Φ- Πάμε Hondos?
Σ- Τι είναι αυτά που λες γελοία απομίμηση της κούκλας του σατανά? Σε λίγο θα μου πεις να γραφτούμε και γυμναστήριο.
Φ- Γιατί ρε, καιρό έχουμε να πάμε.
Σ- Ναι, ίσα με μια βδομάδα.
Φ- Θα πάμε τελικά?
Σ- Πάμε, αλλά άμα με δεις να παίρνω τίποτα, σφαλιάρισε με!
Η εγκράτεια μου ισοπεδώθηκε με το που πέρασα την πόρτα. Σα σκηνή απο καρτούν, άρχισα να αιωρούμαι ακολουθώντας μυρωδιές. Ροζ καρδούλες συνόδευαν την πορεία μου, η γλώσσα μου είχε πάρει την κατιούσα προς το πάτωμα, και τα μάτια μου είχαν ήδη κλειδώσει επάνω στον στόχο. Christian mon amour, je suis ici! Μέσα στον απόλυτο υπνωτισμό μου, ένιωσα τη Φ. να με πιάνει απο τον ώμο και να μου λέει ‘Όχι στον Dior, τζιζ κακό.’ Γύρισα, την δάγκωσα, και συνέχισα ακάθεκτη. Πήρα τα κέρατα μου, το πορτοφόλι μου είχε ήδη βάλει τα κλάματα, αλλά τουλάχιστον μου έφυγε η καύλα και ησύχασα.
Η Φ. είχε την φαεινή ιδέα να κατέβουμε και στον κάτω όροφο, τον οποίο είναι γεγονός πως είχαμε παραμελήσει τον τελευταίο καιρό. Ανάθεμα την ώρα. Εκεί που προχωρώ άνετη και χρεωκοπημένη, βλέπω το πλέον αποτρόπαιο θέαμα. Μαύρη, μεγάλη, με κόκκινα ψηφιακά πεδία, έτοιμα να με κατασπαράξουν. Παγώνω, η Φ. πέφτει πάνω μου…
Φ (με ύφος ‘Βλέπω το εγκεφαλικό να μου κλείνει το μάτι’) – Μαλάκα έβαλαν ζυγαριά…
Σ- Τρέξε να σωθείς. Που είναι το φύλλο παραπόνων? ΤΡΕΞΕ ΣΟΥ ΛΕΩ.
Καθώς απομακρυνόμασταν απο την τρισκατάρατη με γοργά ελαφίσια βηματάκια, το μάτι μου έπιασε μια γνώριμη φιγούρα στον χώρο. Η οποία φιγούρα ήταν τελικά η Β.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ψιλοζόρικα απο άποψη ‘φιλίες γειτονιάς’. Ζω σε ένα μέρος, που πριν απο δεκαπέντε χρόνια ήταν η απόλυτη ερημιά, άσχετα αν πλέον έχει μετακομίσει εδώ η μισή Θεσ/νίκη, η κουτσή Μαρία και κάτι μακρινές ξαδέρφες της απο το Τιμποκτού. Δέκα σπίτια λοιπόν τότε στη γειτονιά μου, τα μισά απο αυτά εξοχικά. Είχα φίλους απο το σχολείο, παράπονο δεν έχω απο παρέες, δεν υπήρξα ποτέ στερημένη. Αλλά αυτό το ‘βγαίνω απο το σπίτι, βρίσκω τα υπόλοιπα παιδάκια και παίζουμε’ δε το είχα. Το χειμώνα δηλαδή. Γιατί το καλοκαίρι τα πράγματα άλλαζαν. Με το που έκλειναν τα σχολεία, όσοι είχαν εξοχικό κατέφθαναν μαζί με τα παιδιά τους για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Τρελή χαρά εγώ, ζούσα όλο το χειμώνα για την 16η Ιουνίου. Ανάμεσα στα άτομα της καλοκαιρινής παρέας και η Β. Την θυμάμαι απο τότε που δε θυμάμαι και πολλά, παρά μόνο ελάχιστες εικόνες, μια που η ηλικία μου δε μου επέτρεπε να αποθηκεύω μεγάλες ποσότητες δεδομένων. Κοινώς, απο τα 5 μου περίπου. Ήταν η καλύτερη μου φίλη, μαζί απο το πρωί μέχρι το βράδυ, λασπωμένες, χαρούμενες, ενίοτε και ματωμένες. Τι να πρωτοθυμηθώ απο αυτά τα χρόνια. Παιχνίδι, ανόητοι καυγάδες που κατέληγαν σε συμφιλίωση μετά απο 3 το πολύ λεπτά, βόλτες με τα ποδήλατα, ατελείωτες ώρες στη θάλασσα, βράδια που αφότου είχαμε ξεθεωθεί στο κρυφτό καθόμασταν όλοι κάτω στη σειρά και κοιτούσαμε τα αστέρια αμίλητοι. Κι ύστερα έφτανε η 6η Σεπτεμβρίου, και έφευγαν. Επικοινωνούσαμε με τηλέφωνα και γράμματα, και τελικά ο επόμενος Ιούνης δεν αργούσε και τόσο να έρθει.
