Une saison en enfer…

March 11, 2010

Όνειρα ανοιξιάτικων νυκτών

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , — thirstie @ 2:25 pm

Νιώθω πως η ζωή περνά, ενώ κοιμάμαι. Άλλες φορές, πάλι, νιώθω πως χάνω τη ζωή, γιατί το κάλεσμά της, με πιάνει στον ύπνο. Κι αν έτσι δεν είναι, μια δεύτερη, άλλη, ολόδική μου ζωή ξεκινά όταν κλείνω τα μάτια, καθώς τα βλέφαρα τρεμοπαίζουν μαρτυρώντας τη συνομωσία του υποσυνείδητου.
Η νέα πραγματικότητα περικυκλώνεται από διάσπαρτα όνειρα ανοιξιάτικων νυκτών, ανθοστολισμένων και ζεστών, περίπλοκων, όπως ο μαρτιάτικος ουρανός. Δεν έχουν σκοπό κι ελεύθερα συγκρατούν τη βούλησή μου, έρμαιο επιθυμιών χωρίς σαφείς προορισμούς. Μοιάζει να βγαίνω στον κόσμο και να περπατώ στους πιο ωραίους δρόμους, κοιτώντας τ’ αξιοθέατα, χαμένη στην αμφισημία της ομορφιάς. Πληθωρικές εικόνες έχουν γητέψει την ψυχή και δεν την επιστρέφουν από τον αιθέρα. Σχοινιά δένουν τους αστραγάλους μου κι ίπταμαι άνω των προσδοκιών στον εξαίσιο εξακολουθητικό ενεστώτα του «θέλω».
Ονειρεύομαι… Αστέρια πέφτουν και τα κυνηγώ σαν ευχές. Μια ακόμη ευκαιρία να συντάξω τις επιθυμίες μου που την αντιμετωπίζω με την χαρά της αποτυχίας του ονειροπόλου. Δεν ψάχνω προορισμό, ούτε που βλέπω πίσω από τι τρέχω. Απλά, απολαμβάνω σαν αφελές παιδί ένα παιχνίδι. Ξεδιψάω με τον ιδρώτα του δρόμου.
Στον ύπνο επιστρέφουν όλα τα φαντάσματα και ντύνουν τη ζωή μου. Πρόσωπα που έχω αφήσει στο παρελθόν και σβήνουν με το χρόνο, ανακτούν όλες της ομορφιές που η μνήμη εξουθενώνει. Το φιλί που γύρευα με καρτερικότητα μου δίνεται και το πίνω μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Ο εαυτός μου απ’ το μέλλον που νοσταλγούσα είναι εκεί και μου γνέφει με τη σιγουριά της ύπαρξης. Ο πόλεμος έχει γίνει κι έχουμε βγει νικητές κι είμαστε άνθρωποι ακόμη. Ταξίδια που έχουν πραγματοποιηθεί και τώρα έχουμε λάβει γνώση όλου του κόσμου. Ξυπνάς κι ονειρεύεσαι ακόμη.
Περνώ περιόδους διαύγειας και περιόδους που, απλά, συμβιβάζομαι. Με συλλαμβάνω να αναγνωρίζω την ανάγκη του συμβιβασμού από δειλία. Αν γκρέμιζα τον κόσμο θα είχα την ευκαιρία να χτίσω, όπως θα ήθελα. Ωστόσο, είμαι ακόμη αρχάρια στη ζωή κι ούτε που ξέρω πως θα γινόταν ο κόσμος για να μ’ αρέσει. Γι’ αυτό ακόμη κοιμάμαι κι ονειρεύομαι με τον τρόπο της σκέψης κι όμως, το πρωί ξεχνώ πού με ξενάγησε η νύχτα. Αν ήμουν αρκετά γενναία, θα γκρεμιζόμουν μαζί με τον κόσμο, γιατί η θυσία θα ήταν η προσφορά θεάματος που θα μπορούσε να επηρεάσει αυτό το φρικτά μεγάλο ποσοστό της κοινής γνώμης. Απ’ τα θεάματα θρέφεται η βούληση, από την ανάγκη προβολής, κι εξαντλείται ο νους, ο άνθρωπος εντέλει.
«Θέλεις να πατάς σταθερά
Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο.
Αλλά πάντα στα ρηχά.
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
κι ας μη με νομίζεις κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν.
Υπάρχουν μόνο στιγμές,
συμπαντικές στιγμές.
Αν φτάσεις στην ακινησία,
μπορείς παντού να ταξιδέψεις.
Γι′ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα,
μωρό μου, εκείνο το πρωινό
δίπλα στην σκάλα, πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο,
κακώς έχεις νομίσει.
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος.
Χρειάζομαι απλά
να δημιουργώ κόσμους.»
Νικόλας Άσιμος
Το ποίημα αυτό το κουβαλούσα στην τσέπη του μπουφάν μου σ’ όλη την εφηβεία μου. Από τα πολλά πλυσίματα ξεθώριασαν οι λέξεις, αλλά απέμεινε η ιδέα και έγραψε με το μελάνι της στην καρδιά μου. Έτσι, πάντα θαλασσοδερνόμουν στις τρικυμίες και δε νοστάλγησα τη στεριά της σταθερότητας. Κι αν μερικές φορές αναγνώριζα την ανάγκη ανεφοδιασμού, πάλι στεκόμουν στην προκυμαία ζηλεύοντας τα ταξίδια. Τα ταξίδια στο δικό μου κόσμο, για να τον ανακαλύψω.
Το ζήτημα με τους ανθρώπους είναι ότι πείθονται εύκολα. Για να στεριώσει το σύστημα αυτό χρειαστήκανε ρήτορες και νομικοί. Τώρα, το καρπώνονται εκείνοι που μαθαίνουν να χειρίζονται τις λεπτομέρειές του, καλά καταρτισμένοι τεχνοκράτες. Οι υπόλοιποι πλέον παραδέχονται την ανάγκη και συμμορφώνονται, έως την ευλογημένη στιγμή που θα τους χτυπήσουν την πόρτα. Τότε, τα όνειρα θα αφήσουν το μαξιλάρι τους και θ’ αρχίσουν να βλέπουν γύρω με τη σιγουριά πως δεν άξιζε να χάσουν. Προς το παρόν, ο γείτονας είναι ένα άγνωστο προάστιο στον κόσμο τους.
«Πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου, ή βγες ξανά στο δρόμο της φωτιάς…»

Κι ένα “Χρόνια πολλά” για τον γλυκύτατο μπαμπά μου που έχει σήμερα γενέθλια. Να φτάσει τα εκατό και να παραμείνει με τη δύναμη που τώρα τον οπλίζει. Και κάθε μέρα να τον χαίρομαι, όπως τώρα…

