Feb 02 2010

Test

Published by stilvi under Uncategorized

Όποιος βλέπει το video να σηκώσει το χέρι του.

Όποιος δεν βλέπει το video να σηκώσει το χέρι του, να μου ρίξει μια μούντζα και να μου πει οτι είμαι άχρηστη.

Ευχαριστώ.

Frank Sinatra – My way

2 responses so far

Nov 09 2009

Love is noise

Published by stilvi under Uncategorized

9 responses so far

Sep 08 2009

Λίζα θα ‘ρθεις? Θα πάθουμε κατάθλιψη!

Published by stilvi under Uncategorized

Τον ξιφία που με το ζόρι με τάιζε ο μπαμπάς μου, κι εμένα δεν μου άρεσε και
έριχνα μαύρο δάκρυ.

Τους σερβιτόρους από την ταβέρνα, που με μάζευαν όταν έπαιρνα τους δρόμους
υπνοβατώντας.

Μαρμελάδα ροδάκινο τα πρωινά.

Τα τζιτζίκια να λυσσάνε μεσημεριάτικα, κι εγώ να τα μαζεύω σε ένα βάζο και
να χαίρομαι.

Τα φρύδια μου, που με το μυαλό μου τα έβαψα καστανόξανθα, και όταν μπήκα
στο μαγαζί του Νίκου και κοιτάχτηκα στον καθρέπτη συνειδητοποίησα ότι ήταν
άσπρα, και δεν ήξερα που να πάω να κρυφτώ.

Τον κυρ Σταύρο με το αλογάκι και το κάρο.

Τότε που έκανα πως οδηγώ το ferry (το οποίο βέβαια είχαν βάλει στον αυτόματο), κι εγώ
έπιανα με χάρη το τιμόνι και δήλωνα ‘Λοιπόν, θα σας πάω Μύκονο, δεν υπάρχει
πρόβλημα, έτσι?’. Οι άλλες γελούσαν. Ένας πατέρας και ο γιος του με κοιτούσαν
με απίστευτο τρόμο στο μάτι.

Σουτζουκάκια με καυτερό στο μαγαζάκι στο λιμάνι, που δεν θυμάμαι πως το
έλεγαν.

Τον μπαμπά μου να πέφτει στη θάλασσα σε μια προσπάθεια να ανέβει στο
σκάφος, κι εγώ να γελάω με την κωμική του πτώση.

Το ιστορικό ‘I love you ζαμπόν – κασέρι!’ που
φώναζα απευθυνόμενη σε ένα ταψί, τύφλα στις 6 το χάραμα στον φούρνο.

Την πρώτη φορά που έβαλα μόνη μου το αυτοκίνητο στο ferry, και πανηγύριζα λες
και τερμάτισα πρώτη σε grand prix της F1.

Τα γυαλιά ενός παππού που πάτησα κι έσπασα, και ακόμα το έχω τύψεις μετά
από 20 χρόνια.

Τον ομηρικό καυγά με τον Θέμη, με μένα να κλείνω το λογύδριο μου με το ‘Να
πάρεις το ψάρι και να το βάλεις στον κώλο σου!’, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει
πως όλο το ferry μας κοιτούσε και είχε
πεθάνει στο γέλιο.

Τις βόλτες με τις πυτζάμες στις 3 το πρωί.

Το παλιό ferry, τον Αργοναύτη, που
μικρή το μπέρδευα και το έλεγα Καντηλανάφτη.

Την αφήγηση της μάνας μου, για το πώς ένας γερμανός φίλος τους με πέταξε
στη θάλασσα όταν ήμουν μωρό για να μάθω να κολυμπάω, γιατί λέει αυτός ήταν ο
σωστός τρόπος. Το ότι στην αρχή θα πνιγόμουν και η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό
είναι άλλο θέμα.

Όλα αυτά κατακλύζουν το μυαλό μου καθώς περιμένω. Εικόνες, άνθρωποι,
συναισθήματα, μυρωδιές και γεύσεις. Οι αναμνήσεις που μέσα στα χρόνια έχτισαν
την αγάπη μου για αυτόν τον τόπο. Αναμνήσεις που με κάνουν να γελάω, να
θλίβομαι, να νοσταλγώ.

Το τηλέφωνο διακόπτει την αναδρομή στο παρελθόν. Η Μαρία μου δηλώνει πως
και τα 2 φέρια (ferry, το φέρι, συνεπώς τα
φέρια, δική μου λέξη) είναι ακόμα δεμένα στο λιμάνι. Της προτείνω να κλέψει ένα
και να έρθει να με πάρει γιατί βαρέθηκα, αλλά μετά από πρόχειρους υπολογισμούς
των αποζημιώσεων που θα πρέπει να πληρώσουμε απορρίπτουμε την ιδέα.

Μετά από κανένα μισάωρο το ferry έρχεται, μαζί του
έρχεται και η Μαρία, με πιάνει ένα άγχος για το πώς θα βάλω το αμάξι μέσα,
τελικά το βάζω μια χαρά και αποφασίζω ότι είμαι βόδι, μια ζωή γκρινιάζω και
πανικοβάλλομαι χωρίς λόγο. 

Στην διαδρομή σκέφτομαι τα 3 χρόνια που έχω να πατήσω το πόδι μου εκεί.
Σταμάτησα να πηγαίνω όταν πέθανε ο μπαμπάς μου. Δεν ήθελα να πάω? Δεν ένιωσα
την ανάγκη? Δεν ξέρω. Φέτος η απόφαση ήρθε αυθόρμητα, αν και μέχρι να φτάσω
είχα κάποιες αμφιβολίες.

