Όνειρα ανοιξιάτικων νυκτών
…
Κι ένα “Χρόνια πολλά” για τον γλυκύτατο μπαμπά μου που έχει σήμερα γενέθλια. Να φτάσει τα εκατό και να παραμείνει με τη δύναμη που τώρα τον οπλίζει. Και κάθε μέρα να τον χαίρομαι, όπως τώρα…
…
…
Κι ένα “Χρόνια πολλά” για τον γλυκύτατο μπαμπά μου που έχει σήμερα γενέθλια. Να φτάσει τα εκατό και να παραμείνει με τη δύναμη που τώρα τον οπλίζει. Και κάθε μέρα να τον χαίρομαι, όπως τώρα…
…
…
Σε μια πόλη υπάρχουν όλα. Κι αν κάτι ήθελα πάντοτε περισσότερο απ’ όλα ήταν ένα σπίτι μικρό, αλλά κάπου ψηλά, όπως αυτά τα δωμάτια που δεν ξέρω πως λέγονται και βρίσκονται στις ταράτσες των πολυκατοικιών, για να κοιτώ το δρόμο παρατηρώντας τους ανθρώπους. Περνάνε, ο καθένας βαδίζοντας με το δικό του μοναδικό τρόπο, άλλοτε κοιτώντας τον ουρανό και κάποτε μετρώντας τα βήματά του. Όλα χωράνε μέσα σε μια πόλη. Ανάμεσα στα τετράγωνα, σε κάποια γωνία κρυμμένα, στις στοές, κάτω από κάποια γέφυρα ή σ’ ένα παγκάκι κρυμμένο σ’ ένα πάρκο ή μια σκοτεινή πλατεία, κάποια όνειρα επιβιώνουν στον βαθύ τους ύπνο. Οργανώνονται σε στρατιές για να νικήσουν αυτή την άνανδρη σιωπή που επιβάλλεται. Όλα υπάρχουν σ’ αυτή την πόλη. Εδώ, όμως, απλά κατοικούμε. Ποτέ δε ζήσαμε αυτή την πόλη. Απλά, την κατοικήσαμε. Σε μέρες και σε νύχτες, σε περιπάτους ή σταθμευμένοι κοιτώντας το φανάρι, σε μεσημέρια με καύσωνα και σε κάποιο παγωμένο ξημέρωμα. Κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, μεταξύ των πολλών προσώπων, χωρίς να έχουμε δει ούτε μέσα από δέκα βλέμματα.
…
Μεσημέρι στη Βασιλίσσης Σοφίας. Το αυτοκίνητο, μια τέτοια ώρα, σε κάνει να μισήσεις την Αθήνα. Αν κοιτάξεις από το παράθυρο στα διπλανά αυτοκίνητα, θα δεις ανθρώπους κουρασμένους, θυμωμένους ή αφηρημένους. Περιμένουν το πράσινο φως για να ξεκινήσουν. Κάποια στιγμή θα φτάσουν στο σπίτι. Θα χαρούν, επειδή αύριο είναι απεργία και μπορεί να μην πάνε στη δουλειά. Θα χαρούν επειδή θα κοιμηθούν ως αργά και το μαξιλάρι είναι απαλό φορτίο κάτω από το κεφάλι τους, ακριβώς όσο βαριά είναι τα όνειρα που σκοτώνουν κάθε μέρα σε γραφεία, κουζίνες, αυτοκινητόδρομους, μπροστά στις πολλές επιλογές στα σουπερμάρκετ. «Όποιος δεν πολεμάει είναι νεκρός», είχε πει η Μάινχοφ. Πεθαίνει κάθε λεπτό στα καθημερινά κελιά της ρουτίνας του. Η ίδια πέθανε σ’ ένα λευκό κελί. Τουλάχιστον πολέμησε για να γκρεμίσει τα τείχη που τη σκότωναν. «Επαναστατώ, άρα υπάρχω» είναι η νέα έκφραση του cogito.
