Sep 08 2009
Λίζα θα ‘ρθεις? Θα πάθουμε κατάθλιψη!
Τον ξιφία που με το ζόρι με τάιζε ο μπαμπάς μου, κι εμένα δεν μου άρεσε και
έριχνα μαύρο δάκρυ.
Τους σερβιτόρους από την ταβέρνα, που με μάζευαν όταν έπαιρνα τους δρόμους
υπνοβατώντας.
Μαρμελάδα ροδάκινο τα πρωινά.
Τα τζιτζίκια να λυσσάνε μεσημεριάτικα, κι εγώ να τα μαζεύω σε ένα βάζο και
να χαίρομαι.
Τα φρύδια μου, που με το μυαλό μου τα έβαψα καστανόξανθα, και όταν μπήκα
στο μαγαζί του Νίκου και κοιτάχτηκα στον καθρέπτη συνειδητοποίησα ότι ήταν
άσπρα, και δεν ήξερα που να πάω να κρυφτώ.
Τον κυρ Σταύρο με το αλογάκι και το κάρο.
Τότε που έκανα πως οδηγώ το ferry (το οποίο βέβαια είχαν βάλει στον αυτόματο), κι εγώ
έπιανα με χάρη το τιμόνι και δήλωνα ‘Λοιπόν, θα σας πάω Μύκονο, δεν υπάρχει
πρόβλημα, έτσι?’. Οι άλλες γελούσαν. Ένας πατέρας και ο γιος του με κοιτούσαν
με απίστευτο τρόμο στο μάτι.
Σουτζουκάκια με καυτερό στο μαγαζάκι στο λιμάνι, που δεν θυμάμαι πως το
έλεγαν.
Τον μπαμπά μου να πέφτει στη θάλασσα σε μια προσπάθεια να ανέβει στο
σκάφος, κι εγώ να γελάω με την κωμική του πτώση.
Το ιστορικό ‘I love you ζαμπόν – κασέρι!’ που
φώναζα απευθυνόμενη σε ένα ταψί, τύφλα στις 6 το χάραμα στον φούρνο.
Την πρώτη φορά που έβαλα μόνη μου το αυτοκίνητο στο ferry, και πανηγύριζα λες
και τερμάτισα πρώτη σε grand prix της F1.
Τα γυαλιά ενός παππού που πάτησα κι έσπασα, και ακόμα το έχω τύψεις μετά
από 20 χρόνια.
Τον ομηρικό καυγά με τον Θέμη, με μένα να κλείνω το λογύδριο μου με το ‘Να
πάρεις το ψάρι και να το βάλεις στον κώλο σου!’, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει
πως όλο το ferry μας κοιτούσε και είχε
πεθάνει στο γέλιο.
Τις βόλτες με τις πυτζάμες στις 3 το πρωί.
Το παλιό ferry, τον Αργοναύτη, που
μικρή το μπέρδευα και το έλεγα Καντηλανάφτη.
Την αφήγηση της μάνας μου, για το πώς ένας γερμανός φίλος τους με πέταξε
στη θάλασσα όταν ήμουν μωρό για να μάθω να κολυμπάω, γιατί λέει αυτός ήταν ο
σωστός τρόπος. Το ότι στην αρχή θα πνιγόμουν και η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό
είναι άλλο θέμα.
Όλα αυτά κατακλύζουν το μυαλό μου καθώς περιμένω. Εικόνες, άνθρωποι,
συναισθήματα, μυρωδιές και γεύσεις. Οι αναμνήσεις που μέσα στα χρόνια έχτισαν
την αγάπη μου για αυτόν τον τόπο. Αναμνήσεις που με κάνουν να γελάω, να
θλίβομαι, να νοσταλγώ.
Το τηλέφωνο διακόπτει την αναδρομή στο παρελθόν. Η Μαρία μου δηλώνει πως
και τα 2 φέρια (ferry, το φέρι, συνεπώς τα
φέρια, δική μου λέξη) είναι ακόμα δεμένα στο λιμάνι. Της προτείνω να κλέψει ένα
και να έρθει να με πάρει γιατί βαρέθηκα, αλλά μετά από πρόχειρους υπολογισμούς
των αποζημιώσεων που θα πρέπει να πληρώσουμε απορρίπτουμε την ιδέα.