Φτάνουμε, κατεβαίνουμε, και πάμε μια βόλτα στο νησί, να δω τις περιβόητες
αλλαγές που μου περιέγραψε η Μαρία. Ένα μικρό πολιτισμικό σοκ το έπαθα είναι η
αλήθεια. Άσφαλτος στους αγαπημένους χωματόδρομους που σου ρήμαζαν τα αμορτισέρ,
σήμανση, φυσική ροή νερού, αποχετευτικό, internet cafe. Άτσα λέω η Αμμουλιανή!
Λες και έλειψα καμιά 10ετία. Φυσικά η βόλτα δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί
χωρίς μια στάση στον φούρνο για μια ζαμπόν – κασέρι, έχουμε κάποιες σταθερές
αξίες στη ζωή. Μπαίνω μέσα, ‘Γεια σας.’ μου λέει ο Ρόδης. Την ψυλλιάζομαι, και
ανταποδίδω τον χαιρετισμό στον πληθυντικό. Με κοιτάει, τον κοιτάω, με
ξανακοιτάει, συνεχίζω να τον κοιτάω, βγάζω το γυαλί και δηλώνω πως θα του σπάσω
το κεφάλι που δε με γνώρισε. Λέμε τα νέα μας, βγάζει πόρισμα ότι μου πάει
περισσότερο το ξανθό μαλλί, έρχεται μια γιαγιά και μας λέει πως έπεσε στο
σκαλοπάτι του φούρνου και έσπασε το πλευρό της, της προτείνω να τον μηνύσει για
κακοτεχνία και να την πληρώνει για μια ζωή, μου ρίχνει αυτός μια κλωτσιά, τον
χτυπάω κι εγώ, και φεύγουμε για να ξυπνήσουμε τον Δημήτρη και να πάμε για καφέ.

Θρονιάζομαι στην πολυθρόνα, ρουφάω το freddo μου (είπαμε, έχω και στο χωριό μου), και βάζω τον εαυτό
μου στη διαδικασία του να συνειδητοποιήσει που είμαι και να χαλαρώσω. Έτσι όπως
γυρνάω το κεφάλι για να μπανίσω έναν γλάρο και αρχίζω να υπολογίζω πόση ώρα θα
πάρει το ξεπουπούλιασμα, βλέπω το ferry, αυτό που δεν πήρα το πρωί, να έρχεται. Καθώς πλησιάζει
για να δέσει, τον βλέπω να περιφέρεται, και πριν καν το καταλάβω, flaaaaaaaaashback…

2003, μόλις έχω πάρει το δίπλωμα, και αντί να κάτσω στα αυγά μου και να
κόβω βόλτες γύρω από το τετράγωνο μπας και μάθω να οδηγώ, αποφασίζω να πάω στην
Αμμουλιανή. Φορτώνω την Μαρία στη θέση του συνοδηγού, μου φορτώνει ο μπαμπάς
μου την μισή λαχαναγορά στα πίσω καθίσματα, και ξεκινάμε. Φτάνουμε μετά από
περίπου 25 ώρες –or so it seemed-, με μια απίστευτη
μπόχα από όλη τη λαχανικούρα την οποία χτυπούσαν 40 βαθμοί. Στην Τρυπητή να
γίνεται της πουτάνας, μια ουρά τουλάχιστον 7 χιλιόμετρα –or so it seemed-. Και κάπου εκεί κάνω
τα math. Νέα οδηγός + όπισθεν
+ ΘΑΛΑΣΣΑ + υδραυλικό τιμόνι μόνο στα όνειρα σου αρκούδα + ΘΑΛΑΣΣΑ ΛΕΜΕ
= εγώ πνιγμένη και δίπλα μου να επιπλέουν μελιτζάνες, πιπεριές και άνηθος. Το
πένθιμο soundtrack προαιρετικό. Παίρνω
τον μπαμπά μου μες στον πανικό, μου λέει να βρω τον μηχανικό και να του πω να
το βάλει μέσα. Στέλνω την Μαρία, γιατί εκείνη την στιγμή ήμουν με μάσκα
οξυγόνου και κάρφωνα μυοχαλαρωτικές ενέσεις στο μάτι, γυρνάει, ok μου λέει, το είπα. Έρχεται η σειρά μας,
κατεβαίνω, παρατάω το αμάξι στη μέση, και ακούω τον μηχανικό να λέει σε κάποιον
‘Βάλε το Peugeot μέσα’, Στα καπάκια
έρχεται η απάντηση αυτού του κάποιου. ‘Και τι είμαι εγώ? Παρκαδόρος?’.

Πιθανές εναλλακτικές:

Α) Αρπάζω ένα ματσάκι μαϊντανό και τον βαράω μέχρι να τον πάρουν τα αίματα.

Β) Πέφτω κάτω και κλαίω.

Γ)  Αρπάζω ένα ματσάκι μαϊντανό και
τον βαράω μέχρι να τον πάρουν τα αίματα, και ύστερα πέφτω κάτω και κλαίω. 