…
Είμαστε πρόθυμοι ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας στο θάνατο της μιζέριας για να ξεπληρωθούν τα κρατικά χρέη, αλλά δεν αναγνωρίζουμε κανένα άλλο χρέος στον εαυτό μας. Οι φιλόσοφοι είναι οι νεκροκεφαλές των σύγχρονων πολιτικών αναλυτών. Είμαστε πρόθυμοι να πεθάνουμε για την πατρίδα, αλλά δε συγχωρούμε εκείνους που πεθαίνουν για τον εαυτό τους. Προσπαθούμε με ακέραιες βιτρίνες να γλιτώσουμε την πόλη. Άλλοι παίρνουν τη μοίρα και την τσαλακώνουν πριν υπογραφεί, σα νέοι Οιδίποδες που παραβιάζουν το χρησμό κι έπειτα καταστρέφονται προ της κάθαρσης, ενώ άλλοι βρίσκουν την υπόσχεση του θεού και μένουν πιστοί σ’ αυτό που τους διάλεξε. Μου λέει μια φίλη πως δε μπορώ να βαδίζω με αναπόδεικτες θεωρίες. Κι όμως, κάθε μέρα, κάποιες αναπόδεικτες θεωρίες, που μας έμαθαν να τις λέμε αξίες, στηρίζουν τη ζωή μας σε τεντωμένο σκοινί. Άλλωστε, η αξία τους έχει υποτιμηθεί και πωλούνται για πενταροδεκάρες σε πλαστικές σακούλες.
…
«Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…» και φτάσαμε ως εδώ.. Όπως γράφει ο Καμύ, το μέλλον είναι η υπερ-βεβαιότητα των ανθρώπων χωρίς θεό. Γι’ αυτό δε φοβούνται το θάνατο. Ωστόσο, τα χρόνια περνούν και τα πανεπιστήμια κατατρώνε νεανικά μυαλά για να εδραιώσουν το σύστημα, δελεάζοντας με υποσχέσεις μιας αυταπάτης ζωής, πάνω σε κουφάρια ονείρων. Οκτώ ώρες κουράζουμε το κορμί για να αγοράσουμε μαλακά στρώματα. Υπάρχουμε σπουδαίοι όταν δεν υπάρχουμε.
…
Μη με κάνεις να παραδεχτώ πως είναι ανώφελο. Το σκέφτομαι, άρα υπάρχει. Κι εσύ που λες πως αυτοί που κατεβαίνουν στις πορείες είναι άνθρωποι που δε θα προκόψουν, κι εσύ που μαζεύεις τις αποδείξεις, κι εσύ που προτιμάς να εξασφαλίζεις τα μελλούμενα από μια τρυφερή αγκαλιά, κι εγώ που είμαι στο σπίτι πάνω από έναν υπολογιστή και στενοχωριέμαι για σένα και για μένα επίσης, δε ζήσαμε ποτέ σ’ αυτή την πόλη. Απλά την κατοικήσαμε, για λίγο μόνο, πριν μετακομίσουμε.
…
…
…
…
Μάλλον για τον καθένα υπάρχει μια ρυθμιστική εποχή. Για εμένα είναι η Άνοιξη. Ίσως έχω αρχίσει λίγο νωρίς να τη νοσταλγώ, καθώς θεωρητικά είναι ακόμη Φεβρουάριος και ο Μάρτης δε μπαίνει πρακτικά πριν από τις 21, αλλά νιώθω αυτό το αεράκι της αλλαγής που κάνει τις μέρες ήδη να μυρίζουν λουλούδια, έρωτα και μηδενικά. Πολλά μηδενικά. Άλλωστε, το μηδέν παραμένει ένα τέλειο αριθμητικό σύμβολο. Είναι ουδέτερο στοιχείο στην πρόσθεση κι εντελώς ανατρεπτικό στον πολλαπλασιασμό. Έτσι είναι τα πράγματα. Τη μια μέρα μιλάς για το τέλος και την επόμενη αρχίζεις ξανά. Ίσως αυτή είναι η πραγματική σημασία του μηδέν. Έχεις την επιλογή της κατεύθυνσης. Δεν ξέρω, αλήθεια, αν το μηδέν, είναι καινούρια, αρχή, διάλειμμα, ή κάποιο τέλος. Είναι, όμως, σίγουρα το σταυροδρόμι.