February 24, 2010

Δε ζούμε σ’ αυτή την πόλη…

Filed under: Uncategorized —Tagged , , — thirstie @ 12:22 am


Σε μια πόλη υπάρχουν όλα. Κι αν κάτι ήθελα πάντοτε περισσότερο απ’ όλα ήταν ένα σπίτι μικρό, αλλά κάπου ψηλά, όπως αυτά τα δωμάτια που δεν ξέρω πως λέγονται και βρίσκονται στις ταράτσες των πολυκατοικιών, για να κοιτώ το δρόμο παρατηρώντας τους ανθρώπους. Περνάνε, ο καθένας βαδίζοντας με το δικό του μοναδικό τρόπο, άλλοτε κοιτώντας τον ουρανό και κάποτε μετρώντας τα βήματά του. Όλα χωράνε μέσα σε μια πόλη. Ανάμεσα στα τετράγωνα, σε κάποια γωνία κρυμμένα, στις στοές, κάτω από κάποια γέφυρα ή σ’ ένα παγκάκι κρυμμένο σ’ ένα πάρκο ή μια σκοτεινή πλατεία, κάποια όνειρα επιβιώνουν στον βαθύ τους ύπνο. Οργανώνονται σε στρατιές για να νικήσουν αυτή την άνανδρη σιωπή που επιβάλλεται. Όλα υπάρχουν σ’ αυτή την πόλη. Εδώ, όμως, απλά κατοικούμε. Ποτέ δε ζήσαμε αυτή την πόλη. Απλά, την κατοικήσαμε. Σε μέρες και σε νύχτες, σε περιπάτους ή σταθμευμένοι κοιτώντας το φανάρι, σε μεσημέρια με καύσωνα και σε κάποιο παγωμένο ξημέρωμα. Κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, μεταξύ των πολλών προσώπων, χωρίς να έχουμε δει ούτε μέσα από δέκα βλέμματα.

Μεσημέρι στη Βασιλίσσης Σοφίας. Το αυτοκίνητο, μια τέτοια ώρα, σε κάνει να μισήσεις την Αθήνα. Αν κοιτάξεις από το παράθυρο στα διπλανά αυτοκίνητα, θα δεις ανθρώπους κουρασμένους, θυμωμένους ή αφηρημένους. Περιμένουν το πράσινο φως για να ξεκινήσουν. Κάποια στιγμή θα φτάσουν στο σπίτι. Θα χαρούν, επειδή αύριο είναι απεργία και μπορεί να μην πάνε στη δουλειά. Θα χαρούν επειδή θα κοιμηθούν ως αργά και το μαξιλάρι είναι απαλό φορτίο κάτω από το κεφάλι τους, ακριβώς όσο βαριά είναι τα όνειρα που σκοτώνουν κάθε μέρα σε γραφεία, κουζίνες, αυτοκινητόδρομους, μπροστά στις πολλές επιλογές στα σουπερμάρκετ. «Όποιος δεν πολεμάει είναι νεκρός», είχε πει η Μάινχοφ. Πεθαίνει κάθε λεπτό στα καθημερινά κελιά της ρουτίνας του. Η ίδια πέθανε σ’ ένα λευκό κελί. Τουλάχιστον πολέμησε για να γκρεμίσει τα τείχη που τη σκότωναν. «Επαναστατώ, άρα υπάρχω» είναι η νέα έκφραση του cogito.

Είμαστε πρόθυμοι ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας στο θάνατο της μιζέριας για να ξεπληρωθούν τα κρατικά χρέη, αλλά δεν αναγνωρίζουμε κανένα άλλο χρέος στον εαυτό μας. Οι φιλόσοφοι είναι οι νεκροκεφαλές των σύγχρονων πολιτικών αναλυτών. Είμαστε πρόθυμοι να πεθάνουμε για την πατρίδα, αλλά δε συγχωρούμε εκείνους που πεθαίνουν για τον εαυτό τους. Προσπαθούμε με ακέραιες βιτρίνες να γλιτώσουμε την πόλη. Άλλοι παίρνουν τη μοίρα και την τσαλακώνουν πριν υπογραφεί, σα νέοι Οιδίποδες που παραβιάζουν το χρησμό κι έπειτα καταστρέφονται προ της κάθαρσης, ενώ άλλοι βρίσκουν την υπόσχεση του θεού και μένουν πιστοί σ’ αυτό που τους διάλεξε. Μου λέει μια φίλη πως δε μπορώ να βαδίζω με αναπόδεικτες θεωρίες. Κι όμως, κάθε μέρα, κάποιες αναπόδεικτες θεωρίες, που μας έμαθαν να τις λέμε αξίες, στηρίζουν τη ζωή μας σε τεντωμένο σκοινί. Άλλωστε, η αξία τους έχει υποτιμηθεί και πωλούνται για πενταροδεκάρες σε πλαστικές σακούλες.

«Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…» και φτάσαμε ως εδώ.. Όπως γράφει ο Καμύ, το μέλλον είναι η υπερ-βεβαιότητα των ανθρώπων χωρίς θεό. Γι’ αυτό δε φοβούνται το θάνατο. Ωστόσο, τα χρόνια περνούν και τα πανεπιστήμια κατατρώνε νεανικά μυαλά για να εδραιώσουν το σύστημα, δελεάζοντας με υποσχέσεις μιας αυταπάτης ζωής, πάνω σε κουφάρια ονείρων. Οκτώ ώρες κουράζουμε το κορμί για να αγοράσουμε μαλακά στρώματα. Υπάρχουμε σπουδαίοι όταν δεν υπάρχουμε.

Μη με κάνεις να παραδεχτώ πως είναι ανώφελο. Το σκέφτομαι, άρα υπάρχει. Κι εσύ που λες πως αυτοί που κατεβαίνουν στις πορείες είναι άνθρωποι που δε θα προκόψουν, κι εσύ που μαζεύεις τις αποδείξεις, κι εσύ που προτιμάς να εξασφαλίζεις τα μελλούμενα από μια τρυφερή αγκαλιά, κι εγώ που είμαι στο σπίτι πάνω από έναν υπολογιστή και στενοχωριέμαι για σένα και για μένα επίσης, δε ζήσαμε ποτέ σ’ αυτή την πόλη. Απλά την κατοικήσαμε, για λίγο μόνο, πριν μετακομίσουμε.

