Να ‘μαι πάλι! Αποφάσισα να μη συνεχίσω την ιστορία με τα όσα μικρά post, καθώς μου φάνηκαν ότι είχαν κάτι να πουν μόνο για μια στιγμή. Μόλις κοιμήθηκα το 5ωρο που μου αναλογεί, συνειδητοποίησα ότι ήταν από αδιάφορα έως κακά. Θυμήθηκα μια φορά που διάβαζα για τον Ogilvy (μεγάλος διαφημιστάνθρωπος, για όσους δεν ξέρουν). Αυτός, λοιπόν, συχνά κοιμόταν με ένα χαρτί κι ένα μολύβι δίπλα του ώστε να σημειώνει τυχόν ιδέες που θα του έρθουν το βράδυ. Κι εγώ το κάνω αυτό, αλλά πλέον έχω το χαρτί για να αφήνω τα κακάδια που βγάζω από τη μύτη το βράδυ και το μολύβι για να σκαλίζω τα αυτιά μου. Κατάντια λέμε. Ο Ogilvy πάντως, που κάθε άλλο παρά αποτυχημένος ήταν, ανέφερε στο βιβλίο που ανέφερα εγώ μια φορά που ξύπνησε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα και σημείωσε τη μεγαλειωδέστερη ιδέα που γέννησε ποτέ νους. Αυτή που θα άλλαζε την πορεία της διαφήμισης. Την κατέγραψε και έπεσε για ύπνο. Το πρωί που σηκώθηκε έριξε μια γεμάτη ενθουσιασμό ματιά στο χαρτί του. Εκεί διάβασε το εξής: Boy meets girl. Και ξενέρωσε ο κακομοιρούλης.
Έτσι είναι. Η απόσταση από τα πράγματα σε κάνει να τα βλέπεις πιο καθαρά και να τα κρίνεις πιο αντικειμενικά και αυστηρά. Γι’ αυτό δε θα διαβάσετε ποτέ τις νυχτερινές σκέψεις του Σαββάτου και τις πρωινές της Κυριακής. Τυχερούλια είστε, να το ξέρετε.
Κοιτάζοντας πριν λίγο τα σχόλια στο προηγούμενο post, ένιωσα πως σας μπέρδεψα λίγο. Ίσως φταίει το ότι με διαβάσατε κάπως χαρούμενο και ηλίθιο και παπάρα, ως συνήθως. Για να αποκαταστήσω την αλήθεια, θα απαντήσω εδώ. Όχι δεν πέρασα ιδιαίτερα καλά σε αυτό που όλος ο κόσμος τείνει να αποκαλεί “διακοπές” κι εγώ ειδικά φέτος αποκαλώ “άδεια”. Σε στιγμές του μόνο, ειδικά από τη μέρα που έμαθα ότι η μητέρα μου χρειάζεται εγχείρηση καρδιάς. Όχι δε γέμισα εικόνες. Όχι όσες θα ήθελα. Μόνο σκέψεις. Από αυτές που δεν ήθελα με τίποτα, αλλά δε μπορούσα να αποφύγω.
Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση για να πω ότι μπορεί να μην απάντησα στα σχόλια στο post που ανέφερα το περιστατικό με την αρρώστια της μάνας μου, όπως και σε κάποια mail ή sms αλλά σας ευχαριστώ όλους για τα γλυκά λόγια σας. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται σήμαιναν κάτι για μένα. Ακόμα κι όταν προέρχονταν από ανθρώπους που δεν έχω συναντήσει ποτέ.
Επίσης θέλω να ευχαριστήσω την ανώνυμη που βρήκε ευκαιρία σε μια στιγμή που δε μπορούσα να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο πέρα από τη μάνα μου και την υγεία της, να προχωρήσει στο μικρό διασκεδαστικό show της. Την ευχαριστώ πολύ ειλικρινά γιατί μου έδειξε πως ακόμα και τώρα μπορώ να κάνω τρελά χουνέρια σε μερικές. Μου έδειξε επίσης πως αυτά τα χουνέρια έχουν τρελή πλάκα όταν μετατρέπονται σε μικρότητα από την θιγμένη πλευρά.