…
Μαντεύω πως οι αμυγδαλιές θα έχουν αρχίσει να ανθοστολίζονται. Θα έχουν αυτή την όψη της βιαστικής νεότητας που θα τις ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα δέντρα. Κι ύστερα, είναι τα πεύκα που διατηρούν τη διαχρονικότητα της σοφίας. Η βοκαμβίλια που λαθραία διεισδύει από το διπλανό σπίτι στην αυλή μου θα βγάλει κάποια στιγμή τα άνθη της, ενώ ακόμη με κοιτάζει απειλητικά προβάλλοντας τ’ αγκάθια της πάνω στα δυνατά κλαδιά της, κερδίζοντας έδαφος ολοένα. Μ’ έχει νικήσει πολλές φορές στη μάχη, έως ότου η ιδιοκτήτρια να ανακόψει την πορεία της με την εξουσία που της δίνει το κλαδευτήρι. Σίγουρα η βοκαμβίλια δεν είναι εχθρός μου, ακόμη κι αν με συνηθίζει στο να χάνω. Είναι αυτός ο σύντροφος που μου υπενθυμίζει με επιμονή πως είναι να ζεις με τους ανθρώπους. Μια σουρεαλιστική αφήγηση της πραγματικότητας.
…
Κοιτώ τριγύρω κι η ματιά περνάει από τα μάτια στην καρδιά. Κοιτώ ανάμεσα στα λεπτά χωρίς να περιμένω να περάσουν. Κάθε στιγμιότυπο της φωτογραφικής μηχανής έχει τη δική του απόχρωση. Φωτογραφίες, οι οποίες θα μπουν στο συρτάρι του χρόνου για να βγάλουμε πάλι τα γιορτινά, ανοιξιάτικα ρούχα μας. Πρέπει να σταθούμε, έστω με τη μαύρη γκαρνταρόμπα μας, αντάξιοι της γιορτής.
…
Η ανθρώπινη διάθεση έχει μια δυσανεξία στα ημερολόγια. Μας έχει κουράσει ο χειμώνας. Με την παγωμένη του ανάσα κάνει τα άδεια χέρια να σφίγγουν με περισσότερη μανία το κορμί, σα να αγκαλιάζονται μοναξιές. Συνηθίζω να κουλουριάζομαι πλάι στο καλοριφέρ και να τυλίγομαι σφιχτά στα σκεπάσματα. Να απατάω τον εαυτό μου με την ψευδαίσθηση τη καλοσύνης.
…
Κανένα μηδενικό δε μένει αναλλοίωτο στους υπολογισμούς. Φορτίζεται με προσθέσεις, το άθροισμα μεγεθύνεται στους πολλαπλασιασμούς. Τα άπειρα εξουθενώνουν τις ανθρώπινες καρδιές μας. Μένουμε για να δούμε ως που θα φτάσει. Σ’ εκείνον το έλεγα συχνά πως το μόνο ανάρμοστο στην ιστορία μας είναι πως τη ζω με ανοιχτή καρδιά. Εκείνος δεν απαντούσε. Κοιτούσε μονάχα τον τοίχο ευθεία και τον έκαιγε απαλά με το τσιγάρο του. «Δε μ’ αρέσει να χτυπάω σε τοίχους», έλεγε. «Εγώ πηδάω έξω από τ’ αμάξι πριν τη σύγκρουση», του απαντούσα. Ίσως αυτή είναι η τακτική μου. Όχι, δε φοβάμαι μήπως πληγωθώ. Πολλές φορές έχω μείνει μέχρι να με κάνει κομμάτια η άπειρη δύναμη της κρούσης. Ωστόσο, εκεί είναι που θέτω το μηδέν και ξαναρχίζω. Ή έστω κάνω το διάλειμμά μου. Ένα φθηνό ταξίδι μες στην άνοιξη για να καλύψω τα ίχνη που όλο το χειμώνα πάγωναν στο χιόνι. Κι έτσι κι αυτός αναχώρησε, ακριβώς στο τέλος της Άνοιξης, αφήνοντας τους τοίχους χωρίς πληγές. Δεν έκανε λάθος. Όπως διάβασα κάπου, υπάρχουν ψυχές που αρέσκονται να ταξιδεύουν, οι κοινώς ονομαζόμενοι τεμπέληδες. Δεν είναι άσχημο. Άλλωστε, ο χαμένος τα παίρνει όλα.