Τα χρόνια πέρασαν, μπήκαμε σε άλλες φάσεις, βιώσαμε καινούριες καταστάσεις, τα πράγματα δεν ήταν πια ίδια…
25/08/97
12.25
Ακούω μουσική και σκέφτομαι τα τελευταία δυο χρόνια. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Παλιότερα τα καλοκαίρια με έβρισκαν να μαλώνω με την Β. κάτω απο τη συκιά της κυρίας Νίτσας για το ποια απο τις δυο μας θα πάρει τον κόκκινο GI Joe. Να προσπαθούμε επί σειρά ετών να φτιάξουμε μια καλύβα, ασχέτως αν ποτέ δε τα καταφέραμε. Να δημιουργούμε άπιαστα σενάρια, και να τα ζούμε φορώντας τα παλιά ρούχα που μας είχαν δώσει οι μαμάδες μας. Τόσα χρόνια έχουν περάσει απο τότε, κι όλα τα θυμάμαι, σα να ‘ναι χτες. Όσο μεγαλώνεις, τόσο θυμάσαι τα παλιά και ξεχνάς τα κοντινά. Κι όλο μελαγχολείς.
Το φετινό καλοκαίρι μας βρήκε ευτυχώς ακόμα μαζί, αλλά με άλλους ανθρώπους στο πλάι μας. Η παλιά παρέα ρήμαξε, κάποιοι έφυγαν και δε ξαναγύρισαν ποτέ. Τερτίπια του φθοροποιού χρόνου υποθέτω…
Κι άλλα χρόνια ήρθαν, και αύξησαν τον αριθμό αυτών που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Οι προτεραιότητες και τα μυαλά άρχισαν να αλλάζουν, και χαθήκαμε. Έτσι απλά.
Επανέρχομαι στην πραγματικότητα μετά απο το τέλος της μίνι ταινίας που έχει παίξει στο κεφάλι μου. Η Φ. είναι τουλάχιστον 8 χιλιόμετρα μακριά. Είπαμε να τρέξει, αλλά αυτή το ξεμούνιασε. Κοιτάω την Β. πάλι και σκέφτομαι οτι έχω γύρω στον ένα χρόνο να τη δω. Φιλιόμαστε, λέμε τα τυπικά, με ρωτάει ‘Εσύ πως τα πας?’. Απ’όλες τις πιθανές απαντήσεις που θα μπορούσα να δώσω, εγώ προτίμησα να πω ‘Καλά μωρέ. Να, μου έφυγε ένα κουμπί απο το παλτό καθώς ερχόμασταν’. Και μόλις συνειδητοποιώ τι ξεστόμισα, με κυριεύει μια στεναχώρια. Γιατί έχω απέναντι μου έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι μου, αποδέκτης της αγάπης μου. Έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, συμπρωταγωνιστεί στο μεγαλύτερο μέρος των αναμνήσεων μου. Έχει συμβάλλει με τον τρόπο της στο ποια είμαι. Κι όμως, μου είναι τόσο αδιάφορη πλέον, που δε μου κάνει αίσθηση να της πω τίποτα το ουσιώδες, αλλά να μιλήσω για ένα κουμπί. Και αυτό με λυπεί αφάνταστα.
Υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκα κατά πόσο φταίω για την εξέλιξη αυτή. Ή αν θα ήταν αλλιώς τα πράγματα σήμερα, αν χειριζόμουν διαφορετικά την κατάσταση. ‘Fuck it, είναι αργά πλέον’ μου φωνάζει κάτι μέσα μου.
Καμιά φορά που βγαίνω απο το σπίτι, γυρίζω και κοιτάω τη συκιά. Στέκεται ακόμα εκεί, άφθαρτη στον χρόνο. Να μου θυμίζει την καλύβα που ποτέ δεν φτιάξαμε.