Συνήθως ο ενοχικός χαρακτήρας μου με κάνει να νιώθω τύψεις όταν έχω φερθεί σκάρτα σε μια γκόμενα. Η αμέσως προηγούμενη πρόταση θέλω να ξέρει ότι δεν την αφορά καθόλου, καθώς για κάποιες άλλες απλά αδυνατώ να νιώσω έστω και την παραμικρή πίκρα που ξεκουμπίστηκαν ή τις ξεκούμπισα (sic). Για κάποιες γκόμενες δε, μετανιώνω που έφτασα και στον ύψιστο βαθμό ξεφτίλας να τις ξεκουμπώσω και σε αυτήν ακριβώς την πρόταση μπορεί να νιώσει όση ταύτιση θέλει. Εγώ πάντως την ευχαριστώ και την αγαπώ βαθιά και με νόημα. Θέλω να το ξέρει. Κλείνει η παρένθεση.
Προχθές, λοιπόν, γύρισα από το τελευταίο μέρος της άδειας το οποίο και πέρασα στο πατρικό σπίτι της μάνας μου στην Κρήτη. Επέστρεψα σε ένα μέρος που είχα να πάω από το ένδοξο ’92. Πρώτα έκανα μια μικρή στάση στα Χανιά, τα οποία και λατρεύω. Δεν το είχα να πάω κατευθείαν στο Ηράκλειο. Έπρεπε πρώτα να ηρεμήσω λίγο, να πιω αρκετά και να βρω το σθένος που χρειάζεται για να με δει η μητέρα μου χαμογελαστό, δυνατό και αισιόδοξο. Αφού τα πέτυχα αυτά όσο μπορούσα κίνησα για το σπίτι.
Η αλήθεια είναι ότι τόσο αυτό όσο και το χωριό συνολικά τα βρήκα αρκετά διαφορετικά από ό,τι τα θυμόμουν. Προς το καλύτερο. Το μεν σπίτι γιατί τα αδέρφια και η μάνα μου το έχουν προσέξει αρκετά και με έκαναν σχεδόν να μετανιώσω που δεν το έχω χαρεί όσο θα μπορούσα, το δε χωριό επειδή έχουν ψοφήσει αρκετοί από τους τύπους που δεν πήγαινα μία και έχουν αντικατασταθεί από αρκετούς πολιτισμένους δυτικοευρωπαίους. Το ψέμα είναι ότι πέρασα καλά, αλλά θα κοιτάξω να το αποφύγω. Δεν πέρασα καλά. Γλυκά, ίσως. Πικρά, σίγουρα. Καλά, όχι. Τουλάχιστον όχι με την έννοια που του αποδίδεται συνήθως. Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Οι κάτοικοι όλων των χωριών της ψωροκωσταινικής επικράτειας διακρίνονται από ένα γνώρισμα που τους καθιστά μοναδικούς σε όλο τον κόσμο και τους εξισώνει σε μέγιστο βαθμό με τους κουφούς. Τόσο οι τελευταίοι όσο και οι χωρικοί (οι πραγματικά τελευταίοι της υπόθεσης) έχουν ιδιαίτερα οξυμμένη όραση. Κι αν οι κουφοί την ανέπτυξαν για να αντιπαρέλθουν την έλλειψη μιας πολύ σημαντικής αίσθησης, οι χωριάτες το έκαναν για να αντιπαρέλθουν την έλλειψη μιας έστω και υποτυπωδώς σημαντικής ζωής.
Μια φορά είχα διαβάσει ότι ο θεός, μέσα στην απέραντη μεγαλοσύνη του, έδωσε τη βροχή στους Άγγλους για να τους εφοδιάσει με ένα αιώνιο θέμα συζήτησης. Κάπως έτσι πρέπει να λειτούργησε και με τους κατοίκους των πόλεων από εκατό χιλιάδες και κάτω. Τους έδωσε τις ζωές των άλλων. Περιττό να αναφέρω ότι δε θα του έδινα κανένα όσκαρ για την απόφασή του αυτή.