…
…
Λοιπόν, το κοντέρ έχει μηδενίσει κι ετοιμάζω τις βαλίτσες για να σύρω το κορμί μου σε νέες διαδρομές. Μέχρι να γράψει πολλά χιλιόμετρα. Για να τα ξανασβήσω. Αν ποτέ σβήνουν, τελικά. Άλλωστε, όλοι γερνάμε κάποτε. Τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός των αξιοθέατων της πορείας.
…
…
…

…
Είναι η πρώτη μου ανάρτηση για τον καινούριο χρόνο, στη νέα έκδοση της AV. Δε θα μπορούσα, για κανένα λόγο, να με θεωρήσω προληπτική, αλλά όταν αρχίζεις, έστω όταν ξαναρχίζεις απ’ τα μισά της διαδρομής, θέλεις να αρχίζεις καλά. Θα έλεγα επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ούτε αυτό το πιστεύω. Άλλωστε, στα ταξίδια πάντοτε ξεκινάμε μ’ όρεξη, αλλά στη διαδρομή μπορεί να μας αλλάξει τη διάθεση μια μεταβολή του καιρού ή ένας απρόσμενος καβγάς.
Ωστόσο, εγώ θέλω να είμαι αισιόδοξη. Άλλωστε, μου είχε λείψει απίστευτα αυτή η συνήθεια.
…
Με τον τρόπο αυτό, της αισιοδοξίας, προσπαθώ να αντιληφθώ και τη νέα χρονιά. Ακόμη κι αν ο χαρακτηρισμός «νέα» είναι λίγο απατηλός. Ο χρόνος συνεχίζει να μετράει με τον ίδιο τρόπο κι η μόνη διαφορά είναι μια μικρή μουντζούρα στην ημερομηνία, καθώς από κεκτημένη ταχύτητα πάντοτε σημειώνω 2009. Ο χρόνος συνεχίζει να μετράει, με τον ίδιο τρόπο, αμείλικτος, κι εγώ βιάζομαι να ζήσω, τόσο που κουράζομαι κάνοντας σχέδια και στο τέλος τίποτα δεν πραγματοποιείται. Δεν πιστεύω σε καλοσύνη ή κακία της μοίρας. Υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες ή δυσμενείς συγκυρίες. Υπάρχει η δράση κι απέναντί της ο φόβος κι η απραξία. Ούτε στην ανικανότητα πιστεύω. Φοβάμαι, όμως, ότι, στην πραγματικότητα, η ζωή είναι εντελώς μνησίκακη. Δε συγχωρεί τα λάθη σου και δε δίνει πίσω τις χαμένες ευκαιρίες. Ωστόσο, η αλήθεια δεν αλλάζει κι ο άνθρωπος παραμένει θνητός. Πρέπει να το παραδεχτούμε.
…
Εκβιάζω τη συνέχεια, εκεί που τρέχω να προλάβω, μη με πιάσουν οι εκπλήξεις. Τόσο μ’ αρέσει ο άνεμος που μπορεί κανείς να υποθέσει πως δε φοβάμαι να με παρασύρει. Κι όμως, όταν βλέπεις κάποιον να πηδά από γκρεμούς ή ταράτσες, αυτός είναι που περισσότερο τρέμει την πτώση. Έτσι βιάζεται να την ξορκίσει. Δεν ξέρω αν είναι πιο ασφαλές να κρατιέται γερά από τα κάγκελα.