Μέχρι να πάθω το εγκεφαλικό, ο κάποιος μάλλον αποφάσισε να μου κάνει την
χάρη να γίνει part time παρκαδόρος, και πριν
καν το καταλάβω το Πέτζεοτ ήταν πρώτη μούρη στη σειρά. Κι εκεί που έχω
γαντζωθεί στα κάγκελα και κλαίγομαι ‘Πάλι ρεζίλι έγινα, μπουχουχου’ κτλ, ακούω
την φωνή του κάποιου πίσω μου να ρωτάει ‘Όλα καλά κορίτσια?’. Γυρνάω, μου
πέφτει το σαγόνι στο πάτωμα, και με έχω ήδη φανταστεί να σφουγγαρίζω το
κατάστρωμα όλο το καλοκαίρι μόνο και μόνο για να τον βλέπω. Ο εγκέφαλος μου
παίρνει πρωτοβουλία και κάνει παρέμβαση. ‘Θέλεις να απαντήσεις στον άνθρωπο? Ή
μήπως να του δείξουμε από τώρα πόσο καθυστερημένη είσαι? Μίλα μωρή!’. Με τα
χίλια ζόρια κατάφερα να ψελλίσω ένα ‘Γρουμφ, ναι.’, κι έπειτα πήγα να υπογράψω
τα χαρτιά της πρόσληψης μου και να παραλάβω το CREW μπλουζάκι.

Τις πρώτες δυο μέρες είχα κατασκηνώσει στο cafe με την πιο βολική θέα στο λιμάνι και τον έβλεπα που
πηγαινοερχόταν. Stalker. Κι επειδή δεν ήξερα
πως τον λένε, αποφάσισα να τον αποκαλώ ‘μούτσο’. Και οι άλλες με έβγαλαν
‘μούτσα’. ‘Η μούτσα για μούντζα’ πρόσθεσα με στόμφο.

Το τρίτο βράδυ καθόμαστε για ποτό, εγώ με look ‘συννεφιασμένη Κυριακή / φριζαρισμένο από την υγρασία
μαλλί / φέρτε μου έναν κουβά αλκοόλ να πέσω μέσα να πνιγώ’. Ώσπου ξαφνικά
πετάγεται η Μαρία και με ενημερώνει ότι ο μούτσος βρίσκεται στο περίπτερο.
Εκσφενδονίζομαι από την καρέκλα, ρίχνω κάτω την τσάντα μου, πιάνεται στο
τακούνι, αρχίζω να την σέρνω μαζί μου, το καταλαβαίνω μετά από κάνα δυο μέτρα,
την σηκώνω, την πετάω στις άλλες, και πάω κυρία στο περίπτερο. Με βλέπει ο
μούτσος, ‘Εξυπηρέτησε την κοπέλα πρώτα’ λέει στον περιπτερά, εγώ πάλι ηλίθιο
βόδι, δεν είπα τίποτα. Ζητάω ένα πακέτο τσιγάρα, και κάπου εκεί έρχεται η
ισοπεδωτική ατάκα δια στόματος περιπτερά. ‘Πλάκα με κάνεις? Πότε πρόλαβες να
καπνίσεις τα 3 πακέτα που πήρες πριν από δέκα λεπτά?’. Και ύστερα σιωπή. Άντε
απάντησε να δω τι θα πεις! Κοκκινίζω από πάνω μέχρι κάτω, λέω πως δεν είναι για
μένα, κάνω mental note να του βανδαλίσω το
περίπτερο την επομένη, και αποχωρώ. Πέφτω με τα μούτρα μέσα στον προαναφερθέντα
κουβά, μπας και ξεχάσω την μαλακία που με δέρνει. Πάνω που αρχίζω να το
ξεπερνάω, σκάνε δυο χέρια με σφηνάκια στο τραπέζι. Γυρνάω να δω τον ιδιοκτήτη
τους και βλέπω τον μούτσο. Μαλάκας η μούτσα.

Χρρρρρρρρρ. Χρρρρρρ? Τι είναι το χρρρρρ, και τι δουλειά έχει μέσα στο flashback μου? Επανέρχομαι στο
2009 με την βοήθεια του υπέροχου αυτού ήχου που κάνει το καλαμάκι όταν ρουφάς
το απόλυτο τίποτα ή κάποιο ίχνος αφρού από ένα άδειο ποτήρι, και όποτε ακούω
κάποιον να το κάνει μου έρχεται να του χώσω το ποτήρι, μαζί με το καλαμάκι,
στον κώλο. ‘Φτάνει, δεν έχει άλλο’ λέω, και αναχωρούμε για μπάνιο. Στο κλασσικό
μου μοτίβο, πλατσουρίζω σα σαρδέλα, και μαζεύω 15 κιλά πέτρες. Αυτή τη φορά παίρνω
και άμμο μαζί μου. Μήπως να ξεπατώσω και κανέναν βράχο? Μπα ε?

Την επόμενη μέρα ξυπνάω και επιτέλους καταλαβαίνω που είμαι. Αυτομάτως βάζω
όλα τα θέματα μου στην άκρη. Δεν με απασχολεί τι ώρα είναι, δεν ξέρω που είναι
το κινητό μου, και χέστηκα αν πετάει το μαλλί μου. Μπορώ να κάθομαι όλη μέρα με
έναν καφέ στο χέρι, και να παρατηρώ τα φέρια που φεύγουν, έρχονται, και
ξαναφεύγουν. Τον κόσμο που κουβαλάνε. Μετράω πόσα αυτοκίνητα χωράει το καθένα.
Άσκοπο, αλλά τη δεδομένη στιγμή με διασκεδάζει.

Τριγυρνάω σα το παρτάλι. Απολαμβάνω την πεντακάθαρη θάλασσα. Δεν τινάζω την
άμμο που κολλάει στα πόδια μου. Αποφασίζω πως όταν γίνω πρωθυπουργός θα κάνω
τις ρακέτες ποινικό αδίκημα. Βάζω στο μάτι έναν συγκεκριμένο γλάρο και τον
κυνηγάω να τον βγάλω φωτογραφία.