February 22, 2010

Σα να μπαίνει η άνοιξη…

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , , — thirstie @ 10:32 am

Μάλλον για τον καθένα υπάρχει μια ρυθμιστική εποχή. Για εμένα είναι η Άνοιξη. Ίσως έχω αρχίσει λίγο νωρίς να τη νοσταλγώ, καθώς θεωρητικά είναι ακόμη Φεβρουάριος και ο Μάρτης δε μπαίνει πρακτικά πριν από τις 21, αλλά νιώθω αυτό το αεράκι της αλλαγής που κάνει τις μέρες ήδη να μυρίζουν λουλούδια, έρωτα και μηδενικά. Πολλά μηδενικά. Άλλωστε, το μηδέν παραμένει ένα τέλειο αριθμητικό σύμβολο. Είναι ουδέτερο στοιχείο στην πρόσθεση κι εντελώς ανατρεπτικό στον πολλαπλασιασμό. Έτσι είναι τα πράγματα. Τη μια μέρα μιλάς για το τέλος και την επόμενη αρχίζεις ξανά. Ίσως αυτή είναι η πραγματική σημασία του μηδέν. Έχεις την επιλογή της κατεύθυνσης. Δεν ξέρω, αλήθεια, αν το μηδέν, είναι καινούρια, αρχή, διάλειμμα, ή κάποιο τέλος. Είναι, όμως, σίγουρα το σταυροδρόμι.

Μαντεύω πως οι αμυγδαλιές θα έχουν αρχίσει να ανθοστολίζονται. Θα έχουν αυτή την όψη της βιαστικής νεότητας που θα τις ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα δέντρα. Κι ύστερα, είναι τα πεύκα που διατηρούν τη διαχρονικότητα της σοφίας. Η βοκαμβίλια που λαθραία διεισδύει από το διπλανό σπίτι στην αυλή μου θα βγάλει κάποια στιγμή τα άνθη της, ενώ ακόμη με κοιτάζει απειλητικά προβάλλοντας τ’ αγκάθια της πάνω στα δυνατά κλαδιά της, κερδίζοντας έδαφος ολοένα. Μ’ έχει νικήσει πολλές φορές στη μάχη, έως ότου η ιδιοκτήτρια να ανακόψει την πορεία της με την εξουσία που της δίνει το κλαδευτήρι. Σίγουρα η βοκαμβίλια δεν είναι εχθρός μου, ακόμη κι αν με συνηθίζει στο να χάνω. Είναι αυτός ο σύντροφος που μου υπενθυμίζει με επιμονή πως είναι να ζεις με τους ανθρώπους. Μια σουρεαλιστική αφήγηση της πραγματικότητας.

Κοιτώ τριγύρω κι η ματιά περνάει από τα μάτια στην καρδιά. Κοιτώ ανάμεσα στα λεπτά χωρίς να περιμένω να περάσουν. Κάθε στιγμιότυπο της φωτογραφικής μηχανής έχει τη δική του απόχρωση. Φωτογραφίες, οι οποίες θα μπουν στο συρτάρι του χρόνου για να βγάλουμε πάλι τα γιορτινά, ανοιξιάτικα ρούχα μας. Πρέπει να σταθούμε, έστω με τη μαύρη γκαρνταρόμπα μας, αντάξιοι της γιορτής.

Η ανθρώπινη διάθεση έχει μια δυσανεξία στα ημερολόγια. Μας έχει κουράσει ο χειμώνας. Με την παγωμένη του ανάσα κάνει τα άδεια χέρια να σφίγγουν με περισσότερη μανία το κορμί, σα να αγκαλιάζονται μοναξιές. Συνηθίζω να κουλουριάζομαι πλάι στο καλοριφέρ και να τυλίγομαι σφιχτά στα σκεπάσματα. Να απατάω τον εαυτό μου με την ψευδαίσθηση τη καλοσύνης.

Κανένα μηδενικό δε μένει αναλλοίωτο στους υπολογισμούς. Φορτίζεται με προσθέσεις, το άθροισμα μεγεθύνεται στους πολλαπλασιασμούς. Τα άπειρα εξουθενώνουν τις ανθρώπινες καρδιές μας. Μένουμε για να δούμε ως που θα φτάσει. Σ’ εκείνον το έλεγα συχνά πως το μόνο ανάρμοστο στην ιστορία μας είναι πως τη ζω με ανοιχτή καρδιά. Εκείνος δεν απαντούσε. Κοιτούσε μονάχα τον τοίχο ευθεία και τον έκαιγε απαλά με το τσιγάρο του. «Δε μ’ αρέσει να χτυπάω σε τοίχους», έλεγε. «Εγώ πηδάω έξω από τ’ αμάξι πριν τη σύγκρουση», του απαντούσα. Ίσως αυτή είναι η τακτική μου. Όχι, δε φοβάμαι μήπως πληγωθώ. Πολλές φορές έχω μείνει μέχρι να με κάνει κομμάτια η άπειρη δύναμη της κρούσης. Ωστόσο, εκεί είναι που θέτω το μηδέν και ξαναρχίζω. Ή έστω κάνω το διάλειμμά μου. Ένα φθηνό ταξίδι μες στην άνοιξη για να καλύψω τα ίχνη που όλο το χειμώνα πάγωναν στο χιόνι. Κι έτσι κι αυτός αναχώρησε, ακριβώς στο τέλος της Άνοιξης, αφήνοντας τους τοίχους χωρίς πληγές. Δεν έκανε λάθος. Όπως διάβασα κάπου, υπάρχουν ψυχές που αρέσκονται να ταξιδεύουν, οι κοινώς ονομαζόμενοι τεμπέληδες. Δεν είναι άσχημο. Άλλωστε, ο χαμένος τα παίρνει όλα.


Λοιπόν, το κοντέρ έχει μηδενίσει κι ετοιμάζω τις βαλίτσες για να σύρω το κορμί μου σε νέες διαδρομές. Μέχρι να γράψει πολλά χιλιόμετρα. Για να τα ξανασβήσω. Αν ποτέ σβήνουν, τελικά. Άλλωστε, όλοι γερνάμε κάποτε. Τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός των αξιοθέατων της πορείας.