Μετά από κανένα μισάωρο το ferry έρχεται, μαζί του
έρχεται και η Μαρία, με πιάνει ένα άγχος για το πώς θα βάλω το αμάξι μέσα,
τελικά το βάζω μια χαρά και αποφασίζω ότι είμαι βόδι, μια ζωή γκρινιάζω και
πανικοβάλλομαι χωρίς λόγο.
Στην διαδρομή σκέφτομαι τα 3 χρόνια που έχω να πατήσω το πόδι μου εκεί.
Σταμάτησα να πηγαίνω όταν πέθανε ο μπαμπάς μου. Δεν ήθελα να πάω? Δεν ένιωσα
την ανάγκη? Δεν ξέρω. Φέτος η απόφαση ήρθε αυθόρμητα, αν και μέχρι να φτάσω
είχα κάποιες αμφιβολίες.
Φτάνουμε, κατεβαίνουμε, και πάμε μια βόλτα στο νησί, να δω τις περιβόητες
αλλαγές που μου περιέγραψε η Μαρία. Ένα μικρό πολιτισμικό σοκ το έπαθα είναι η
αλήθεια. Άσφαλτος στους αγαπημένους χωματόδρομους που σου ρήμαζαν τα αμορτισέρ,
σήμανση, φυσική ροή νερού, αποχετευτικό, internet cafe. Άτσα λέω η Αμμουλιανή!
Λες και έλειψα καμιά 10ετία. Φυσικά η βόλτα δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί
χωρίς μια στάση στον φούρνο για μια ζαμπόν – κασέρι, έχουμε κάποιες σταθερές
αξίες στη ζωή. Μπαίνω μέσα, ‘Γεια σας.’ μου λέει ο Ρόδης. Την ψυλλιάζομαι, και
ανταποδίδω τον χαιρετισμό στον πληθυντικό. Με κοιτάει, τον κοιτάω, με
ξανακοιτάει, συνεχίζω να τον κοιτάω, βγάζω το γυαλί και δηλώνω πως θα του σπάσω
το κεφάλι που δε με γνώρισε. Λέμε τα νέα μας, βγάζει πόρισμα ότι μου πάει
περισσότερο το ξανθό μαλλί, έρχεται μια γιαγιά και μας λέει πως έπεσε στο
σκαλοπάτι του φούρνου και έσπασε το πλευρό της, της προτείνω να τον μηνύσει για
κακοτεχνία και να την πληρώνει για μια ζωή, μου ρίχνει αυτός μια κλωτσιά, τον
χτυπάω κι εγώ, και φεύγουμε για να ξυπνήσουμε τον Δημήτρη και να πάμε για καφέ.
Θρονιάζομαι στην πολυθρόνα, ρουφάω το freddo μου (είπαμε, έχω και στο χωριό μου), και βάζω τον εαυτό
μου στη διαδικασία του να συνειδητοποιήσει που είμαι και να χαλαρώσω. Έτσι όπως
γυρνάω το κεφάλι για να μπανίσω έναν γλάρο και αρχίζω να υπολογίζω πόση ώρα θα
πάρει το ξεπουπούλιασμα, βλέπω το ferry, αυτό που δεν πήρα το πρωί, να έρχεται. Καθώς πλησιάζει
για να δέσει, τον βλέπω να περιφέρεται, και πριν καν το καταλάβω, flaaaaaaaaashback…
2003, μόλις έχω πάρει το δίπλωμα, και αντί να κάτσω στα αυγά μου και να
κόβω βόλτες γύρω από το τετράγωνο μπας και μάθω να οδηγώ, αποφασίζω να πάω στην
Αμμουλιανή. Φορτώνω την Μαρία στη θέση του συνοδηγού, μου φορτώνει ο μπαμπάς
μου την μισή λαχαναγορά στα πίσω καθίσματα, και ξεκινάμε. Φτάνουμε μετά από
περίπου 25 ώρες –or so it seemed-, με μια απίστευτη