Γελάω με την τρελή συνεννόηση Μαρίας – Δημήτρη.

-        
Μοιάζουν μυρμήγκια οι άααααααανθρωποι.

-        
Μύδια?

-        
Ποια κρεμμύδια?

Ο ήλιος με χτυπάει στα μούτρα. Κάνω σημάδι από τα γυαλιά, το γνωστό μου
στυλ Κοκομπάγια. Who cares? Παρατηρώ τις  γάτες που προσπαθούν να κλέψουν ένα κοτόπουλο
από τον κάδο του σουβλατζίδικου. Απαντώ στην κλασσική ερώτηση όσων έρχονται για
πρώτη φορά΄. ‘Πως πάω για Αλυκές?’.

Γελάω, ηρεμώ, γαληνεύω.

Μέχρι το βράδυ της Κυριακής. Εκεί που περπατάμε, βλέπω το αυτοκίνητο του να
έρχεται προς το μέρος μας. Τελείως αντανακλαστικά αφυπνίζεται η στρουθοκάμηλος
μέσα μου, και χώνομαι μες στην τσάντα μου. Περνάει από δίπλα μας, η Μαρία με
φάτσα ροφού έχει μείνει στο ‘Νατάσα…’, κι εγώ αναρωτιέμαι αν δεν μας γνώρισε, ή
αν έκανε πως δεν μας γνώρισε. ‘Δεν ξέρω’, λέει η Μαρία. ‘Δεν θέλω να ξέρω’, λέω
εγώ.

Πάμε για φαγητό στην Κληματαριά, ο Δημήτρης χαίρεται που έχει και live μουσική. Χαίρεται
ακόμα περισσότερο όταν το μπιφτέκι μου μετοικεί στο πιάτο του. Κάπου εκεί
συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι καλά, γιατί η δική μου όρεξη δεν κόβεται με τίποτα
για τέτοια θέματα. Δυο φορές έχει συμβεί μόνο, μια το 2006 που μου είχε κάτσει
ένας γκόμενος και μάλλον δεν μπορούσα να μασήσω από την αγκύλωση που είχε
προκληθεί από το ηλίθιο χαμόγελο που είχα όλη μέρα στη μούρη μου, και μια τώρα.

Το τσακίρ κέφι έρχεται όταν αρχίζει η μουσική. Νωρίς που βράδιασε, ο κόσμος
άδειασε, αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ, δεν θα σε ξαναδωωωωωωώ ω ω ω ω. Γάμησε μας,
να τελειώνουμε. Ψάχνω τα μηνύματα της sim μου, με τρώει ο κώλος μου. Νιώθω να βουρκώνω. Όχι, δεν θα κλάψω πάνω από
ένα πιάτο κολοκυθάκια. Δεν θα κλάψω καθόλου.

Πετάγομαι από την καρέκλα, αυτή τη φορά με την τσάντα στα χέρια και όχι στο
πόδι, ζητώ συγγνώμη, και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και αρχίζω να ψάχνω.
Πετάω cds δεξιά κι αριστερά.
Ψάχνω να βρω έναν συγκεκριμένο στίχο, που επαναλαμβάνεται εδώ και αρκετή ώρα
στο κεφάλι μου. ‘Δεν είναι ο κόσμος ιδανικός, για το ταξίδι είναι δανεικός, για
να ‘χει όνειρα να κάνει ο ενικός’. Το βρίσκω, πατάω το repeat και φεύγω. Μετά από αρκετή ώρα καταλήγω στην παραλία, με
την ελπίδα πως θα ξεβραστεί κανένας λευκός καρχαρίας και θα με καταβροχθίσει.
Να ησυχάσω εγώ, και να βαρυστομαχιάσει αυτός.

Χαζεύω τα φώτα της Ουρανούπολης. Βουτάω τα πόδια μου στο νερό. Νιώθω τον
αέρα στο πρόσωπο μου. Την αλμύρα να κολλάει επάνω μου. Στο βάθος ακούγεται η
μουσική από κάποιο beach bar. Ανάβω τσιγάρο και
σκέφτομαι. Τι είναι αυτό που με φρίκαρε τόσο?

Το συμπέρασμα του ψυχασθενικού μυαλού μου πως έκανε ότι δεν με είδε? Έχουν
περάσει 250 χρόνια και ισάριθμες αλλαγές από πάνω μου. Είναι λογικό να μη με
γνωρίσει. Είναι? Είναι. Πάραυτα μέσα μου παραμένει μια αμφιβολία.

Και γιατί με νοιάζει μετά από τόσο καιρό? Γιατί στενοχωρήθηκα για κάποιον
που κατά τ’ άλλα δεν υπάρχει σα σκέψη μέσα στην καθημερινότητα μου? Είναι
παντού μα εγώ δεν τον ψάχνω, είναι αλλού, αναπνέω, υπάρχω. Είναι αλλιώς μα εγώ
δεν τον ξέρω, σβήνω το φως αλλά δεν υποφέρω. (ok, το παραδέχομαι, αυτό το έκλεψα από τη Βίσση). Δεν
σκέφτομαι άλλο, να μου λείπουν οι αναλύσεις. Ούτως ή άλλως είναι ανούσιες, αφού
άκρη με τον εαυτό μου δεν βγάζω. Απλά αποδέχομαι την βλακεία μου.

Γυρίζω πίσω, οι άλλοι είναι στο μπαλκόνι. ‘Τι έγινε? Τι έπαθες?’ με ρωτάει
η Μαρία. ‘Θύμωσα που μου έφαγε το μπιφτέκι μου!’ απαντώ, και η συζήτηση λήγει
κάπου εκεί.