February 20, 2010

Η ζωή που δε θα ζήσω…

Filed under: Uncategorized —Tagged , , — thirstie @ 12:45 am

Είναι πολλές οι φορές που δε θες να δεις το τέλος. Για τέλος σου μοιάζει μια στιγμή που είναι όπως θα έπρεπε να είναι, ευτυχισμένη, και δε θέλεις να αλλάξεις τίποτα. Αυτή η στιγμή είναι όπως το χαρούμενο τέλος στις ταινίες. Όλα βρίσκουν τη λύση τους τόσο εκπληκτικά όμορφα και κανένα λάθος του παρελθόντος δε βαραίνει τη σκηνή, ούτε μας ενδιαφέρει τι μας επιφυλάσσει η συνέχεια. Κι έτσι, καμιά φορά, «όλο φεύγω, το τέλος μη δω»…
Αυτά τα σκέφτηκα βλέποντας εκείνη την ταινία. Την εγκατέλειψα πριν δω το αναμενόμενο τέλος. Μου αρκούσε ως εκεί, όλα ήταν επιθυμητά. Μοιάζει μ’ αυτή την ελπίδα που οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να συγκεντρώνουν σ’ ένα θεϊκό πρόσωπο, πιστεύοντας, ή θέλοντας να πιστεύουν, ότι αυτό δίνει πάντοτε τη δίκαιη ανταμοιβή. Ωστόσο, ακόμη κι ένας θεός, μια αυθεντία, μπορεί να μας κρίνει; Με ποια ιδιαίτερη ικανότητα μπορεί να δει τον άνθρωπο πίσω από την πράξη, το αίσθημα πίσω από το κίνητρο; Πόσο άσπλαχνα μπορεί να μου υποδείξει αν κάτι το αξίζω ή όχι;
Λένε ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. Οι κόποι, όμως, δεν είναι τόσο προφανείς, όταν κρύβονται πίσω από μια βιτρίνα που τη λέμε κοινωνική ζωή, πίσω από μια μάσκα με χαμόγελο, ωραία κοστούμια και μια συνήθη έκφραση δικαιολογίας. Κόπος δεν είναι να μοχθείς με τον τρόπο που σου λένε οι άλλοι. Άραγε, η μοίρα, αν αυτός είναι ο τρόπος έκβασης της ζωής, είναι αποτέλεσμα της κρίσης ενός θεού, της κοινωνίας, του κάρμα, του παρελθόντος ή μιας ζαριάς;
Κουράστηκα να συνετίζομαι στις συμβατικότητες μιας ζωής πανομοιότυπης με τη ζωή κάθε άλλου. Αυτό δεν είναι η αγανάκτηση του ατομικισμού μου. Είναι αυτό που με κουράζει, να παριστάνω αυτό που θα ήθελαν οι άλλοι να δούνε κι όμως, να εξακολουθώ να μην το καταφέρνω. Δεν ήθελα, άλλωστε, ποτέ να το καταφέρω. Κρατούσα μια σθεναρή αντίσταση απέναντι σε οποιαδήποτε σχέση. Έπειτα, με κούρασε η μονοτονία και οι όμοιες μέρες, οι όμοιες εποχές, η πανομοιότυπη προτροπή κάθε ηλικίας να κάνω υπομονή ώσπου να έρθει αυτό το κάτι που ψάχνω και που το ονομάζουμε όνειρο, συχνότερα ματαιοδοξία και πολύ σπάνια ζωή επιτέλους!
Μα πιο πολύ απ’ όλα κουράστηκα να ελπίζω. Εκείνος επέμενε να λέει πως γνώρισε μια Ελπίδα κι εκείνη τον εγκατέλειψε. Προσωπικά, συνέχισα να ελπίζω, όπως μου είχαν πει κάποτε, πως οι ελπίδες είναι τα όνειρα όσων δεν κοιμούνται. Είναι, όμως, εξουθενωτικό να περιμένεις μια ζωή για τη ζωή που δε θα ζήσεις. Είναι μάταιο να νοσταλγείς τα παραμύθια για το μέλλον, όπως ανώφελα είναι και τα παραμύθια. Εξίσου βασανιστικό είναι να επιμένεις να λες τα όνειρά σου φωναχτά, ελπίζοντας ότι θα βρεθεί και κάποιος άλλος να τα κλέψει κι έτσι να ονειρεύεστε παρέα. Σκέφτεσαι έναν κόσμο να μοιράζεται αυτό που αγαπάς κι ύστερα ξυπνάς ταραγμένη από τον ευχάριστο ύπνο.
Αλίμονο! Δε θέλησα στιγμή να επιβληθεί το δικό μου ιδανικό στους άλλους. Ξέρω ότι ο καθένας πενθεί για τη δική του ζωή που δεν έζησε και δε θα ζήσει. Ξέρω ότι κάθε άνθρωπος οργανώνει στον ύπνο του τα μοναδικά του σχέδια για την επόμενη μέρα. Ωστόσο, η απογοήτευση τον έχει κουράσει και γι’ αυτό, κοιμάται πιο εύκολα, βαριά και συνηθίζει να μην περιμένει τα όνειρα να τον ξυπνήσουν. Και μετά από χρόνια θα βρεθεί ένας δικός σου άνθρωπος να σου πει πως η ζωή είναι αγώνας. Αυτό είναι το κήρυγμα των ανθρώπων. Συμβιβάσου με την πάλη. Δε σου απομένει τίποτα από το να βάλεις τα κλάματα και να πεις θλιμμένα ότι δε σ’ αρέσει να αγωνίζεσαι. Θέλεις να ζήσεις. Είναι αυτό αρετή ή αμαρτία;
Εξαντλήθηκα να περιμένω την παραμικρή ευκαιρία. Αυτή η εξάντληση με έφερε σ’ αυτή τη στάση, να μην περιμένω το λεωφορείο που θα με πάει εκεί που θέλω. Πήρα στα χέρια τις βαλίτσες και περπατώ πια προς τον προορισμό μου. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός. Κάποιες φορές, θέλεις απλά να περπατάς.