Έχω την αίσθηση, λοιπόν, ότι στα χωριά μαθαίνονται όλα. Πάντα κάποιο μάτι παραμονεύει μέσα από τις γρίλιες για να σε πάρει μάτι. Γυρνάς στο σπίτι στις 3 το βράδυ π.χ.; Όλο και κάποιο παντζούρι θα ανοίξει κρυφά για να σε δει. Μαλακίζεσαι στο δωμάτιό σου κάτω από 10 σκεπάσματα τα οποία έχεις μεταφέρει μαζί με την καύλα σου μέσα στη ντουλάπα την οποία έχεις κλειδώσει από μέσα; Να είσαι σίγουρος ότι κάτι σχεδόν μαγικό θα συμβεί και όλο και κάποιος θα σε δει. Ανάλογα με το βαθμό θρασύτητας του φέροντα το μάτι, ενδεχομένως να εισπράξεις και κάποιον χαιρετισμό από το στόμα ή το χέρι του. Θεωρώ δε περιττό να αναφέρω ότι την επόμενη στιγμή κιόλας όλο το χωριό θα ξέρει τα “καμώματά” σου.
Γνωρίζοντάς τα ήδη όλα αυτά, επέλεξα να κλειστώ στο σπίτι και να τους αφήσω έξω μου. Ψιλομάταιο, καθώς όλο το χωριό παρήλασε από κει για να με δει και να με “καμαρώσει”. Ακόμα και άνθρωποι που δε με είχαν δει ποτέ τους ήρθαν. Μόνο εγώ έλειπα. Σιγά που θα τους έκανα τη χάρη. Για τη μάνα μου πήγα εκεί, όχι γι’ αυτούς. Εφόσον υπήρχε η ταράτσα και ο οντάς, ήμουν άρχοντας.
Μοιραία έτσι χάθηκα και από τη μάνα μου. Αυτό που της είπα κάποια στιγμή που μου παραπονέθηκε πως μένω επί ώρες κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και δε μπορεί έτσι να περνάω καλά, είναι ότι αυτό για μένα αποτελεί τη μεγαλύτερη διασκέδαση. Δε μου λέει κάτι ούτε το να βλέπω κόσμο και δη χωρικούς ούτε το να γυρνάω τα μπαρ και τις παραλίες της ευρύτερης περιοχής. Ήθελα να με νιώθει κοντά της ακόμα και όταν δε με έβλεπε δίπλα της. Ήθελα να ξέρει ότι αν με χρειαστεί είμαι λίγα βήματα μακριά. Αυτά ακριβώς τα βήματα που η ίδια πλέον χρειάζεται βοήθεια και αρκετό χρόνο για να τα καλύψει, έπρεπε να ξέρει ότι θα τα έκανα σε μια στιγμή για εκείνη.
Το πρώτο βράδυ που έμεινα εκεί έβλεπα το χαμόγελο και το καμάρι της (είπαμε, με ξέρει λίγο. Λογικό να καμαρώνει) και χαιρόμουν κι εγώ. Αν και αρρωστούλα, είχε φροντίσει να μου μαγειρέψει αγαπημένα φαγητά που έχω να δοκιμάσω χρόνια, να μου κόψει τις καρδιές από ένα καρπούζι όπως μου έκανε από παιδάκι και γενικά ήθελε να κάνει τα πάντα για να με περιποιηθεί. Και μόνο για το βλέμμα της εκείνες τις στιγμές θα άξιζε η επίσκεψή μου.
Το ίδιο βράδυ την έπιασε υπερένταση τη γλυκούλα μου και δε μπορούσε να κοιμηθεί από τη λαχτάρα της να είναι όλα όσο τέλεια θα μπορούσαν. Μα το αν είναι καλό το μαξιλάρι και το κρεβάτι μου, μα το αν με ενοχλεί που λόγω του προβλήματός της βαριανασαίνει στον ύπνο της, μα το αν με ενοχλούν τα κουνούπια, μα το αν έχει ζέστη. Αυτά την απασχολούσαν. Η αλήθεια είναι ότι πέτυχε όλα τα προβλήματα εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν της το είπα ποτέ. Μόνο την καθησύχαζα. Εξάλλου όλα περαστικά ήταν. Εκτός ίσως από την καραβοτσακισμένη μέση μου την οποία και γάμησε το κρεβάτι, αλλά ok. Σιγά το πράμα.