Το επόμενο πρωί ξυπνάω ξενερωμένη που πρέπει να φύγουμε. Μαζεύω πράγματα,
κατεβάζουμε τα αυτοκίνητα στο λιμάνι, και πάμε για καφέ. Και δεν είμαστε οι
μόνοι με όρεξη για freddo. Εκεί που κάνουμε από
τώρα σχέδια για του χρόνου, τον βλέπω να πλησιάζει απειλητικά. Εντάξει λέω,
σπίτι θα πηγαίνει ώσπου να μπουν τα αυτοκίνητα μέσα, όπως κάνει συνήθως. Θα
‘θελες! Σταματάει στα 3 μέτρα από μας, και μπαίνει μέσα να πάρει καφέ.
Εννοείται πως πριν καν σταματήσει, εγώ είχα ήδη αρπάξει την τσάντα μου, μόνο
που δεν χωράς στην pochette, ΔΕΝ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ POCHETTE,οπότε πιάσε κάτι
άλλο. Μέχρι να φύγει είχα μάθει όλο το menu του κινητού μου απ’ έξω. Άκρως ανώριμη και κομπλεξική
συμπεριφορά και δεν μπορώ να καταλάβω πως σκατά μου ήρθε να φερθώ έτσι, ενώ θα
μπορούσα κάλλιστα να πω μια καλημέρα, κι ας έπεφτε κάτω. Ένιωσα ακόμα πιο
άσχημα όταν ο Δημήτρης είπε πως φεύγοντας κοίταξε και ψιλοσκάλωσε, σα να
προσπαθούσε να καταλάβει αν είμαστε εμείς. 

Μπαίνουμε στο ferry και αρχίζει η πτώση
της ήδη ελαττωματικής μου διάθεσης. Πάντα όταν φεύγω έχω ένα στενάχωρο
συναίσθημα. Βλέπω την Αμμουλιανή να μικραίνει πίσω μου και νιώθω πως ήδη κάτι
μου λείπει.

Περιφέρομαι άσκοπα μέχρι να φτάσουμε στην Τρυπητή. Περνάω μπροστά από την
τουαλέτα και με την άκρη του ματιού πιάνω την αντανάκλαση μου στον καθρέπτη.
Κοντοστέκομαι και κοιτιέμαι. Συγκρίνω την εικόνα που βλέπω, με το 22χρονο
ελαφρόμυαλο με τα άσπρα φρύδια.

Χαμογελάω. Δεν είμαι πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Ούτε απ’ έξω, ούτε μέσα. Βασικά
παίζει και να είμαι πιο μαλακισμένο απ’ ότι τότε.          

 

14 responses so far

Aug 10 2009

Glamorous death

Published by stilvi under Uncategorized

Τον ανακάλυψε στο youtube η Φανή, κι εγώ απλά τον αγαπώ!

6 responses so far

Aug 04 2009

Where is my mind?

Published by stilvi under Uncategorized

6 responses so far

Jul 17 2009

Wishlist

Published by stilvi under Uncategorized

Αυτά. Πάω να κλάψω τώρα.

18 responses so far

Jun 18 2009

If you ‘re not the one

Published by stilvi under Uncategorized

Πέρασα μια
ιδιαίτερα ζόρικη περίοδο της ζωής μου παρέα με αυτό το τραγούδι. Είχα καιρό να
το ακούσω, και μάλλον καλά έκανα, γιατί μόλις με ψιλοπήδηξε, αλλά δεν πειράζει.

Enjoy..

 

10 responses so far

Jun 08 2009

Time is running out

Published by stilvi under Uncategorized

7 responses so far

Apr 27 2009

I went to London and all I got was a pair of lousy feet

Published by stilvi under Uncategorized

Εναλλακτικοί τίτλοι:

‘Αίμα, δάκρυα και ιδρώτας’

‘Κι υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω πολύ’

‘Χρύσωσε τα Boots, μπορείς!’

‘Ποια είναι η Κυριακή?’ (ok, αυτό είναι άσχετο,
αλλά όπως βλέπω είναι της μόδας τώρα τελευταία, και είπα να το κοτσάρω κι εγώ.)

 

Day 1

 

   Ο Γιώργος διασκεδάζει κουνώντας τα
καθίσματα μας. Ο Κ. και η Ξ. είναι χωμένοι μέσα στον τουριστικό οδηγό και
μαρκάρουν σελίδες. Η Φανή δίπλα μου, ξεφυλλίζει ένα περιοδικό και μου δηλώνει
ότι πάλι έρχονται σκατά μέρες για τον Σκορπιό. Κι εγώ βαριέμαι. Απλά βαριέμαι.
Διαβάζω για 4η φορά την ίδια σελίδα του βιβλίου που τυραννάω εδώ και
μισή ώρα και τελικά παραιτούμαι, μια που it’s not going to happen, χρειάζομαι πλήρη
απομόνωση και ησυχία για να συγκεντρωθώ στο διάβασμα. Ρωτάω πόση ώρα έμεινε,
ελπίζοντας η απάντηση που θα λάβω να περιέχει έναν αριθμό και την λέξη ‘λεπτά’.
2 ώρες μου λένε. Κοπανάω το κεφάλι μου στην μπροστινή θέση και σκέφτομαι.
Βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι τραγικά το αεροπλάνο!