…
Χωρίς μνήμη, λένε, δεν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, χωρίς συνέχεια δεν υπάρχει μνήμη, υπάρχουν μόνο φαντάσματα που στοιχειώνουν το παρόν σου και το μέλλον γίνεται χαρτί πολυγραμμένο πληγωμένες ελπίδες. Σ’ έναν κόσμο που όλοι έχουν μάθει να ξεχνάνε, που όλοι βρίσκουν καινούριους τρόπους να ξεχνάνε, πονάει περισσότερο όταν δε θυμόμαστε. Είμαι αισιόδοξη γιατί ονειρεύομαι το παρελθόν και ξυπνάω στο μέλλον. Είναι η δικαίωση στην ανατολή, ή έστω, στο ξύπνημα.

Ο χρόνος που μας πέρασε μετρούσε 2009 χιλιάδες χρόνια από την εποχή, όπου τοποθετείται η γέννηση του Χριστού. Είναι σαν κάθε χρόνο να αλλάζουμε χρόνο, γιορτάζοντας τα ετεροχρονισμένα του γενέθλια. Κι αρχίζουν πάλι, ξέρετε, ίσως και με αυξημένη ένταση, οι γνωστές υποσχέσεις των γενεθλίων, ενώπιον θεών, δαιμόνων και φίλων, για τον τερματισμό των κακών συνηθειών και για τις καινούριες αρχές. Περισσότερο μάλλον τις πιστεύουμε τώρα, ή μάλλον μας εκβιάζει κάπως το γεγονός ότι έχουμε μάρτυρες, γιατί αυτό το κίνημα της βελτίωσης ή της ελπίδας βελτίωσης μαζικοποιείται τον καινούριο χρόνο. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ είχα πάντοτε τη γιαγιά να με κυνηγάει να κάνω μπάνιο, ώστε να είμαι καθαρή κι όμορφη τον υπόλοιπο χρόνο, να διαβάσω τα μαθήματά μου, ώστε να τα πηγαίνω καλά στο σχολείο κι άλλα τέτοια μικρά μυστικά. Είναι κι αυτό μια αντίληψη των παλιών, δηλαδή ότι όπως σε βρει ο καινούριος χρόνος, με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσεις. Πρέπει, λοιπόν, να κάνω μια οικονομία κινήσεων.
Σήμερα πολλοί θα κάνουν ρεβεγιόν με φίλους, συναδέλφους, ακόμη και μ’ ανθρώπους που αντιπαθούν. Θα κλείσουν τα φώτα μετρώντας αντίστροφα. Ίσως χάσουν πολλά λεφτά στα χαρτιά και στη συνέχεια θα πάνε στα μπουζούκια ή στα κλαμπ. Κάποιοι μπορεί να βλέπουν τηλεόραση με αφοσίωση. Άλλοι θα κόψουν απ’ το βράδυ τη βασιλόπιτα και κάποιοι άλλοι, μικρότεροι, θα περιμένουν την οικογένεια να τσουγκρίσει, έτοιμη μες στα ρούχα που αγόρασαν ειδικά γι’ απόψε. Κάποιοι ακόμη μικρότεροι, θα προσπαθήσουν να κρατηθούν ξύπνιοι ώστε να προλάβουν τον Αϊ-Βασίλη, μέχρι να κουραστούν. Άλλωστε, φέτος ο αγαπημένος μου άγιος άλλαξε καριέρα ή τον χτύπησε η κρίση. Κι εγώ μεγάλωσα κάπως για να κοιμάμαι κάτω από το δέντρο.