February 9, 2010

Τι να μας κάνει κι η βροχή

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , — thirstie @ 1:18 am
«Πάντα όταν βρέχει να τ’ ακούς…»
Έξω βρέχει, μα οι σταγόνες δε σε φτάνουν στο ζεστό δωμάτιο, όπου η αϋπνία σου έχει αρχίσει να σε καταδιώκει σαν κατάρα. Οι σταγόνες σταματάνε στο τζάμι κι απογοητευμένες γέρνουν προς τα κάτω. Δεν υπάρχει πιο φρικτός τρόπος να παρομοιάσεις τα δάκρυα, ειδικά όταν χύνονται σιωπηλά σε σκοτεινές γωνίες, κάτω από την κουβέρτα, σ’ ένα άδειο κρεβάτι. Ωστόσο, η βροχή δε σε φτάνει. Όπως όταν πέφτει στο δέρμα σου, δεν καταφέρνει να περάσει από κάτω, υποδόρια, εκεί που η μνήμη συνασπίζει τα λάθη. Δεν αρκεί ολόκληρη νεροποντή για να ξεπλύνει το παρελθόν. Έτσι «βρέχει χωρίς να βρέχει»…
Μπορείς να κοιτάς μ’ αυτόν τον τρόπο τη βροχή, σαν τη νοσταλγία της λύτρωσης. Ωστόσο, δε μοιάζει αρκετό για να γεμίσεις το κενό του ταβανιού σου. Ίσως ο λόγος που κάνει τόσο όμορφη αυτή την πράξη του καιρού είναι ότι η βροχή σε φτάνει σα δώρο του ουρανού για να ικανοποιήσεις τη δίψα σου. Και μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι, μια ταραχώδης ηρεμία.
Μια ηρεμία, μια γαλήνη που σε βρίσκει με τη βροχή, όπως όταν κι η ομορφιά σταματάει στα μάτια σου. Εξαίσιες ψιχάλες παγώνουν τοπικά το δέρμα κι ύστερα λούζεσαι στον ήχο, στο γκρίζο του ουρανού, στο ρεύμα. Ποιος γαληνεύει στη βροχή, κι όμως, σε ποιον δεν αρέσει;
Οι άντρες που μ’ αρέσουν έχουν αυτή τη σκοτεινιά της βροχερής μέρας. Μια όμορφη όψη που σε βρίσκει όπως τα ασώματα τραγούδια στις μοναχικές νύχτες για να σου κρατήσουν συντροφιά ως το πρωί, με την λεπτή αφή της σιωπής που δεν αξιώνει απαντήσεις. Όταν ξυπνά η μέρα, όμως, έχει βγει ο ήλιος, ανάρμοστος για εραστές του μεσονυκτίου. Κι η βροχή έχει στερέψει, όπως η δυναμική του ονείρου σε βιαστικά πρωινά.
Υπάρχει εκείνη η εικόνα που με κρατά ακόμη. Εκείνη η πάροδος της ομορφιάς μέσα από κάθε μου πόρο. Εκείνος να τραγουδά, κοιτώντας με στα μάτια. Κι εκείνη τη στιγμή, ενώ το τσιγάρο αφήνει στην ατμόσφαιρα τους σκελετούς των σκιών που στοιχειώνουν την ώρα, εγώ ρεμβάζω γαλήνια στο τοπίο αυτής της μουσικής και τον φορώ με παράφορο τρόπο στα μάτια, στο κορμί, στο μέλλον. Η εξαίσια γαλήνη που μόνο από τα σκιρτήματα του έρωτα ταράζεται. Και τότε, πέφτει βροχή…
Είμαι ερωτευμένη, όπως ερωτοτροπεί κανείς με την τέχνη. Όπως αυτή σε πονάει, γιατί αυτό που νιώθεις δεν πληρώνεται. Και κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί δεν έχει πραγματικότητα αυτό το συναίσθημα.
«Ολέθρια συνήθεια. Όχι τίποτ’ άλλο
μα αν δε μ’ αρέσει να δούμε πως θα επιστρέψω
από τον κάτω κόσμο σου Ανεξήγητο.»
Γιατί ολέθρια και το σώμα ανταποκρίνεται…
Ακόμη έξω βρέχει. Κι άρχισαν οι ψιχάλες να χτυπούν και το κρεβάτι μου. Επικίνδυνες δοκιμές πτώσεις για ακόμη μια φορά, τώρα που η σύγκρουση στη γη με τρομάζει. Ντρέπομαι ν’ απατήσω τη μνήμη, γιατί κανείς δεν πλάγιασε δίπλα στην καρδιά μου από τότε. Φοβάμαι να ρισκάρω παρασυρμένη από τη γητειά αυτόν τον κόσμο της βροχής. Τα καλοκαίρια δε μου μοιάζουν.

February 4, 2010

Ανοιχτοί λογαριασμοί

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , — thirstie @ 11:12 pm
Όταν οι πολλές υποχρεώσεις το επιτρέπουν, δηλαδή όταν έχω πολλά να κάνω, δραπετεύω στις απογευματινές σαπουνόπερες. Πάντα επηρεάζομαι από τις απλούστερες φράσεις. Δε συμμετέχω, σε καμιά περίπτωση, συναισθηματικά στις ιστορίες των αλλόκοτων ηρώων της Ακρίτα. Επίσης, δεν είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητη, με τον τρόπο που εγώ θεωρώ αδυναμία. Μάλλον η φαντασία μου τα φταίει και, σήμερα, όταν μίλησαν για χαμένα όνειρα, σκέφτηκα τα δικά μου. Σκέφτηκα τις κρυφές ματιές που κι εγώ ρίχνω στη ζωή που δεν έζησα, ώστε να ξεχάσω, ή, έστω, να μάθω να τη θυμάμαι για να ελπίζω για το μέλλον. Το χειρότερο πράγμα, όσον αφορά αδικοχαμένες συνέχειες, είναι να αρχίζεις να ξεχνάς.
Πριν μια βδομάδα, πήγα πάλι στη γειτονιά του. Όταν κάτι καινούριο αρχίζει, πρέπει να σκεφτώ τους ανοιχτούς λογαριασμούς, πρέπει να υπολογίσω τα χρωστούμενα. Είδα το μεγάλο χάσμα του μηδενός και του απείρου. Σχεδόν βούλιαξα στους αριθμούς που γεμίζουν την αβεβαιότητά μου. Άλλωστε, είναι σκληρό, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι οι λογαριασμοί παραγράφονται. Το κακό είναι ότι μένει το χρέος. Μπορεί τίποτα να μην αλλάζει στ’ αλήθεια. Απλά τρέχουν οι αριθμοί, στα ημερολόγια, στα κοντέρ, στα ρολόγια, στις αριθμομηχανές, στις σελίδες. Μόνο έτσι μετράν οι άνθρωποι που δε μπορούν να συνηθίσουν το απόλυτο κι όλο κρύβονται στη σχετικότητα, σε κρίσεις και συγκρίσεις.
Χρωστάω πολλά. Χρωστάω κάποιες ελεημοσύνες σε φίλους που με κερνάνε τις πολλές βραδιές που ξεχνιέμαι άφραγκη στις παρέες. Χρωστάω μαθήματα στη σχολή. Χρωστάω πλυντήρια, γιατί τα άπλυτα ξεχείλισαν στο καλάθι. Κι οι άλλοι μου χρωστάνε. Ωστόσο, ποτέ δε ζητάω πίσω αυτά που χάρισα. Αυτά τα ξεχνάω, γιατί όταν δίνεις δεν χρειάζεται να περιμένεις αντάλλαγμα. Ουσιαστικά ικανοποιείς τη δική σου ανάγκη προσφοράς. Η αχαριστία είναι μια παραπλανητική λέξη για να νιώσουμε εξουσία. Κι έτσι, ποτέ δεν του ζήτησα τα όνειρα που μου έκλεψε. Ούτε μια στάλα δε ζήτησα πίσω από τη ζωή που μου πήρε και μ’ άφησε στην άκρη της ευτυχίας, σαν παρείσακτο επισκέπτη.
Καθώς ο χρόνος μετράει με το δικό του απόλυτο τρόπο κι απλά περνάει, λίγη σημασία έχει η ποσότητα σ’ αυτό, καμιά επιρροή στην καρδιά. Οι σκιές ολοένα πληθαίνουν και ντύνουν τους τοίχους μου σα φαντάσματα. Με κοιτούν απαρηγόρητες ή συναινετικές, όπως ντύνομαι, με την πλάτη στο κρεβάτι. Κάποιο περίγραμμα προσώπου, δραπέτης από όνειρα γυρολόγους, θα ‘χει αφήσει το σημάδι του. Το χειρότερο είναι πως μπορεί να μην το αναγνωρίσω. Έπειτα, όμως, αρκεί να ανατρέξω στους προσφιλείς μου εφιάλτες για να ανασύρω κάποια οπτασία που τους στοίχειωσε για λίγο.
«Δεν έχω καιρό να αγαπώ πολύ ή να ονειρεύομαι:
Τη λες ελπίδα -αυτή τη φωτιά της φωτιάς!
Δεν είναι παρά η αγωνία του πόθου:
Αν μπορώ να ελπίζω…
Φωτοστέφανο της κόλασης! Και με όλες τις τιμωρίες
Η κόλαση δε θα με κάνει να φοβηθώ ξανά…
Το πύρινο διάδημα στο μέτωπό μου
Διεκδίκησα και το κέρδισα με αρπαγή…
Δεν έχω λόγια -αλίμονο!- να πω
Πόσο ωραίο είναι να αγαπάς πολύ!
Ούτε θα προσπαθήσω τώρα να ανακαλύψω
Τη μεγαλύτερη ομορφιά ενός προσώπου
Που τα χαρακτηριστικά του, μέσα στο μυαλό μου,
Είναι σκιές στον άστατο αγέρα:
Έτσι θυμάμαι ότι έχω μείνει σε
Κάποια σελίδα πρώιμης αγάπης,
Με μάτια που ρέμβαζαν, ώσπου ένιωσα
Τα γράμματα -με το νόημά τους- να λιώνουν
Σε φαντασίες…»
Είναι και μερικές σκιές πιο άσχημες από οτιδήποτε άλλο κρύβω στο δωμάτιο ή στον εαυτό μου. Είναι σκιές που με κοιτάζουν βλοσυρά και πληγωμένες, πρόσωπα που εγώ τους χρωστώ, έστω την εκπλήρωση αδικοχαμένων υποσχέσεων. Πριν μερικά λεπτά είδα ότι δε φοβούνται να εξακολουθούν μετά από έναν ολόκληρο χρόνο να με αγαπούν. Δεν ξέρω. Οι δικές μας κλεψιές δρουν με τις αρπαγές των άλλων και το φορτίο εξουδετερώνεται. Υπάρχει μια μοναδική έντιμη στάση για το παρελθόν: Να μην ξαναγυρίσει. Τουλάχιστον η καλή μνήμη, μας ανήκει. Ούτε χαρίζεται, ούτε την παίρνεις πίσω.
</div

