Sep 19 2008
Pit stop
Ημέρα 1η. SKG
- Που στα κομμάτια είναι αυτό το αεροπλάνο?
- Δεν έχω ιδέα.
- Δε θα φύγουμε ποτέ.
- Κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό.
- Αυτό ήταν. Συγχύστηκα. Πάω στα Swarovski.
Μπαίνω στα Duty Free για 54η
φορά, καταθέτω μια μικρή περιούσια για ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και ησυχάζω. Όσο
χαιρόμουν σα ζαβό για το καινούριο μου απόκτημα, αποφάσισε και το αεροπλάνο να
έρθει, μετά από 40λεπτη καθυστέρηση. Μαζευτήκαμε, ανεβήκαμε, δεθήκαμε και off we went.
- Φτάσαμε?
- Ακόμα δεν απογειωθήκαμε.
- Λεπτομέρειες. Φτάσαμε??
Μετά από 1 ώρα και 50 λεπτά και αφού είχα ρωτήσει γύρω στις 200 φορές αν
φτάσαμε, προσγειωθήκαμε στο Malpensa. Αυτό το αεροδρόμιο
το έχω άχτι, γιατί σε όλα μα όλα τα transits έπρεπε να κάνω ρεκόρ στα 400 μετ’ εμποδίων για να
προλάβω το επόμενο αεροπλάνο. Αυτή τη φορά το διέσχισα σχεδόν μπουσουλώντας και
το ευχαριστήθηκα.
Αφού πανηγύρισα την ηθική μου εκδίκηση, βρήκαμε την συνοδό και τους
υπόλοιπους του group και αρχίσαμε να
κατηφορίζουμε προς Μιλάνο. Στην διαδρομή μας ενημέρωσαν πως μας έχουν χωρίσει
σε διάφορα ξενοδοχεία, πράγμα που καθόλου δεν με ενόχλησε, καθώς είχα ήδη
εντοπίσει τον ‘Είμαι έξυπνος, γαμάτος, και έχω άποψη για τα πάντα’ κάγκουρα της
όλης υπόθεσης, και έκανα δεήσεις να τον πάρουν όσο πιο μακριά γίνεται από
εμένα. Fyi, έπιασαν.
Πριν μας ξεφορτώσουν στο ξενοδοχείο και αποχωριστώ τον καραγκιόζη με δάκρυα
συγκίνησης και πόνου στα μάτια, μας πήγαν μια βόλτα στο κέντρο, για να μας
κατατοπίσουν. Ενθουσιάστηκα όταν διαπίστωσα ότι υπάρχει ακόμα η Gellateria στην οποία είχα φάει
το πιο υπέροχο παγωτό φουντούκι ever το 1994. Γαμήθηκα να γελάω όταν συνειδητοποίησα ότι
μερικά άτομα νόμιζαν ότι η Σκάλα του Μιλάνου είναι κυριολεκτικά σκάλα.



Κάπου εδώ έχω κολλήσει σα χταπόδι επάνω στην βιτρίνα, κλαίω και φωνάζω
‘Ανοίξτε, ΑΝΟΙΞΤΕ!’.

Όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο έπαθα μουνόπλακα.
Ας αφήσουμε στην άκρη τα απλά και καθημερινά, τύπου σαλόνι, τζακούζι,
ψύκτης νερού στο μπάνιο, μπουρνούζια, παντόφλες, τζαμαρίες με stationery all over, και 3-4 τηλέφωνα,
έτσι να βρίσκονται βρε παιδί.
Αυτό που με συγκλόνισε και με ολοκλήρωσε σα γυναίκα και προσωπικότητα ήταν
οι διακόπτες. Μπορούσες να κάνεις τα πάντα, χωρίς καν να σηκωθείς από το
κρεβάτι. Χτυπάει ας πούμε κάποιος το κουδούνι (!), και αντί να πας να ανοίξεις,
απλά πατάς το κουμπάκι και ανοίγει μόνη της η πόρτα. Ούτε καν ξέρω πόση ώρα
έπαιζα ανοιγοκλείνοντας φώτα, πόρτα και κουρτίνες.
Όταν όμως σταμάτησα, συνειδητοποίησα ότι αν δεν λάβω δραστικά μέτρα εντός
5λέπτου, έχω 2 εναλλακτικές. Ή θα σκοτώσω την Λ., ή θα σκοτώσω την Λ. Κατάφερε
να μπει στην μαύρη λίστα μου κάνα 2 μέρες πριν την αναχώρηση, με ένα
περιστατικό που βαριέμαι να αναφέρω αυτή τη στιγμή. Δεν την άφησα στα κρύα του λουτρού, μόνο και μόνο επειδή το ταξίδι το είχαμε κανονισμένο από Μάιο, και το
γούσταρα τόσο πολύ που δεν υπήρχε περίπτωση να το ακυρώσω για κανέναν λόγο. Άφησα λοιπόν στην άκρη την οργή :p
Συμπέρασμα ημέρας: Οι Ιταλοί μιλούν αγγλικά. Οι 5 στους 100 δηλαδή. Οι
υπόλοιποι απλά σε κοιτούν με μια φυσικότητα, σου αραδιάζουν ένα κατεβατό, και
περιμένουν να τους απαντήσεις κιόλας. Στην αρχή τους εξηγούσα ότι ναι μεν
καταλαβαίνω την γλώσσα, αλλά δεν μου είναι και τόσο εύκολο να την μιλήσω. Από
κάποιο σημείο και μετά βαρέθηκα, και άρχισα να τους απαντάω κι εγώ στα
ελληνικά. Τρελή συνεννόηση.
Ημέρα 2η. Λασπόλουτρο και το ‘Α γαμήσου’ σύνδρομο.
8.30 το πρωί, με τους καφέδες και τα τσιγάρα στο χέρι, περιμένουμε έξω από
το ξενοδοχείο. ‘Βγάζει κρύο ε?’ μου λέει ο Αντώνης. ‘Δεν είναι κρύο. Μια αύρα
δροσιάς είναι.’ του απαντώ, και κοιτάζω τα παντοφλάκια μου. Βγάζω από την
τσάντα τα μόνα κλειστά παπούτσια που έχω πάρει μαζί μου και τα φοράω. Κοτσάρω
και ζακέτα από πάνω και είμαι για fashion σκότωμα στα 2 μέτρα. Μπαλαρίνες κάτω, adidas πάνω. Οι Ιταλοί
μόδιστροι ξεμαλλιάζονται για το ποιος θα με πρωτοβγάλει στα ντεφιλέ. Πάνω που
λέω ‘Πως είσαι έτσι μωρή?’, αρχίζει να βρέχει.
2 ώρες αργότερα βρίσκομαι αντιμέτωπη με αυτό.
Το στυλ ήταν που ήταν ήδη για τ’ ανάθεμα, το αποτελείωσα και με την
συνδρομή πράσινου αδιάβροχου, και άγγιξα την τελειότητα. Και ύστερα άρχισε το
τρελό κέφι. Άσφαλτος υπήρχε μόνο σε κάνα 2 σημεία, η υπόλοιπη έκταση ήταν απλά
ένας τεράστιος βούρκος, τον οποίο έπρεπε να διασχίσουμε. Ω ρε γέλια. Να κολλάει
το παπούτσι, να γλιστράω, να έχουν γίνει μούσκεμα και κατάμαυρα τα πόδια μου,
και να φωνάζω ‘Θάνατος. ΘΑΝΑΤΟΣ!’ Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, η βροχή δεν
έλεγε να σταματήσει.
Τριγυρνούσα σα την άδικη κατάρα, αφενός εξερευνώντας το μέρος, και αφετέρου
προσπαθώντας να εντοπίσω κανένα καλό γκομενάκι, όταν το άκουσα να έρχεται από
μακριά. Κατέβασε ταχύτητα στην στροφή, επιτάχυνε, και με άφησε μαλάκα περνώντας
από μπροστά μου. Κάπου εκεί ξέχασα την βροχή, τις λάσπες, και τα 563 φύλλα που
είχαν κολλήσει στα παπούτσια μου. Το μόνο που ένιωθα ήταν καύλα και ανατριχίλα.
Μπορεί η τηλεόραση να σου μεταφέρει την εικόνα με τον καλύτερο πιθανό τρόπο,
αλλά η αίσθηση του να το ακούς από κοντά δεν συγκρίνεται με καμία μετάδοση.
Μες στην τρελή χαρά, παίρνω γνωστούς και φίλους για να μοιραστώ μαζί τους
τον υπέροχο αυτόν θόρυβο που μου πηδούσε το τύμπανο, αλλά δεν με ένοιαζε. Δεν
υπήρξε ένας που να μη με σκυλοβρίσει.
‘Α γαμήσου. Γιατί δεν μου είπες πως θα πας?’
‘Α γαμήσου. Η Monza είναι η αγαπημένη μου πίστα.’
‘Α γαμήσου. Εγώ δουλεύω για σένα, κι εσύ τρέχεις στην Formula.’
‘Α γαμήσου. Γαμήσου. Γαμήσου.’
Μετά από ένα 6ωρο μες στη βροχή, επιστρέψαμε στο Μιλάνο. Φλερτάροντας με
την πνευμονία έτριβα 30 ώρες τα πόδια μου μπας και καθαρίσουν, αλλά δεν μου
έκαναν την χάρη. Παραιτήθηκα, ντύθηκα, και βγήκαμε έξω για φαγητό και ποτάκι.
Ημέρα 3η. Ματωμένος MacGyver.
Τα ίδια σκατά από άποψη καιρού. Μόνο που αυτή τη φορά το έκανα ακόμα
καλύτερο, όταν στην προσπάθεια να αποφύγω μια λακουβάρα πήγα και γαντζώθηκα
πάνω σε έναν φράχτη, και πήρα μαζί μου όση σκουριά είχε επάνω.
Σα να μην έφτανε
αυτό, κατάφερα να ματώσω και τα πόδια μου, και να κυκλοφορώ σα παραπληγική
κάμπια για 6-7 ωρίτσες.



Από τον αγώνα δεν έχω φώτος, βρίσκονται όλες κάπου στην Λάρισα. Θα μου
έρθουν κάποια στιγμή.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κατά τις 7, κι έπεσα νεκρή στο κρεβάτι μου. Ξύπνησα
κατά τις 2.30, έπαιξα λίγο με τις κουρτίνες, έκανα βαλίτσα, και πέθανα πάλι
μέχρι τις 6.30.
Ημέρα 4η. We’ll always have Milan.
Το αξιαγάπητο Μιλάνο αποφάσισε να γίνει ηλιόλουστο την ώρα που εμείς
φεύγαμε. Κι επειδή είμαι απίστευτη γκαντέμω, με το που πάτησα το πόδι μου στην
Θεσσαλονίκη άρχισε να λυσσομανάει.
Έβαλα το McLaren καπελάκι μου και νοστάλγησα την λασπωμένη Monza.