Αν είναι η αποψινή μέρα το τέλος ενός χρόνου, ή απλά μια ψευδαίσθηση αναγκαιότητας επιθεώρησης για ακόμη μια φορά της ζωής μας, δεν ξέρω. Ίσως προγραμματίσαμε την ύπαρξή της στα ημερολόγια για να έχουμε την αντίληψη της κρίσιμης καμπής. Ίσως για να θυμηθούμε αυτά που έχουμε θάψει σε παρόν και κοντινό παρελθόν. Ίσως για να φτιάξουμε σχέδια για το μέλλον. Πότε, όμως, κι αυτή η αλλαγή του χρόνου παύει να έχει νόημα και σου αφήνει μόνο εκείνη τη μικρή ελπίδα πως το αύριο θα είναι απλά καλύτερο; Εκείνη τη μικρή ελπίδα που έχεις όταν ξυπνάς το πρωί και μπαίνει φως απ’ το παράθυρο.
Αν καταφέρω να βρω ένα λόγο να μισήσω αυτές τις μέρες είναι ότι με αντιπαθώ που καταφέρνω να αντιπαθήσω. Τα λαμπιόνια στις πόρτες και στα παράθυρα αντιγράφουν τη σιωπή όσων πέρασαν κι ύστερα παίζουν ρυθμικά, σα να χλευάζουν την παροδικότητα. Αν δε παίρνει να μετανιώσεις, μπορεί και να λυπάσαι. Ίσως επειδή τίποτα δεν αλλάζει κι είσαι αδύναμος για το χρόνο. Είναι μια πόρτα χωρίς δωμάτιο από πίσω. Αναπόδραστο συναίσθημα όταν μετράς με το ρολόι.
Θα ήταν πιο ωραίο να έχω χιούμορ, αλλά αυτό είναι κάτι σαν επιστολή αποχωρισμού. Στη μέση του γράμματος, όσο κι αν θες να κρυφτείς σε παίρνουν τα ζουμιά. Κι ας ήταν κακός ο χρόνος που μας πέρασε, ας τον χαρακτηρίσω απλά δύσκολο από ευγένεια, εγώ υπήρξα ερωτευμένη. Με το κάθε λεπτό του. Έτσι είναι δύσκολο να μη συγχωρέσεις. Άλλωστε, σ’ αυτό το χρόνο έγινα είκοσι. Μεγάλωσα.
Δε θέλω να κάνω άλλη μια φορά ευχές για την αλλαγή του χρόνου. Νομίζω θα άξιζε κάποιος να μας πει να κρατήσουμε τις καλές αναμνήσεις από τις μέρες που πέρασαν από την προηγούμενη πρωτοχρονιά.
Να περάσετε καλά!
(Η φωτογραφία στην αρχή είναι από τον εορτασμό της πρωτοχρονιάς στο Παρίσι… Εμένα, κάπου εκεί θα τριγυρίζει κι απόψε το μυαλό μου..)
Είναι Δεκέμβρης. Το κλίμα έχει αλλάξει και στα μάτια μου παίζει από το παράθυρο, αυτή τη στιγμή, ένας ήλιος ζωηρός και άγριος. Στο χωριό τον ονομάζαμε πάντα «ήλιο με δόντια». Και δαγκώνει, γιατί επιμένω να κουρνιάζω με τον υπολογιστή δίπλα στο καλοριφέρ που, όσο είναι υπό την επίβλεψή μου, δε σταματάει να λειτουργεί. Άλλαξε το κλίμα, λοιπόν, αλλά εγώ διατηρώ το δικαίωμα να κρυώνω. Κι όταν ντύνομαι όλη την περηφάνια του ταξιδεμένου ή την ταπεινότητα του χαμένου, όταν τυλίγω όλη μου την ύπαρξη μέσα στο παλτό και λέω ξανά και ξανά ότι κάνει κρύο, θέλω να με παρηγορούν. Κι ίσως ν’ ανάβουν το τζάκι. Είναι ωραίο τέτοια εποχή.
Είναι παράξενο, γιατί κανείς δεν προσέχει πως η φύση κοιμάται. Σα να την έχουν θάψει κι απ’ τα βουνά έχει ξεθωριάσει άδοξα το πράσινο χρώμα. Μάλλον σε τέτοιον καιρό είναι ανώφελο να συλλογίζεται κανείς την Άνοιξη. Κι ας έμοιαζε το Σάββατο ο καιρός σχεδόν καλοκαιρινός, κρίνοντας μονάχα από το φως της μέρας, όπως αυτό ακουμπούσε πάνω στη θάλασσα.