Το κρεβάτι ήταν μόνο ένας από τους λόγους που το βράδυ δε μπορούσα να κλείσω μάτι και περιφερόμουν άσκοπα στην ταράτσα καπνίζοντας και χαζεύοντας τον ουρανό και τους σκοτεινούς όγκους που περιβάλλουν το χωριό. Μάζευα εικόνες για το μέλλον και αναπολούσα αντίστοιχες από το παρελθόν.
Τότε που ανέβαινα στην ταράτσα και σφύριζα συνομωτικά για να με ακούσουν τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, να μου απαντήσουν και να αρχίσει το παιχνίδι μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν κρατήθηκα και σφύριξα για μια ακόμα φορά όσο πιο δυνατά μπορούσα. Τέσσερις συνεχόμενες φορές στην αρχή, μετά μικρή παύση και μετά άλλες τρεις σε λίγο πιο χαμηλό τόνο από τις πρώτες. Δεν απάντησε κανείς. Λογικό. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε και πρώτα από όλους εμείς. Τα παιχνίδια τα αφήσαμε πίσω, να κάνουν παρέα στην αφέλειά μας.
Μιλήσαμε αρκετά αυτές τις μέρες. Πότε με αγγίγματα, πότε με βλέμματα, πότε με φιλιά και χάδια, πότε παραδοσιακά. Αυτό το τελευταίο είδος είναι και η αδυναμία της. Και με τις δύο έννοιες που μπορεί να πάρει η λέξη. Από τη μια της είναι λίαν προσφιλές και από την άλλη είναι το αδύνατο σημείο της υπό το πρίσμα ότι έχει το χάρισμα να με οδηγήσει από το μηδέν στην τσατίλα μέσα σε 3,2 συλλαβές. Αυτή τη φορά πάντως προσπάθησα να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου και να της μιλάω γλυκά, αν και λίγο απότομα κάποιες φορές, το ομολογώ.
Σε μια δόση, όπως κάνει με μεγάλη επιμέλεια ανά άτακτά αλλά κοντινά μεταξύ τους διαστήματα τα τελευταία χρόνια, έθιξε το επίμαχο θέμα.
Thioμαμά: Ξέρεις τι θέλω παιδάκι μου;
Thios: Τι;
Thioμαμά: Να παντρευτείς.
Thios: Και πρέπει να το κάνω επειδή το θες εσύ, ας πούμε;
Thioμαμά: Όχι, αλλά να… θέλω να σε δω να νοικοκυρεύεσαι.
Thios: Κοίτα, για να το λήξουμε εδώ, αυτό δεν πρόκειται να το δεις, γιατί δεν το θέλω και θα με κάνει δυστυχισμένο. Οπότε ας μην το συζητάμε άλλο.
Thioμαμά: Τουλάχιστον έχεις παρέα; (ο τρόπος της να με ρωτήσει αν έχω γκόμενα)
Thios: Έχω.
Thioμαμά: Καλή;
Thios: Όχι βέβαια, τι ερώτηση είν’ αυτή;
Thioμαμά: …(εδώ γελάει λίγο το μανάρι μου)
Thios: Και να σε ρωτήσω και κάτι; Εσύ έκανες καλά που παντρεύτηκες;
Thioμαμά: Όχι.
Thios: Ο γιος σου ο μεγάλος;
Thioμαμά: Όχι.
Thios: Ο μικρός;
Thioμαμά: Όχι.
Thios: Το ξέρεις ότι μεγάλωσα μέσα σε τσακωμούς και εντάσεις, σωστά;
Thioμαμά: Ναι (εδώ σκύβει το κεφάλι).
Thios: Λες να θέλω κι άλλους; Νομίζω δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο.
Thioμαμά: Ναι, αλλά θα έχεις παρέα όταν μεγαλώσεις.
Thios: Δε θέλω. Θέλω να έχω πολλές παρέες μέχρι να μεγαλώσω και τότε να πεθάνω ηρωικά αγκαλιά με τη Μπάρμπα της εποχής.