January 31, 2010

Ξημέρωμα Κυριακής

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , — thirstie @ 2:44 pm
Ξημέρωμα Κυριακής σε βρίσκει πάλι μόνο και θλιμμένο, κάπως μεθυσμένο, κάπως αργοπορημένο, αν χασομεράς με όρια. Μετά από αυτή την ώρα κάθε συντροφιά μοιάζει επιθυμητή. Δε νυστάζεις, γιατί έζησες ένα βράδυ από αυτά που σε διδάξαν να μένεις στο σπίτι κι όμως, πάντα βγαίνεις, κάνοντας τα ίδια λάθη. Εμπειρία ονομάζω εγώ αυτό το λάθος δρόμο της Αθήνας, τόσο όμορφα στρωμένο αποτυχίες.
Το ταξίμετρο μετρά τις διαδρομές σου. Όλες πρέπει να τις πληρώσεις. Δίπλα τα φώτα της πόλης, κίνηση ανθρώπων κι αυτοκινήτων. Άλλοι μονοί, άλλοι σε ομάδες, άλλοι στο μονό αριθμό του «μαζί». Για πολλές ώρες μπορείς ν’ αναρωτιέσαι αν είσαι ξένος, ή απλά στην πατρίδα σου.
Κάπου πας, ύστερα αλλού. Μόνο σπίτι δεν επιστρέφεις. Κουράστηκε το βλέμμα να ακουμπάει σε τοίχους. Εκεί, αλλού, σε περιμένουν φίλοι. Φοράς ένα χαμόγελο και χαιρετάς. Χορεύεις ή δαμάζεις τη δίψα σου.
Ξημέρωμα Κυριακής μετά από βράδυ Σαββάτου. Δε μπορείς να κρίνεις αν περνάς καλά, απλά περνάς. Φόρεμα κοντό και στενό. Βλέμματα περίεργα, βλέμματα ιδρωμένα. Δειλές εξομολογήσεις, τρυφερά αγγίγματα. Αυτός που ψάχνεις ξεχασμένος κάπου αλλού. Αυτό που αναζητείς τεκμηριωμένα λάθος. Θες ένα χέρι που να αξίζει το χάσιμο.
Πού να πας όταν δεν έχεις δική σου κρυψώνα; Κρύβεσαι στο πλήθος.
Γυρνάς το πρωί με τα κλειδιά στο χέρι. Η κάθε σου σκέψη είναι μια καινούρια οδός. Προσπαθείς να κοιμηθείς. Σε επισκέπτονται φαντάσματα. Κάθε όνειρο μια νοσταλγία γι’ αυτά που θα ‘θελες να συμβούν.
Εκείνος εδώ, εκείνη στο Λονδίνο, ο άλλος στη Γαλλία. Πώς μοιράζονται μοιραία οι διαδρομές και συγκλίνουν ανυπόφορα στη ζωή μου;

January 26, 2010

Καινούρια αρχή

Filed under: Uncategorized —Tagged , , — thirstie @ 3:37 am

Είναι η πρώτη μου ανάρτηση για τον καινούριο χρόνο, στη νέα έκδοση της AV. Δε θα μπορούσα, για κανένα λόγο, να με θεωρήσω προληπτική, αλλά όταν αρχίζεις, έστω όταν ξαναρχίζεις απ’ τα μισά της διαδρομής, θέλεις να αρχίζεις καλά. Θα έλεγα επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ούτε αυτό το πιστεύω. Άλλωστε, στα ταξίδια πάντοτε ξεκινάμε μ’ όρεξη, αλλά στη διαδρομή μπορεί να μας αλλάξει τη διάθεση μια μεταβολή του καιρού ή ένας απρόσμενος καβγάς.

Ωστόσο, εγώ θέλω να είμαι αισιόδοξη. Άλλωστε, μου είχε λείψει απίστευτα αυτή η συνήθεια.

