και μετά έκανα
να σηκωθώ προσποιούμενος ότι βαρέθηκα να κάθομαι και ήθελα να τεντώσω λίγο τα
πόδια μου, έτσι ώστε να έπαιρνε τη θέση μου δήθεν τυχαία χωρίς να είναι
αναγκασμένος να μου πει ευχαριστώ που έδειξα συμπόνια για τη δυσχέρειά του να
κινηθεί.

Κι εκεί που μόλις είχε σηκωθεί ο κώλος μου κι
έβγαζα το ένα πόδι μου στο πλάι για να σηκωθώ όλος και να κάτσει ο άνθρωπος, φωνάζει
ο οδηγός: «Μα καλά δε μπορεί να σηκωθεί κάποιος για να καθίσει ο χριστιανός? Τον
βλέπετε έχει πατερίτσες, για όνομα!».  Κάτι
γριές παραπίσω το έπιασαν το νόημα και σιγοντάρισαν: «Αχάριστη νεολαία, σήκω
βρε να κάτσει ο άνθρωπος, νέο παιδί είσαι, τι θα πάθεις?». Σηκώθηκα φυσικά άρον
άρον, αυτό θα έκανα άλλωστε εξαρχής, ενώ το κράξιμο συνεχίστηκε και από τον
οδηγό και από τις γριές. Έκραζαν αόριστα την «αχάριστη και βαριεστημένη νεολαία
που δε σέβεται τίποτα» αλλά όλοι πιάσαμε το υπονοούμενο για ποιον μιλούσαν. Σαν
να μην έφταναν αυτά ο ίδιος ο τύπος με την πατερίτσα μόλις έκατσε στη θέση μου
με σκούντηξε και μου είπε: «Καλά έπρεπε να στο πουν οι άλλοι ότι έπρεπε να
σηκωθείς?». Άντε να του εξηγήσω ότι φυσικά και είχα σκοπό να σηκωθώ απλά το
καθυστέρησα επίτηδες για να μη νιώσει ότι όλοι προσέχουν αμέσως την αναπηρία
του και τον κρίνουν αυτόματα ανίκανο να λειτουργήσει υπό βασικές κοινωνικές συνθήκες.
Σιγομουρμούρισα απλά ότι δεν τον είχα δει.

Σαν να μην
έφταναν όλα αυτά το λεωφορείο είχε πλέον γεμίσει κι ήμουν αναγκασμένος να μείνω
στριμωγμένος κι όρθιος δίπλα από τον τύπο με τις πατερίτσες και μπροστά από τις
γριές που με έκραξαν, οπότε εκεί έπρεπε να δεις μια άβολη σιωπή που επικρατούσε
και πώς είχα καρφώσει το βλέμμα μου σε μια διαφημιστική αφίσα του Δήμου κολλημένη
σε ένα τζάμι του λεωφορείου κάνοντας πως τη διαβάζω με τόσο ενδιαφέρον, για να
το παίξω απασχολημένος, λες και είχε πάνω της γραμμένα τα θέματα του
διαγωνίσματος που θα έδινα. Σε μια φάση ένιωσα ένα χέρι να με σκουντά, ήταν μια
συμμαθήτριά μου που έμενε στη γειτονιά, βγάζοντάς με από την αντικοινωνική
φούσκα στην οποία προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξαναμπώ. «Καλά ρε» μου λέει
ψιθυρίζοντας, «γιατί δε σηκώθηκες για τον άνθρωπο? Και πού χάθηκες τόσο
καιρό?». Για καλό ήρθε αυτή?
«Ε, δε τον είχα δει» της λέω πολύ εκνευρισμένος
πλέον με την όλη φάση «και ήμουν διακοπές, σερί 1,5 μήνα γιαυτό χάθηκα». «Ναι,
πώς δεν τον είχε δει…» πετάχτηκε η μια από τις 2 γριές, δε θα άφηνε το θέμα να
πέσει. Η συμμαθήτριά μου χασκογελούσε όσο έβλεπε τη στραβωμένη φάτσα μου.

Φτάνοντας στο
μετρό του Αγ.Δημητρίου αποφάσισα να μην κατέβω κυρίως γιατί ήθελα να κάνω παρέα
στη συμμαθήτρια που θα κατέβαινε στη στάση της Δάφνης αλλά και γιατί δε θα
άντεχα τις φαρμακερές ματιές των γριών και του πατερίτσα που θα συνεχίζονταν και
στο μετρό.

Προφανώς οι
άνθρωποι έχουν την απαίτηση να τους φέρεσαι με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις κι
εσύ τον εαυτό σου. Αν θεωρείς τον εαυτό σου σακάτη θα έχεις την απαίτηση να σου
φέρονται σαν σακάτη, αν βλέπεις τον εαυτό σου σαν πρίγκιπα θα δέχεσαι
συμπεριφορές μόνο αντάξιες σε έναν πρίγκιπα. Κι εμένα μπορεί να με σχολίασε
άσχημα όλο το λεωφορείο αλλά προσπάθησα (ανεπιτυχώς προφανώς) να κάνω την καλή
πράξη χωρίς καν να καταλάβει ο ευεργετημένος ότι ήθελα να τον βοηθήσω. Την
επόμενη φορά που θα θελήσω να γίνω τόσο αλτρουιστής, I'll think it twice.

 

Υ.Γ.1 Είμαι
σίγουρος ότι αν υπάρχει κόλαση θα είναι σαν τον εφιάλτη που είδα ένα βράδυ τις προάλλες.
Κατσαρίδες να βγαίνουν από το στόμα μου, δολοφόνοι να με κυνηγάνε, να
αποκαλύπτεται πόσα μαθήματα χρωστάω για πτυχίο… και πάνω που ήρθε η ανακούφιση
όταν ξύπνησα και κατάλαβα πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο να συνειδητοποιώ ότι
θέλω απεγνωσμένα να πάω για κατούρημα αλλά πρέπει να περιμένω κανα μισάωρο να
ξεκ@@λώσω για να μπορέσω να πάω τουαλέτα.

Ποτέ ξανά 600ml Heineken κι ένα Oreo Cookie Madness απτα Applebees πριν τον ύπνο…

Υ.Γ.2 Να μια
εικόνα που βρήκα από ένα φεισμπουκάκι και μου άρεσε γιατί νομίζω πως περιγράφει
ακριβώς την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας όπως την βλέπουν τα (γλαρωμένα)
μάτια του πρωθυπουργού μας.