μπόχα από όλη τη λαχανικούρα την οποία χτυπούσαν 40 βαθμοί. Στην Τρυπητή να
γίνεται της πουτάνας, μια ουρά τουλάχιστον 7 χιλιόμετρα –or so it seemed-. Και κάπου εκεί κάνω
τα math. Νέα οδηγός + όπισθεν
+ ΘΑΛΑΣΣΑ + υδραυλικό τιμόνι μόνο στα όνειρα σου αρκούδα + ΘΑΛΑΣΣΑ ΛΕΜΕ
= εγώ πνιγμένη και δίπλα μου να επιπλέουν μελιτζάνες, πιπεριές και άνηθος. Το
πένθιμο soundtrack προαιρετικό. Παίρνω
τον μπαμπά μου μες στον πανικό, μου λέει να βρω τον μηχανικό και να του πω να
το βάλει μέσα. Στέλνω την Μαρία, γιατί εκείνη την στιγμή ήμουν με μάσκα
οξυγόνου και κάρφωνα μυοχαλαρωτικές ενέσεις στο μάτι, γυρνάει, ok μου λέει, το είπα. Έρχεται η σειρά μας,
κατεβαίνω, παρατάω το αμάξι στη μέση, και ακούω τον μηχανικό να λέει σε κάποιον
‘Βάλε το Peugeot μέσα’, Στα καπάκια
έρχεται η απάντηση αυτού του κάποιου. ‘Και τι είμαι εγώ? Παρκαδόρος?’.
Πιθανές εναλλακτικές:
Α) Αρπάζω ένα ματσάκι μαϊντανό και τον βαράω μέχρι να τον πάρουν τα αίματα.
Β) Πέφτω κάτω και κλαίω.
Γ) Αρπάζω ένα ματσάκι μαϊντανό και
τον βαράω μέχρι να τον πάρουν τα αίματα, και ύστερα πέφτω κάτω και κλαίω.
Μέχρι να πάθω το εγκεφαλικό, ο κάποιος μάλλον αποφάσισε να μου κάνει την
χάρη να γίνει part time παρκαδόρος, και πριν
καν το καταλάβω το Πέτζεοτ ήταν πρώτη μούρη στη σειρά. Κι εκεί που έχω
γαντζωθεί στα κάγκελα και κλαίγομαι ‘Πάλι ρεζίλι έγινα, μπουχουχου’ κτλ, ακούω
την φωνή του κάποιου πίσω μου να ρωτάει ‘Όλα καλά κορίτσια?’. Γυρνάω, μου
πέφτει το σαγόνι στο πάτωμα, και με έχω ήδη φανταστεί να σφουγγαρίζω το
κατάστρωμα όλο το καλοκαίρι μόνο και μόνο για να τον βλέπω. Ο εγκέφαλος μου
παίρνει πρωτοβουλία και κάνει παρέμβαση. ‘Θέλεις να απαντήσεις στον άνθρωπο? Ή
μήπως να του δείξουμε από τώρα πόσο καθυστερημένη είσαι? Μίλα μωρή!’. Με τα
χίλια ζόρια κατάφερα να ψελλίσω ένα ‘Γρουμφ, ναι.’, κι έπειτα πήγα να υπογράψω
τα χαρτιά της πρόσληψης μου και να παραλάβω το CREW μπλουζάκι.
Τις πρώτες δυο μέρες είχα κατασκηνώσει στο cafe με την πιο βολική θέα στο λιμάνι και τον έβλεπα που
πηγαινοερχόταν. Stalker. Κι επειδή δεν ήξερα
πως τον λένε, αποφάσισα να τον αποκαλώ ‘μούτσο’. Και οι άλλες με έβγαλαν
‘μούτσα’. ‘Η μούτσα για μούντζα’ πρόσθεσα με στόμφο.
Το τρίτο βράδυ καθόμαστε για ποτό, εγώ με look ‘συννεφιασμένη Κυριακή / φριζαρισμένο από την υγρασία
μαλλί / φέρτε μου έναν κουβά αλκοόλ να πέσω μέσα να πνιγώ’. Ώσπου ξαφνικά
πετάγεται η Μαρία και με ενημερώνει ότι ο μούτσος βρίσκεται στο περίπτερο.