Με τον τρόπο αυτό, της αισιοδοξίας, προσπαθώ να αντιληφθώ και τη νέα χρονιά. Ακόμη κι αν ο χαρακτηρισμός «νέα» είναι λίγο απατηλός. Ο χρόνος συνεχίζει να μετράει με τον ίδιο τρόπο κι η μόνη διαφορά είναι μια μικρή μουντζούρα στην ημερομηνία, καθώς από κεκτημένη ταχύτητα πάντοτε σημειώνω 2009.  Ο χρόνος συνεχίζει να μετράει, με τον ίδιο τρόπο, αμείλικτος, κι εγώ βιάζομαι να ζήσω, τόσο που κουράζομαι κάνοντας σχέδια και στο τέλος τίποτα δεν πραγματοποιείται. Δεν πιστεύω σε καλοσύνη ή κακία της μοίρας. Υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες ή δυσμενείς συγκυρίες. Υπάρχει η δράση κι απέναντί της ο φόβος κι η απραξία. Ούτε στην ανικανότητα πιστεύω. Φοβάμαι, όμως, ότι, στην πραγματικότητα, η ζωή είναι εντελώς μνησίκακη. Δε συγχωρεί τα λάθη σου και δε δίνει πίσω τις χαμένες ευκαιρίες. Ωστόσο, η αλήθεια δεν αλλάζει κι ο άνθρωπος παραμένει θνητός. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

Εκβιάζω τη συνέχεια, εκεί που τρέχω να προλάβω, μη με πιάσουν οι εκπλήξεις. Τόσο μ’ αρέσει ο άνεμος που μπορεί κανείς να υποθέσει πως δε φοβάμαι να με παρασύρει. Κι όμως, όταν βλέπεις κάποιον να πηδά από γκρεμούς ή ταράτσες, αυτός είναι που περισσότερο τρέμει την πτώση. Έτσι βιάζεται να την ξορκίσει. Δεν ξέρω αν είναι πιο ασφαλές να κρατιέται γερά από τα κάγκελα.

Χωρίς μνήμη, λένε, δεν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, χωρίς συνέχεια δεν υπάρχει μνήμη, υπάρχουν μόνο φαντάσματα που στοιχειώνουν το παρόν σου και το μέλλον γίνεται χαρτί πολυγραμμένο πληγωμένες ελπίδες. Σ’ έναν κόσμο που όλοι έχουν μάθει να ξεχνάνε, που όλοι βρίσκουν καινούριους τρόπους να ξεχνάνε, πονάει περισσότερο όταν δε θυμόμαστε. Είμαι αισιόδοξη γιατί ονειρεύομαι το παρελθόν και ξυπνάω στο μέλλον. Είναι η δικαίωση στην ανατολή, ή έστω, στο ξύπνημα.

December 31, 2009

Γέρε χρόνε φεύγεις τώρα;

Filed under: Uncategorized —Tagged , , , — thirstie @ 9:26 am


Ο χρόνος που μας πέρασε μετρούσε 2009 χιλιάδες χρόνια από την εποχή, όπου τοποθετείται η γέννηση του Χριστού. Είναι σαν κάθε χρόνο να αλλάζουμε χρόνο, γιορτάζοντας τα ετεροχρονισμένα του γενέθλια. Κι αρχίζουν πάλι, ξέρετε, ίσως και με αυξημένη ένταση, οι γνωστές υποσχέσεις των γενεθλίων, ενώπιον θεών, δαιμόνων και φίλων, για τον τερματισμό των κακών συνηθειών και για τις καινούριες αρχές. Περισσότερο μάλλον τις πιστεύουμε τώρα, ή μάλλον μας εκβιάζει κάπως το γεγονός ότι έχουμε μάρτυρες, γιατί αυτό το κίνημα της βελτίωσης ή της ελπίδας βελτίωσης μαζικοποιείται τον καινούριο χρόνο. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ είχα πάντοτε τη γιαγιά να με κυνηγάει να κάνω μπάνιο, ώστε να είμαι καθαρή κι όμορφη τον υπόλοιπο χρόνο, να διαβάσω τα μαθήματά μου, ώστε να τα πηγαίνω καλά στο σχολείο κι άλλα τέτοια μικρά μυστικά. Είναι κι αυτό μια αντίληψη των παλιών, δηλαδή ότι όπως σε βρει ο καινούριος χρόνος, με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσεις. Πρέπει, λοιπόν, να κάνω μια οικονομία κινήσεων.
Σήμερα πολλοί θα κάνουν ρεβεγιόν με φίλους, συναδέλφους, ακόμη και μ’ ανθρώπους που αντιπαθούν. Θα κλείσουν τα φώτα μετρώντας αντίστροφα. Ίσως χάσουν πολλά λεφτά στα χαρτιά και στη συνέχεια θα πάνε στα μπουζούκια ή στα κλαμπ. Κάποιοι μπορεί να βλέπουν τηλεόραση με αφοσίωση. Άλλοι θα κόψουν απ’ το βράδυ τη βασιλόπιτα και κάποιοι άλλοι, μικρότεροι, θα περιμένουν την οικογένεια να τσουγκρίσει, έτοιμη μες στα ρούχα που αγόρασαν ειδικά γι’ απόψε. Κάποιοι ακόμη μικρότεροι, θα προσπαθήσουν να κρατηθούν ξύπνιοι ώστε να προλάβουν τον Αϊ-Βασίλη, μέχρι να κουραστούν. Άλλωστε, φέτος ο αγαπημένος μου άγιος άλλαξε καριέρα ή τον χτύπησε η κρίση. Κι εγώ μεγάλωσα κάπως για να κοιμάμαι κάτω από το δέντρο.
Αν είναι η αποψινή μέρα το τέλος ενός χρόνου, ή απλά μια ψευδαίσθηση αναγκαιότητας επιθεώρησης για ακόμη μια φορά της ζωής μας, δεν ξέρω. Ίσως προγραμματίσαμε την ύπαρξή της στα ημερολόγια για να έχουμε την αντίληψη της κρίσιμης καμπής. Ίσως για να θυμηθούμε αυτά που έχουμε θάψει σε παρόν και κοντινό παρελθόν. Ίσως για να φτιάξουμε σχέδια για το μέλλον. Πότε, όμως, κι αυτή η αλλαγή του χρόνου παύει να έχει νόημα και σου αφήνει μόνο εκείνη τη μικρή ελπίδα πως το αύριο θα είναι απλά καλύτερο; Εκείνη τη μικρή ελπίδα που έχεις όταν ξυπνάς το πρωί και μπαίνει φως απ’ το παράθυρο.
Αν καταφέρω να βρω ένα λόγο να μισήσω αυτές τις μέρες είναι ότι με αντιπαθώ που καταφέρνω να αντιπαθήσω. Τα λαμπιόνια στις πόρτες και στα παράθυρα αντιγράφουν τη σιωπή όσων πέρασαν κι ύστερα παίζουν ρυθμικά, σα να χλευάζουν την παροδικότητα. Αν δε παίρνει να μετανιώσεις, μπορεί και να λυπάσαι. Ίσως επειδή τίποτα δεν αλλάζει κι είσαι αδύναμος για το χρόνο. Είναι μια πόρτα χωρίς δωμάτιο από πίσω. Αναπόδραστο συναίσθημα όταν μετράς με το ρολόι.
Θα ήταν πιο ωραίο να έχω χιούμορ, αλλά αυτό είναι κάτι σαν επιστολή αποχωρισμού. Στη μέση του γράμματος, όσο κι αν θες να κρυφτείς σε παίρνουν τα ζουμιά. Κι ας ήταν κακός ο χρόνος που μας πέρασε, ας τον χαρακτηρίσω απλά δύσκολο από ευγένεια, εγώ υπήρξα ερωτευμένη. Με το κάθε λεπτό του. Έτσι είναι δύσκολο να μη συγχωρέσεις. Άλλωστε, σ’ αυτό το χρόνο έγινα είκοσι. Μεγάλωσα.
Δε θέλω να κάνω άλλη μια φορά ευχές για την αλλαγή του χρόνου. Νομίζω θα άξιζε κάποιος να μας πει να κρατήσουμε τις καλές αναμνήσεις από τις μέρες που πέρασαν από την προηγούμενη πρωτοχρονιά.
Να περάσετε καλά!