Thioμαμά: (πονηρό γελάκι) Καλά τότε. Εσύ ξέρεις.
Κάτι που μου έκανε εντύπωση είναι το ότι κρατήθηκε 3-4 μέρες μέχρι να σχολιάσει τα νέα τατουάζ μου. πράγμα που μου επιτρέπει να αναφέρω διάλογο που είχαμε όταν είχε δει το πρώτο μου, πίσω στο ΄94.
Thioμαμά: Αυτό είναι από αυτά που έχουν οι φυλακισμένοι;
Thios: Ναι.
Thioμαμά: Και δε βγαίνει;
Thios: Όχι.
Thioμαμά: Ούτε με οινόπνευμα;
Thios: … (βλέμμα ήρωα του Αρκά)
Αυτή τη φορά είχε κάνει βήματα προόδου, όπως και να το πάρει κανείς.
Thioμαμά: Αυτά στα χέρια και τα πόδια σου ήθελες και τα ‘κανες;
Thios: Όχι, μου τα έκαναν ενώ κοιμόμουν και ξέμεινα μαζί τους.
Thioμαμά: Κι αν μετανιώσεις κάποια στιγμή;
Thios: Ε, σιγά. Δεν τα έχω… ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙ κιόλας (είμαι μέγας καριόλης, το ξέρω)
Μοιραία, κάμποσες φορές έβλεπα και το βλέμμα της να σκοτεινιάζει, όταν χανόταν στις σκέψεις της. Κατά κανόνα αυτές οι φορές ακολουθούνταν από φράσεις τύπου “αν πάθω κάτι, θέλω να ξέρεις ότι στο σπίτι έχω…” και λοιπές παρεμφερείς που σκοπός τους ήταν να με ενημερώσουν για πράγματα που πρέπει να ξέρω “τότε”. Δεν τα έμαθα ποτέ. Δε με αφορούν. Το ξέρω ότι θα συμβεί, αλλά ποτέ δε θα παραδεχτώ ότι είναι η τελευταία της ευκαιρία να μου τα πει. Ποτέ. Δε θα τα μάθω ποτέ. Λήξη.
Κάτι άλλο που είχε πλάκα ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου αναγκάστηκα να καπνίσω κάμποσες φορές στην τουαλέτα. Η μαμά μου δε μου ανέφερε ποτέ τίποτα για πουλιά και υπογραφές. Αυτό υποτίθεται ήταν δουλειά του μαλάκα που με έσπειρε, πράγμα που καθιστούσε αδύνατη τη σχετική διαδικασία, καθώς όταν εγκατέλειψε το μάταιο τούτο κόσμο δε μπορούσα ούτε καν να συλλαβίσω αυτές τις λέξεις, πόσω μάλλον να τις κατανοήσω ή να τις χρησιμοποιήσω. Και βλέπετε τώρα την κατάντια μου.
Τέλος πάντων, αυτό που μου έλεγε από πάντα και συνεχώς η μανούλα μου ήταν “μακριά από το τσιγάρο παιδί μου. Ποτέ να μην το αγγίξεις”. Καημό το είχε που τόσο ο άντρας της όσο και τα υπόλοιπα παιδιά της κάπνιζαν αρειμανίως, ο μεν πρώτος από τότε που η μάνα μου ήταν αγέννητη τα δε δεύτερα σχεδόν από την ώρα που γεννήθηκαν.
Ο μόνος λόγος που το κράτησα την υπόσχεση που της είχα δώσει μέχρι τα τριάντα ήταν ότι μέσα μου ήξερα πως θα μου αρέσει και τέσσερα χρόνια μετά θα είχα φτάσει στο σημείο να κάνω τρία πακέτα τη μέρα κατ’ ελάχιστο, οπότε είπα να μου χαρίσω στην αρχή τα χρόνια ζωής που θα μου στερήσω στο τέλος. Δίκαιη μοιρασιά. Σε κάθε περίπτωση, δεν είχα λόγο να τη στεναχωρήσω τώρα. Μέχρι και έτοιμη δικαιολογία είχα για την περίπτωση που έμπαινε στο δωμάτιο και έβλεπε το μπάνιο μέσα στην κάπνα. “Έκανα μπάνιο μανούλα και το νερό ήταν πολύ ζεστό” θα της έλεγα και η τυφλή εμπιστοσύνη που μου έχει δε θα της επέτρεπε ούτε να σκεφτεί ότι στο πάνω μπάνιο δεν έχει θερμοσίφωνα ούτε να μυρίσει την κάπνα.