Εκσφενδονίζομαι από την καρέκλα, ρίχνω κάτω την τσάντα μου, πιάνεται στο
τακούνι, αρχίζω να την σέρνω μαζί μου, το καταλαβαίνω μετά από κάνα δυο μέτρα,
την σηκώνω, την πετάω στις άλλες, και πάω κυρία στο περίπτερο. Με βλέπει ο
μούτσος, ‘Εξυπηρέτησε την κοπέλα πρώτα’ λέει στον περιπτερά, εγώ πάλι ηλίθιο
βόδι, δεν είπα τίποτα. Ζητάω ένα πακέτο τσιγάρα, και κάπου εκεί έρχεται η
ισοπεδωτική ατάκα δια στόματος περιπτερά. ‘Πλάκα με κάνεις? Πότε πρόλαβες να
καπνίσεις τα 3 πακέτα που πήρες πριν από δέκα λεπτά?’. Και ύστερα σιωπή. Άντε
απάντησε να δω τι θα πεις! Κοκκινίζω από πάνω μέχρι κάτω, λέω πως δεν είναι για
μένα, κάνω mental note να του βανδαλίσω το
περίπτερο την επομένη, και αποχωρώ. Πέφτω με τα μούτρα μέσα στον προαναφερθέντα
κουβά, μπας και ξεχάσω την μαλακία που με δέρνει. Πάνω που αρχίζω να το
ξεπερνάω, σκάνε δυο χέρια με σφηνάκια στο τραπέζι. Γυρνάω να δω τον ιδιοκτήτη
τους και βλέπω τον μούτσο. Μαλάκας η μούτσα.
Χρρρρρρρρρ. Χρρρρρρ? Τι είναι το χρρρρρ, και τι δουλειά έχει μέσα στο flashback μου? Επανέρχομαι στο
2009 με την βοήθεια του υπέροχου αυτού ήχου που κάνει το καλαμάκι όταν ρουφάς
το απόλυτο τίποτα ή κάποιο ίχνος αφρού από ένα άδειο ποτήρι, και όποτε ακούω
κάποιον να το κάνει μου έρχεται να του χώσω το ποτήρι, μαζί με το καλαμάκι,
στον κώλο. ‘Φτάνει, δεν έχει άλλο’ λέω, και αναχωρούμε για μπάνιο. Στο κλασσικό
μου μοτίβο, πλατσουρίζω σα σαρδέλα, και μαζεύω 15 κιλά πέτρες. Αυτή τη φορά παίρνω
και άμμο μαζί μου. Μήπως να ξεπατώσω και κανέναν βράχο? Μπα ε?
Την επόμενη μέρα ξυπνάω και επιτέλους καταλαβαίνω που είμαι. Αυτομάτως βάζω
όλα τα θέματα μου στην άκρη. Δεν με απασχολεί τι ώρα είναι, δεν ξέρω που είναι
το κινητό μου, και χέστηκα αν πετάει το μαλλί μου. Μπορώ να κάθομαι όλη μέρα με
έναν καφέ στο χέρι, και να παρατηρώ τα φέρια που φεύγουν, έρχονται, και
ξαναφεύγουν. Τον κόσμο που κουβαλάνε. Μετράω πόσα αυτοκίνητα χωράει το καθένα.
Άσκοπο, αλλά τη δεδομένη στιγμή με διασκεδάζει.
Τριγυρνάω σα το παρτάλι. Απολαμβάνω την πεντακάθαρη θάλασσα. Δεν τινάζω την
άμμο που κολλάει στα πόδια μου. Αποφασίζω πως όταν γίνω πρωθυπουργός θα κάνω
τις ρακέτες ποινικό αδίκημα. Βάζω στο μάτι έναν συγκεκριμένο γλάρο και τον
κυνηγάω να τον βγάλω φωτογραφία.

Γελάω με την τρελή συνεννόηση Μαρίας – Δημήτρη.