(Η φωτογραφία στην αρχή είναι από τον εορτασμό της πρωτοχρονιάς στο Παρίσι… Εμένα, κάπου εκεί θα τριγυρίζει κι απόψε το μυαλό μου..)

December 28, 2009

Χριστούγεννα στο χωριό

Filed under: Uncategorized —Tagged , , — thirstie @ 12:40 pm

Είναι Δεκέμβρης. Το κλίμα έχει αλλάξει και στα μάτια μου παίζει από το παράθυρο, αυτή τη στιγμή, ένας ήλιος ζωηρός και άγριος. Στο χωριό τον ονομάζαμε πάντα «ήλιο με δόντια». Και δαγκώνει, γιατί επιμένω να κουρνιάζω με τον υπολογιστή δίπλα στο καλοριφέρ που, όσο είναι υπό την επίβλεψή μου, δε σταματάει να λειτουργεί. Άλλαξε το κλίμα, λοιπόν, αλλά εγώ διατηρώ το δικαίωμα να κρυώνω. Κι όταν ντύνομαι όλη την περηφάνια του ταξιδεμένου ή την ταπεινότητα του χαμένου, όταν τυλίγω όλη μου την ύπαρξη μέσα στο παλτό και λέω ξανά και ξανά ότι κάνει κρύο, θέλω να με παρηγορούν. Κι ίσως ν’ ανάβουν το τζάκι. Είναι ωραίο τέτοια εποχή.
Είναι παράξενο, γιατί κανείς δεν προσέχει πως η φύση κοιμάται. Σα να την έχουν θάψει κι απ’ τα βουνά έχει ξεθωριάσει άδοξα το πράσινο χρώμα. Μάλλον σε τέτοιον καιρό είναι ανώφελο να συλλογίζεται κανείς την Άνοιξη. Κι ας έμοιαζε το Σάββατο ο καιρός σχεδόν καλοκαιρινός, κρίνοντας μονάχα από το φως της μέρας, όπως αυτό ακουμπούσε πάνω στη θάλασσα. 

Τα Χριστούγεννα τα περιμέναμε από τα πρωτοβρόχια, σα να είναι φυσικό αντανακλαστικό του ανθρώπου να θυμάται τη μόνη αφορμή ξεκούρασης (κι ατό μοιάζει σχετικό) σαν την κορύφωση του χειμώνα. Κι ήδη από τις πρώτες βροχές μοιάζει να χειμωνιάζει. Κι οι άνθρωποι γίνονται πιο αργοί, γιατί στο κρύο δεν επωφελούνται και τόσο οι γρήγορες κινήσεις, ίσως και πιο όμορφοι, γιατί τα μακριά παλτό, τα κασκόλ, τα καπέλα μοιάζουν πιο κομψά, πιο μελαγχολικοί με αυτή τη γοητεία που τα θλιμμένο πρόσωπο μπορεί να έχει. Ο Χειμώνας έχει αυτή την τάση της σοβαρότητας. Ίσως γιατί κουμπώνεται, όπως κι εμείς μέσα σε ζεστά ρούχα, λες κι αυτά επαναπροσδιορίζουν τη σεμνότητά μας. 
Και τα Χριστούγεννα πέρασαν κι άλλοι τα πέρασαν μόνοι, άλλοι χαρούμενοι, άλλοι μεθυσμένοι, άλλοι σχεδόν αδιάφορα, με την ενδόμυχη απόλαυση της αποχής από την δουλειά την επόμενη μέρα. Εγώ, μάλλον, τα πέρασα γεμάτη περιέργεια για πολλά που δεν είχα δει και μου αποκαλύφθηκαν εκείνη τη μέρα. Άλλωστε αυτό είναι το νόημα ενός ταξιδιού. Αυτές τις μέρες στο χωριό δε θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω κάπως αλλιώς. Διακοπές και ξεκούραση δεν είναι, αν λάβεις υπόψη σου, ότι δεν καταφέρνω να βρω ούτε λίγα λεπτά αποκλειστικά μόνη με τον εαυτό μου. Δε θα τις έλεγα ούτε περίοδο ξέφρενης διασκέδασης κι αυτό θα το υπέθετε κανείς εύκολα, γνωρίζοντας ότι για δέκα μέρες θα είμαι σ’ ένα χωριό, χωρίς πολλές δυνατότητες. Βέβαια, δεν είχα υπολογίσει το γεγονός ότι ο αδερφός μου πήρε δίπλωμα και γι’ αυτό έχουμε κάποιες μικρές ευκαιρίες απόδρασης.
Κι όμως, όσο ωραία ή άσχημα να είμαι εδώ, δε μπορεί να μη μου λείψει η Αθήνα. Επίσης, δε μπορώ να σκεφτώ έναν τρόπο για να μη με πλημμυρίζει ένα απαίσιο συναίσθημα ζήλειας, γνωρίζοντας ότι όλα στην πρωτεύουσα κυλούν με αμείωτο ή ακόμη και αυξημένο ενδιαφέρον, παρά την αποχώρησή μου. Κι εγώ εδώ εκνευρίζομαι με το ασημένιο χρώμα των ταξί ή την περίεργη απόχρωση των πράσινων φαναριών. Θα ήθελα να χτυπούσε ασταμάτητα το τηλέφωνο και, σα να μην ήξεραν, να μου κανόνιζαν βόλτες στα Εξάρχεια.
Ελπίζω όσοι μείνατε πίσω να περνάτε καλά κι όσοι φύγατε ακόμη καλύτερα. Κι όσοι πήγατε στα χιόνια, μπορείτε να απολαύσετε την ψευδαίσθηση του ρομαντισμού αυτών των ημερών. Όπως και να το δει κανείς, σ’ ένα ηλιόλουστο ουρανό, ο Αϊ-Βασίλης δε θα μπορεί να σύρει το έλκηθρο του.

Powered by WordPress Powered by WordPress MU.