Τα Χριστούγεννα τα περιμέναμε από τα πρωτοβρόχια, σα να είναι φυσικό αντανακλαστικό του ανθρώπου να θυμάται τη μόνη αφορμή ξεκούρασης (κι ατό μοιάζει σχετικό) σαν την κορύφωση του χειμώνα. Κι ήδη από τις πρώτες βροχές μοιάζει να χειμωνιάζει. Κι οι άνθρωποι γίνονται πιο αργοί, γιατί στο κρύο δεν επωφελούνται και τόσο οι γρήγορες κινήσεις, ίσως και πιο όμορφοι, γιατί τα μακριά παλτό, τα κασκόλ, τα καπέλα μοιάζουν πιο κομψά, πιο μελαγχολικοί με αυτή τη γοητεία που τα θλιμμένο πρόσωπο μπορεί να έχει. Ο Χειμώνας έχει αυτή την τάση της σοβαρότητας. Ίσως γιατί κουμπώνεται, όπως κι εμείς μέσα σε ζεστά ρούχα, λες κι αυτά επαναπροσδιορίζουν τη σεμνότητά μας.
Και τα Χριστούγεννα πέρασαν κι άλλοι τα πέρασαν μόνοι, άλλοι χαρούμενοι, άλλοι μεθυσμένοι, άλλοι σχεδόν αδιάφορα, με την ενδόμυχη απόλαυση της αποχής από την δουλειά την επόμενη μέρα. Εγώ, μάλλον, τα πέρασα γεμάτη περιέργεια για πολλά που δεν είχα δει και μου αποκαλύφθηκαν εκείνη τη μέρα. Άλλωστε αυτό είναι το νόημα ενός ταξιδιού. Αυτές τις μέρες στο χωριό δε θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω κάπως αλλιώς. Διακοπές και ξεκούραση δεν είναι, αν λάβεις υπόψη σου, ότι δεν καταφέρνω να βρω ούτε λίγα λεπτά αποκλειστικά μόνη με τον εαυτό μου. Δε θα τις έλεγα ούτε περίοδο ξέφρενης διασκέδασης κι αυτό θα το υπέθετε κανείς εύκολα, γνωρίζοντας ότι για δέκα μέρες θα είμαι σ’ ένα χωριό, χωρίς πολλές δυνατότητες. Βέβαια, δεν είχα υπολογίσει το γεγονός ότι ο αδερφός μου πήρε δίπλωμα και γι’ αυτό έχουμε κάποιες μικρές ευκαιρίες απόδρασης.
Κι όμως, όσο ωραία ή άσχημα να είμαι εδώ, δε μπορεί να μη μου λείψει η Αθήνα. Επίσης, δε μπορώ να σκεφτώ έναν τρόπο για να μη με πλημμυρίζει ένα απαίσιο συναίσθημα ζήλειας, γνωρίζοντας ότι όλα στην πρωτεύουσα κυλούν με αμείωτο ή ακόμη και αυξημένο ενδιαφέρον, παρά την αποχώρησή μου. Κι εγώ εδώ εκνευρίζομαι με το ασημένιο χρώμα των ταξί ή την περίεργη απόχρωση των πράσινων φαναριών. Θα ήθελα να χτυπούσε ασταμάτητα το τηλέφωνο και, σα να μην ήξεραν, να μου κανόνιζαν βόλτες στα Εξάρχεια.
Ελπίζω όσοι μείνατε πίσω να περνάτε καλά κι όσοι φύγατε ακόμη καλύτερα. Κι όσοι πήγατε στα χιόνια, μπορείτε να απολαύσετε την ψευδαίσθηση του ρομαντισμού αυτών των ημερών. Όπως και να το δει κανείς, σ’ ένα ηλιόλουστο ουρανό, ο Αϊ-Βασίλης δε θα μπορεί να σύρει το έλκηθρο του.
Powered by WordPress Powered by WordPress MU.