-
Μοιάζουν μυρμήγκια οι άααααααανθρωποι.
-
Μύδια?
-
Ποια κρεμμύδια?
Ο ήλιος με χτυπάει στα μούτρα. Κάνω σημάδι από τα γυαλιά, το γνωστό μου
στυλ Κοκομπάγια. Who cares? Παρατηρώ τις γάτες που προσπαθούν να κλέψουν ένα κοτόπουλο
από τον κάδο του σουβλατζίδικου. Απαντώ στην κλασσική ερώτηση όσων έρχονται για
πρώτη φορά΄. ‘Πως πάω για Αλυκές?’.
Γελάω, ηρεμώ, γαληνεύω.
Μέχρι το βράδυ της Κυριακής. Εκεί που περπατάμε, βλέπω το αυτοκίνητο του να
έρχεται προς το μέρος μας. Τελείως αντανακλαστικά αφυπνίζεται η στρουθοκάμηλος
μέσα μου, και χώνομαι μες στην τσάντα μου. Περνάει από δίπλα μας, η Μαρία με
φάτσα ροφού έχει μείνει στο ‘Νατάσα…’, κι εγώ αναρωτιέμαι αν δεν μας γνώρισε, ή
αν έκανε πως δεν μας γνώρισε. ‘Δεν ξέρω’, λέει η Μαρία. ‘Δεν θέλω να ξέρω’, λέω
εγώ.
Πάμε για φαγητό στην Κληματαριά, ο Δημήτρης χαίρεται που έχει και live μουσική. Χαίρεται
ακόμα περισσότερο όταν το μπιφτέκι μου μετοικεί στο πιάτο του. Κάπου εκεί
συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι καλά, γιατί η δική μου όρεξη δεν κόβεται με τίποτα
για τέτοια θέματα. Δυο φορές έχει συμβεί μόνο, μια το 2006 που μου είχε κάτσει
ένας γκόμενος και μάλλον δεν μπορούσα να μασήσω από την αγκύλωση που είχε
προκληθεί από το ηλίθιο χαμόγελο που είχα όλη μέρα στη μούρη μου, και μια τώρα.
Το τσακίρ κέφι έρχεται όταν αρχίζει η μουσική. Νωρίς που βράδιασε, ο κόσμος
άδειασε, αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ, δεν θα σε ξαναδωωωωωωώ ω ω ω ω. Γάμησε μας,
να τελειώνουμε. Ψάχνω τα μηνύματα της sim μου, με τρώει ο κώλος μου. Νιώθω να βουρκώνω. Όχι, δεν θα κλάψω πάνω από
ένα πιάτο κολοκυθάκια. Δεν θα κλάψω καθόλου.
Πετάγομαι από την καρέκλα, αυτή τη φορά με την τσάντα στα χέρια και όχι στο
πόδι, ζητώ συγγνώμη, και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και αρχίζω να ψάχνω.
Πετάω cds δεξιά κι αριστερά.
Ψάχνω να βρω έναν συγκεκριμένο στίχο, που επαναλαμβάνεται εδώ και αρκετή ώρα
στο κεφάλι μου. ‘Δεν είναι ο κόσμος ιδανικός, για το ταξίδι είναι δανεικός, για
να ‘χει όνειρα να κάνει ο ενικός’. Το βρίσκω, πατάω το repeat και φεύγω. Μετά από αρκετή ώρα καταλήγω στην παραλία, με
την ελπίδα πως θα ξεβραστεί κανένας λευκός καρχαρίας και θα με καταβροχθίσει.
Να ησυχάσω εγώ, και να βαρυστομαχιάσει αυτός.
Χαζεύω τα φώτα της Ουρανούπολης. Βουτάω τα πόδια μου στο νερό. Νιώθω τον
αέρα στο πρόσωπο μου. Την αλμύρα να κολλάει επάνω μου. Στο βάθος ακούγεται η
μουσική από κάποιο beach bar. Ανάβω τσιγάρο και
σκέφτομαι. Τι είναι αυτό που με φρίκαρε τόσο?