Προτού προλάβω να ολοκληρώσω την φαντασίωση όπου στραγγαλίζω τον διπλανό
μου, ο οποίος έχει ξαπλώσει επάνω μου λες και είμαι σεζλόνγκ, προσγειωνόμαστε.
Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα που βρίσκομαι, αλλά δεν πειράζει, έχω το ειδικό
‘kick in spot’ μου, το οποίο είναι
μόλις μισή ώρα μακριά.

Η μισή αυτή ώρα περνάει, και σέρνοντας την –ως συνήθως- τεράστια και
υπέρβαρη λουλουδάτη βαλίτσα μου βγαίνω από τον σταθμό της Victoria. Κι εκεί, ανάμεσα
στους ανθρώπους που τρέχουν να προλάβουν -το τραίνο, το μετρό και την ζωή-, και
τον κυριούλη που μαζεύει τις πατημένες γόπες, καταλαβαίνω ότι είμαι στο Λονδίνο
και κάθομαι και χαμογελάω σαν ηλίθια.

Βρίσκουμε το ξενοδοχείο, μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε έναν Ινδό μες στην
τρελή χαρά, να μας λέει ότι έμενε κάποτε στην Κατερίνη, και συγκεκριμένα στον
Κούκο (no idea what that is), και πόσο πολύ του αρέσει η Ελλάδα κτλ.
Μου δίνει το κλειδί, 4ο floor μου λέει. Και παθαίνω ένα εγκεφαλικό άλλο πράγμα. Γιατί
αφενός δεν είχε ασανσέρ, και αφετέρου η σκάλα ήταν για τα μπάζα. Τυπική ξύλινη
αγγλική, στενή, με μοκέτα, τα σκαλοπάτια να έχουν ότι να ‘ναι κλίση, και άντε
ανέβα εσύ με την βαλίτσα χωρίς να σκοτωθείς. Του ρήμαξα όλους τους τοίχους και
ησύχασα. Βέβαια το μεγάλο σοκ ήρθε όταν μπήκαμε στο δωμάτιο, και κάπου εκεί
μεταφράστηκε και το χαμόγελο του Mr Κούκος. ‘Σας έχω ήδη δεσμεύσει 200 λίρες ως εγγύηση από τις κάρτες σας,
οπότε δεν με νοιάζει που θα πεθάνετε μόλις αντικρίσετε τις τρύπες που έχω
βαπτίσει en suite rooms’. Για να
κυκλοφορήσουμε εκεί μέσα, έπρεπε η μια να είναι καθισμένη στο κρεβάτι όσο η
άλλη να κινείται. Που ok, λες δε γαμιέται, θα
το αντέξω. Εντελώς ανυποψίαστη ανοίγω την πόρτα του μπάνιου. Δεν μπορώ να
περιγράψω το δέος που ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Μπροστά μου έβλεπα έναν χαοτικό
χώρο και με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισα να μείνω εκεί μέσα για 5 μέρες.
Ποιος το χέζει το Λονδίνο, θα είμαι στο μπάνιο Φανή!

1 m²? 1,5 m²? 2 m² φτου και βγαίνω? Καθόσουν να κατουρήσεις και τα γόνατα
σου χτυπούσαν στην πόρτα. Προσπαθούσες να κάνεις μπάνιο και σα να μην έφτανε
που δε χωρούσες να γυρίσεις σαν άνθρωπος χωρίς να πέσεις μέσα στη λεκάνη, είχες
και την κουρτίνα να κολλάει επάνω σου. Τσακίρ κέφι.

Είχα σκοπό να μείνω για ώρες αγκαλιασμένη με την κουρτίνα, αλλά μας
περίμεναν ο Κ. και η Σ. στο Piccadilly, οπότε -δυστυχώς-
έπρεπε να φύγουμε.

Βρισκόμαστε, μαλακιζόμαστε λίγο μες στη βροχή, πάμε για φαγητό, και μετά
κατηφορίζουμε προς Harrods.

Κλάμα και οδυρμός μπροστά σε πέδιλο Vuitton, και απόλυτο ξενέρωμα με τον Louboutin. Ειδικά το πέδιλο
υπερπαραγωγή που βλέπαμε στο internet και προσκυνούσαμε,
από κοντά ήταν λες και μάδησε φτηνιάρικο λουλουδοκοκαλάκι από το Hondos και το κόλλησε επάνω
στο παπούτσι.

Βγαίνουμε έξω, μας πέφτει λίγο το σαγόνι βλέποντας τις Bentley που ήταν
παρκαρισμένες απέναντι, και φεύγουμε. Κατεβαίνουμε Green Park και το παίρνουμε όλο
με τα πόδια μέχρι Covent Garden. Κάνουμε βόλτα σε Old Bond, Regent, Leicester Square, χωνόμαστε στα στενά
του Soho.

Πίνουμε έναν latte –έχουμε και στο χωριό
μας- στο Costa, κι εκεί τελειώνει η
βραδιά. Με περιμένει και η κουρτίνα για τρελίτσες, μη ξεχνιόμαστε.