Κάπως έτσι, ανάμεσα σε διάφορα χαριτωμένα περιστατικά πέρασαν οι μέρες και την αποχωρίστηκα προσωρινά. Την επόμενη φορά που θα τη δω -σε λίγες μέρες- θα έχουμε μπει στην τελική ευθεία για να κάνει τις απαιτούμενες εξετάσεις στο Ωνάσειο και να προχωρήσει στην εγχείρηση. Ελπίζω να ξαναβγεί και να ‘ναι καλά. Αυτό μόνο.
Ως τότε περιμένω τα αποτελέσματα της ακαδημίας για το όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου. Του πούστη! Νομίζω ότι τα λόγια “Όλα θα πάνε καλά”. “Μη φοβάσαι βρε χαζούλα! Επεμβάσεις ρουτίνας είναι όλες αυτές πια, ούτε που θα το καταλάβεις”. “Εγώ δεν ανησυχώ καθόλου, το ίδιο να κάνεις κι εσύ” κανείς δε μπορεί να τα πει πιο πειστικά από μένα. Τα αισιόδοξα μάτια της μαμάς μου μού το επιβεβαίωσαν αυτό.
Τα μόνα λόγια για τα οποία δε θα χρειαστεί να κριθώ γιατί τα εννοούσα εντελώς και απόλυτα ήταν τα…
…Σ’ αγαπάω.
…Χαμογέλα μου όπως χαμογελάς μόνο εσύ. Χαμογέλα και μετά χαμήλωσε το κεφάλι και κλείσε τα ματάκια σου χαρούμενα και ανασήκωσε τους ώμους. Χαμογέλα μου.
…Μη σε νοιάζει τίποτα εσένα. Εγώ είμ’ εδώ.
Αυτό το post γράφτηκε με το all these things that I’ve done στο repeat. Ένα κομμάτι που άκουσα για πρώτη φορά σε αυτή τη συγκλονιστική διαφήμιση της nike, στην οποία το πρώτο με το τελευταίο πλάνο απέχουν ένα λεπτό. Τόσο ακριβώς απέχει και το διάστημα μεταξύ ανατριχίλας και βουρκώματος που διανύω κάθε φορά που τη βλέπω.
Ένα λεπτό. Κι άλλο ένα λεπτό. Κι άλλο ένα. Κι άλλο…

α ρε thio! γελασα με τις περιγραφες σου και συγκινηθηκα με τον τροπο που της εδειξες την αγαπη σου.
να πανε ολα καλα με τη μαμα σου,και να ‘χεις πολλα καλοκαιρια ακομα μπροστα σου να κλεινεσαι στο μπανιο για φουμαρισμα!
*kiss on forehead*
))
ola kala tha pane, na to deis
hehe, stin Agglia file mou brexei giati einai o monos tropos na kseplithei toso katouro pou rixnoun oi Aglloi ontas pissed
giati mono i fisi mporei na breksei me tetoia fora kai fora gia na min mirizei monimos katroulila edo pera….
ontos xalarose, kai min anisixeis!!einai routina…autes oi epembaseis!! apla kopse to rimadi, kai frontise na eisai pio glikos stin mama…kai na matheis na xrisimopoieis oinopnema!!
Δεν μας την έφερες θείε στο προηγούμενο ποστ. Από αβρότητα δεν ρωτήσαμε για τη μαμά σου οι περισσότεροι. Έτσι πιστεύω.
Δεν έχω να πω κάτι για το ποστ αυτό, δεν είναι θέμα προς συζήτηση άλλωστε. Θέλω να ξαναευχηθώ μόνο να πάνε όλα καλά για την αγαπημένη μαμά σου που ως σύμβολο είναι και αγαπημένη όλων όσοι διαβάσαμε αυτό το ποστ.