Το συμπέρασμα του ψυχασθενικού μυαλού μου πως έκανε ότι δεν με είδε? Έχουν
περάσει 250 χρόνια και ισάριθμες αλλαγές από πάνω μου. Είναι λογικό να μη με
γνωρίσει. Είναι? Είναι. Πάραυτα μέσα μου παραμένει μια αμφιβολία.
Και γιατί με νοιάζει μετά από τόσο καιρό? Γιατί στενοχωρήθηκα για κάποιον
που κατά τ’ άλλα δεν υπάρχει σα σκέψη μέσα στην καθημερινότητα μου? Είναι
παντού μα εγώ δεν τον ψάχνω, είναι αλλού, αναπνέω, υπάρχω. Είναι αλλιώς μα εγώ
δεν τον ξέρω, σβήνω το φως αλλά δεν υποφέρω. (ok, το παραδέχομαι, αυτό το έκλεψα από τη Βίσση). Δεν
σκέφτομαι άλλο, να μου λείπουν οι αναλύσεις. Ούτως ή άλλως είναι ανούσιες, αφού
άκρη με τον εαυτό μου δεν βγάζω. Απλά αποδέχομαι την βλακεία μου.
Γυρίζω πίσω, οι άλλοι είναι στο μπαλκόνι. ‘Τι έγινε? Τι έπαθες?’ με ρωτάει
η Μαρία. ‘Θύμωσα που μου έφαγε το μπιφτέκι μου!’ απαντώ, και η συζήτηση λήγει
κάπου εκεί.
Το επόμενο πρωί ξυπνάω ξενερωμένη που πρέπει να φύγουμε. Μαζεύω πράγματα,
κατεβάζουμε τα αυτοκίνητα στο λιμάνι, και πάμε για καφέ. Και δεν είμαστε οι
μόνοι με όρεξη για freddo. Εκεί που κάνουμε από
τώρα σχέδια για του χρόνου, τον βλέπω να πλησιάζει απειλητικά. Εντάξει λέω,
σπίτι θα πηγαίνει ώσπου να μπουν τα αυτοκίνητα μέσα, όπως κάνει συνήθως. Θα
‘θελες! Σταματάει στα 3 μέτρα από μας, και μπαίνει μέσα να πάρει καφέ.
Εννοείται πως πριν καν σταματήσει, εγώ είχα ήδη αρπάξει την τσάντα μου, μόνο
που δεν χωράς στην pochette, ΔΕΝ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ POCHETTE,οπότε πιάσε κάτι
άλλο. Μέχρι να φύγει είχα μάθει όλο το menu του κινητού μου απ’ έξω. Άκρως ανώριμη και κομπλεξική
συμπεριφορά και δεν μπορώ να καταλάβω πως σκατά μου ήρθε να φερθώ έτσι, ενώ θα
μπορούσα κάλλιστα να πω μια καλημέρα, κι ας έπεφτε κάτω. Ένιωσα ακόμα πιο
άσχημα όταν ο Δημήτρης είπε πως φεύγοντας κοίταξε και ψιλοσκάλωσε, σα να
προσπαθούσε να καταλάβει αν είμαστε εμείς.
Μπαίνουμε στο ferry και αρχίζει η πτώση
της ήδη ελαττωματικής μου διάθεσης. Πάντα όταν φεύγω έχω ένα στενάχωρο
συναίσθημα. Βλέπω την Αμμουλιανή να μικραίνει πίσω μου και νιώθω πως ήδη κάτι
μου λείπει.

Περιφέρομαι άσκοπα μέχρι να φτάσουμε στην Τρυπητή. Περνάω μπροστά από την
τουαλέτα και με την άκρη του ματιού πιάνω την αντανάκλαση μου στον καθρέπτη.
Κοντοστέκομαι και κοιτιέμαι. Συγκρίνω την εικόνα που βλέπω, με το 22χρονο
ελαφρόμυαλο με τα άσπρα φρύδια.
Χαμογελάω. Δεν είμαι πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Ούτε απ’ έξω, ούτε μέσα. Βασικά
παίζει και να είμαι πιο μαλακισμένο απ’ ότι τότε.