 

Day 2 – Η αρχή του
δράματος

 

   Τι σκατά με πιάνει πάντα στις
διακοπές και σηκώνομαι από τα χαράματα δε ξέρω. 07.38 Σάββατο πρωί. Κατρακυλάω
στις σκάλες και βγαίνω έξω με τον καφέ και τα τσιγάρα στο χέρι, γιατί αν δεν
συνυπάρξουν καφεΐνη και νικοτίνη στον οργανισμό μου με το που ανοίξω το μάτι
κάτι παθαίνω. Φοράω πυτζάμες με κάτι γάτες πάνω, αλλά δε με νοιάζει. Στο
Λονδίνο είμαι, κανείς δε θα με σχολιάσει. Με το που ανάβω το τσιγάρο, σκάει η
πρώτη γνωριμία μου στην γειτονιά. Μεσήλικας κύριος με κάτι κάρτες στο χέρι μου
ζητάει να αγοράσω δυο στην προνομιακή τιμή της μιας λίρας. Δεν έχω λεφτά πάνω
μου, του λέω. Μου λέει ότι ήταν 6 χρόνια στην φυλακή, και τώρα προσπαθεί να
επανενταχθεί στην κοινωνία. Καλή επιτυχία του λέω, και φεύγει. Πετάγεται και ο
Κούκος από το πουθενά, μου πετάει ένα καλημέρα στα ελληνικά, και ολοκληρώνεται
το χαρούμενο μου ξύπνημα. Σέρνομαι μέχρι πάνω, ντύνομαι, και φεύγουμε για Hyde Park.

Περπατώ, περπατώ εις το δάσος και χαζεύω τα πτηνά που κολυμπάνε αμέριμνα.

 

Εκεί που προσπαθώ να προσεγγίσω ένα παπί χωρίς να το τρομάξω, αισθάνομαι
κάτι υγρό στο πόδι μου. Βγάζω το παπούτσι και τα δάχτυλα μου έχουν πιάσει mood Iraq. Που σκατά και γιατί
βρήκα τόσο αίμα δεν ξέρω. Φυσικά όσο συνεχίζω να περπατάω, τόσο επιδεινώνεται η
κατάσταση. Οι άλλοι αποφασίζουν να κάνουν τουρνέ σε όλα τα πάρκα της πόλης, κι
εγώ παίρνω τον δρόμο της επιστροφής για το ξενοδοχείο, να αλλάξω παπούτσια.
Μπουκάρω και σε ένα Boots, παίρνω ένα κάρο
γάζες, αντισηπτικά κτλ, και νομίζω πως θα την παλέψω. Μέχρι να πάω στο
ξενοδοχείο, να ανέβω τις καταραμένες τις σκάλες, να αλλάξω κτλ, έχω ήδη βαρεθεί
και αποφασίζω να κοιμηθώ. 

 Το βράδυ πάμε για Ανάσταση στην Αγία Σοφία στο Bayswater, μαλώνω λίγο με τα πόδια μου για το bitchy attitude τους και επιστρέφουμε
στο αγαπημένο ξενοδοχείο.

 

Day 3 – Στάχτη και Burberry

 

   ‘Εκδρομή’ σε Burberry. Βάζω τα αθλητικά μου
για να μην έχω πάλι κανένα foot incident και off we go. Παράπονο δεν έχω, κατάφερα να φτάσω
μέχρι εκεί αξιοπρεπώς. Και μόλις μπήκα μέσα, σωριάστηκα στον καναπέ και δεν
μπορούσα να κάνω ούτε ένα βήμα. Το δράμα της κουτσής καταναλώτριας. Μετά κόπων
και βασάνων κατάφερα να φτάσω μέχρι τα παπούτσια, πήρα ένα ζευγάρι καφέ γόβες,
έκλαψα λίγο για κάτι άλλες που δεν υπήρχαν στο νούμερο μου και ξαναπήγα στον
καναπέ μου.

Ο επόμενος προορισμός μου ήταν φυσικά η φωλιά του κούκου. Καλοπέρασα στη
διαδρομή. Δέκα βήματα, στάση. Άλλα δέκα, φαρμακείο. Δέκα ακόμα, Boots. Από Victoria μέχρι το ξενοδοχείο,
δηλαδή μια απόσταση 300 μέτρων, έκανα 20 λεπτά. Θάνατος. Βάλε κι ένα δεκάλεπτο
στην σκάλα, ήρθε κι έδεσε το πράγμα.

Με το που βγάζω το παπούτσι, βλέπω αυτό.

 

Και σαν να μην έφτανε αυτή η απέραντη ομορφιά, μέσα σε δέκα λεπτά πρήστηκε
το σύμπαν, κι εγώ προσπαθούσα ανεπιτυχώς να βρω τα κόκαλα των αστραγάλων μου.

 Είχα δυο εναλλακτικές. ‘Η να αρχίσω να κλαίω μέχρι να πάθω αφυδάτωση, ή να
το βουλώσω και να κάτσω στα αυγά μου μέχρι να ηρεμήσει το όλο σύστημα. Έμεινα
στο ξενοδοχείο μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Σάπισα στην τηλεόραση,
είδα μέχρι και τουρνουά μπιλιάρδου. Κι όταν δεν έβλεπα τηλεόραση, ήμουν έξω,
καθισμένη σε κάτι σκαλοπάτια σα το κακόμοιρο, με τον Κούκο να με ζαλίζει στα
‘καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα’ κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου.

 

Day 4 –
The Παντόφλα of the Opera

   Σηκώνομαι πάλι αξημέρωτα, κάνω το παπούτσι παντόφλα
πατώντας το, και πάω φαρμακείο με την Φανή. Γυρίζουμε, τα παιδιά φεύγουν, κι
εγώ αποφασίζω να κάνω τα παπούτσια μου υπερπαραγωγή. Βάζω πάτους, κολλάω
προστατευτικά για την φτέρνα, τα ψεκάζω με αντισηπτικό, ok λέω, θα είμαι μια χαρά.