…
ευχομαι ο,τι καλυτερο!!
(από τα λιγα πος σου που διαβασα ολοκληρα, συνηθως είναι πολύ μεγαλα για μενα!!:Ρ)
Ισως το πιο ευαισθητο ποστ σου. Γι′αυτο αυτοματως για μενα ειναι και το καλυτερο.. Μιας και δεν ειχα διαβασει το προηγουμενο, ευχομαι να πανε ολα καλα με την εγχειρηση και γρηγορη αναρρωση… (ο διαλογος για τα τατουαζ θει″ι″κος!!!)
Όλα θα πάνε καλά….:)))
Έχεις τις ευχές όλων μας να το ξέρεις…
Εύχομαι ολόψυχα όλα να πάνε καλά με τη μανούλα σου και να βγει γερή και δυνατή!
Δεν ξέρω γιατί το αισθάνομαι τόσο δυνατό αυτό που εύχομαι… ίσως γιατί είναι αυτό που λέει η Ελιαζ, όλοι έχουμε μαμά και η μητέρα σου εδώ είνα αυτό το σύμβολο…
Να γίνει καλά και να συνεχίσεις να νιώθεις όλα αυτά τα γλυκά συναισθήματα που μπορούν να σε “γεμίσουν” μέσα σε ένα μόνο λεπτό… και νομίζω ότι αυτό το καλοκαίρι μπορεί και σε βάθος χρόνου να γίνει αι το αγαπημένο σου!
να μην σκαλίζεις το αυτί σου με το μολύβι θα σπάσεις το τύμπανο και θα γίνεις κουφάλογο.
εγώ πάλι όσο σε διάβαζα έπαιζε το strong enough.Θα κρατήσω μόνο τον τίτλο του τραγουδιού.Όλα θα πάνε καλά.Κ δεν είναι γιατί είναι εγχείρηση ρουτίνας μόνο αλλά γιατί έχει πολλά η thiomama να ζήσει με τον thio.
Γέλασα σε πολλά(καυστικά) σημεία.Ειδικά στην παρένθεση,αλλά τα ξέχασα στο δεύτερο σκέλος του ποστ.αΥτό θα μπορούσες να το ονομάσεις,δύο ποστ,μια παρένθεση κ ένα υστερόγραφο.
Συνέχισε να την αγαπάς,να της το δείχνεις κ να είσαι δίπλα της κ ΌΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ.
thios>Δε χρειάζονται λόγια και σχόλια νομίζω!
DDDDDDDDDDDDDDDDD terataki!
birdy>
Επειδή οι ευαισθησίες έτσι κι αλλιώς δεν σου και δεν μου ταιριάζουν, γιατί δεν μοιράζεσαι με την υπόλοιπη παρέα τις εμπειρίες σου από την τελευταία (ή προτελευταία φορά δεν θυμάμαι) φορά που βρέθηκες στο σπίτι σου στο χωριο;
Ξερω πως θες να τα εχεις ολα στο χερι σου, στον ελεγχο σου, και ελπιζω να μην απογοητευτεις που με εκανες να κλαψω με την τρυφεροτητα προς τη μαμα σου. Ελπιζω να ειναι καλα. Και να εισαι.
lido-cane
ΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ..ΜΑΛΛΟΝ,2 ΠΡΑΓΜΑΤΑ..
ΤΟ ΠΡΩΤΟ,ΟΤΙ ΟΙ ΦΕΤΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΟΥ ΘΑ ΣΟΥ ΜΕΙΝΟΥΝ ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ,ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ,ΟΤΙ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΒΟΥΡΚΩΣΩ ΒΡΑΔΙΑΤΙΚΑ!..
ΟΤΙ ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΤ ΕΥΧΗΝ,ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΣΙΓΟΥΡΟ!ΓΙΑΤΙ,ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ!!!
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΕΥΧΟΜΑΙ!
thios θα γίνω βαρετή κα θα ευχηθώ να πάνε όλα καλά όχι μόνο με την μαμά σου αλλά και σε ότι άλλο εσύ επιθυμείς!
ΥΓ Μην έχεις μολύβι δίπλα σου τα βράδια, είναι πειρασμός