Δυο τετράγωνα πιο κάτω τα είχα ήδη φτύσει. Κι εκεί πήρα την μεγάλη απόφαση
να γίνω παρτάλι. ‘Θα πάρω παντόφλες!’ λέω με γενναία αποφασιστικότητα.
Εννοείται ότι με περίμεναν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες παντόφλες στην στροφή.
Ούτε ένα μαγαζί, άρχισα να παραιτούμαι από τη ζωή. Κι εκεί που οι ελπίδες μου
έχουν πιάσει πάτο, συναντάω το απίστευτο αυτό κομμάτι, και φαντάζομαι ήδη το
σύνολο – θραύση. Speedy στο χέρι και χάρτης
του underground στο πόδι. Θεά, τι να
λέμε τώρα. Fyi δεν τις έβαλα ποτέ.

Κουτσά στραβά φτάνω μέχρι Camden. Δεν παίζει να ανέβω
Λονδίνο και να μη πάω Camden, μου αρέσει η όλη
χύμα κατάσταση του, άσε που στα uni years μου συνήθως εκεί
πηγαίναμε. Κάνω την βόλτα μου, σκάω από τη ζέστη, και κατεβαίνω Piccadilly, για φαγητό με τα
παιδιά.


Στις 19.15 μπαίνω στο κακάσχημο αυτό θέατρο…


…για να δω την κακάσχημη αυτή παράσταση.

Και παθαίνω την πλάκα της ζωής μου. Απίστευτες ερμηνείες, τα σκηνικά να
αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνεις, η μουσική να είναι τόσο επιβλητική που σου
σηκώνεται η τρίχα. Εννοείται μούντζωσα γύρω στις 300 φορές τον εαυτό μου που
τόσα χρόνια δεν αξιώθηκα να πάω να το δω.

Και ύστερα βγαίνει ο Φάντασμας (no comment, δικιά μου λέξη).

Oh my
God! Δεν
ήξερα αν πρέπει να του κάνω πρόταση γάμου ή να τον αρπάξω και να αρχίσω να
τρέχω. Φωνάρα. Απλά φωνάρα. Ότι τον αγαπώ σας το είπα?

(Η επιλογή της ημίγυμνης φωτογραφίας είναι τυχαία.)

Βγαίνω στο διάλειμμα για τσιγάρο και ακούω δυο γκόμενες να συγκρίνουν το
αριστούργημα που μόλις είδαμε με το πρόγραμμα της Βανδή. Περιμένω να αρχίσουν
να το συγκρίνουν και με επιθεώρηση του Σεφερλή, για να τις αρπάξω και να τις
κοπανάω μέχρι να ματώσουν. Ευτυχώς – για αυτές- δεν το κάνουν.

Day 5 – Ματώνω, ματώνω,
εσένα θέλω μόνο Boots

   Ανάλυση προγράμματος και επιλογή
ασφαλέστερης διαδρομής. Τα κορίτσια θα πάνε για ψώνια. No, thank you, δεν παίζει, θα
πεθάνω στο 5λεπτο. Ακολουθώ τα αγόρια στο γήπεδο της Chelsea, με μια πρώτη στάση στο Buckingham. Εννοείται πως μέχρι
να πάμε από St James’s Park μέχρι τον σταθμό του Westminster έχω χάσει τουλάχιστον
μισό λίτρο αίμα.

Με το που βγαίνουμε στο Fulham Broadway πέφτουμε πάνω σε Boots. ‘Είδες που σε
φέραμε?’ μου λένε τα σούργελα. Παίρνω κάτι pads για εγκαύματα με gel και αρχίζω την επιχείρηση διάσωσης άκρων. Αμ δε. Πάω
μέχρι το γήπεδο, παίρνω μια ζακέτα που ήθελε ένας φίλος μου και φεύγω.

Μπαίνω στο βαγόνι και βλέπω δυο σκυλάκια, ξάπλα και άνετα, να απολαμβάνουν
την διαδρομή. Χαμογελάω με το θέαμα, και ύστερα σκέφτομαι τι θα γινόταν με μια
παρόμοια εικόνα στην Ελλάδα. ‘Βγάλτε το κωλόσκυλο έξω, έχουμε παιδιά, πάρτε τα
μικρόβια από δω’ κτλ. Ότι δεν θα γίνουμε άνθρωποι ποτέ σας το είπα?

Γυρνάω στον λατρεμένο Κούκο, κάθομαι ξάπλα ένα δίωρο μπας και γίνει το
θαύμα και ηρεμήσουν τα πόδια μου, και σηκώνομαι να κάνω βαλίτσα. Μαζεύονται και
οι υπόλοιποι, και φεύγουμε για Gatwick.

Μπαίνουμε στα Duty free και σεληνιάζομαι. 100ml αρώματα, 50 λίρες. Δεν ήξερα τι άρπαζα,
γυάλισε το μάτι μου. Ξοδεύω 300+ λίρες και ησυχάζω.

Στις έντεκα προσγειωνόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Ξενερώνω με το που πατώ το
πόδι μου σε ελληνικό τσιμέντο. Βρίσκομαι με τους φίλους μου. Τους κοιτάω και
κάτι με ενοχλεί. Τους κοιτάω και βαριέμαι. Μάλλον κάτι πρέπει να αλλάξω στη ζωή
μου.

Αλλάζω την γάζα στο πόδι μου και σκέφτομαι πόσο πολύ μου λείπει ο Mr Κούκος.      

20 responses so far

Apr 25 2009

The Phantom of the Opera

Published by stilvi under Uncategorized

Έχω πάθει πολιτισμικό σοκ με την φωνή του τύπου και μάλλον τον αγαπώ.

14 responses so far

Next »