|
|
Welcome to Athens Voice blogs. This is your first post. Edit or delete it, then start blogging!
lets go!
Άντε γιατί
χορταριάσαμε…
Ξέρω, ξέρω, δε δικαιούμαι ακριβώς να λέω εδώ μέσα ότι φεύγω, αφού στην ουσία ποτέ δε γύρισα. Τι να κάνω όμως, να μην το πω; Θα το πω. Φεύγω! Για λίγο, για πολύ, για πάντα, πάω πολύ μακριά, εδώ δίπλα, στα πέρα μέρη…
Φύσα!
…μ' ένα τεράστιο χαμόγελο, μ' ένα παράπονο (κρυφό), μ' έναν άκρως αγχωμένο ενθουσιασμό, να κυνηγήσω τη ζωή, να τη στήσω λίγο ακόμα, απλά να τη ζήσω, να ξεφύγω από τα γνωστά, να εξοικειωθώ με τα άγνωστα, να βρίσκω πάντα άγνωστα, να βάλω επιτέλους μια τάξη, να διαλύσω την τάξη που σχηματίζω ασυνείδητα γύρω μου, να κάνω αταξίες, να πάρω αποφάσεις, να τις αναβάλλω λίιιιιγο ακόμα, να μην τις πάρω ποτέ, να χτυπήσω το κακό στη ρίζα του, αγκαλιάζοντάς το με στοργή, να σκοτώσω το χρόνο μου ρε αδερφέ! Τι κακό έχει, δηλαδή, αυτό; Χρόνο έχουμε – μέχρι να μην έχουμε πια, ε; Ε; Ναι.
Το ήξερα ότι θα συμφωνήσεις μαζί μου =)
Θα τα πούμε σύντομα, κάποτε, πότε…
(κι αν είσαι καλό παιδί, θα 'χει κι άλλες ιστορίες με γωνίες, βίδες και υδραυλικούς – αυτό πάρ' το σαν απειλή και κάνε με περήφανη!)
γέμισα τη βαλίτσα, φόρτωσα το i-pod, πότισα τα φυτά (αχ, τι θα βρω ζωντανό δεν ξέρω), έφυγαααααααααααααααααααα!
τα λέμε από Σεπτέμβρη!! =)

στα δειλά, μικρά, πολύ μικρά αφεντικά
Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όριά του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω
κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό,είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ αλλάξω..
Μα εγώ μ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ τις λύπες θα πετάξω
Σιγά μην κλάψω,σιγά μην φοβηθώ,σιγά μην κλάψω…
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω,σιγά μην φοβηθώ,σιγά μην κλάψω
ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΦΟΒΗΘΩ ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω
σ έναν καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι
κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό,είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ αλλάξω..
Μα εγώ μ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ τις λύπες θα πετάξω
Σιγά μην κλάψω,σιγά μην φοβηθώ,σιγά μην κλάψω…
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω,σιγά μην φοβηθώ,σιγά μην κλάψω
ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΦΟΒΗΘΩ ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ
ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΦΟΒΗΘΩ ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ……..
Κι
όμως, υπήρξα αδικαιολόγητα δύσπιστη, καλοσυνάτε αναγνώστη μου. Γιατί την
επόμενη μέρα οι βοηθοί ήρθαν. Κάθισαν, ήπιαν τον καφέ τους, έφαγαν το καρπούζι
τους, ήπιαν το τσάι τους, με ρώτησαν τι έκανα στη χώρα μου τη Βουλγαρία (Γκρις,
Γιουνανιστάν!), α, Ρωσίδα είσαι, (ε ναι, 2 μέτρα ξανθιά γαλανομάτα τι άλλο θα
‘μουνα; Γιουνάν, λέω, Γιουνάν!), α, Ρουμάνα μήπως; Ναι, Ρουμάνα. Θέλετε τώρα να
δείτε λίγο τα υδραυλικά στο 8; Αααα, ναι, σωστά, καλά που μας το θύμησες, πάμε.
Αλληλούια! λέω, αλλά αυτή τη φορά ήμουν αδικαιολόγητα αισιόδοξη. «Δεν είναι
τίποτα, δεν είναι τίποτα, να, ένα λαστιχάκι εδώ πρέπει ν’ αλλάξουμε, δυο λεπτά
δουλειά!» «Τέλεια! …. Πού πάτε καλέ;;». «Τι πού πάμε; Ααα, όχι, δε μπορούμε
τώρα, δεν έχουμε λαστιχάκι μαζί. Άσε που δεν κάνει να δουλεύεις με γεμάτο
στομάχι.» «….» «Θα έρθουμε, όμως, το βράδυ, μετά τη δουλειά, τι ώρα σχολάς;»
«…(εισπνοή-εκπνοή) … ( εισπνοή-εκπνοή) … (έλα, μπορείς, θα τα
καταφέρεις!) … κυρία Γκιουλτεεεεεεεέν!!»
Η
καλή μου η Γκιουλτέν τα οργάνωσε όλα. Ορμήνεψε τη Ρεϊχάν να μην κουνήσει ρούπι
το βράδυ από δίπλα μου και να μην επιτρέψει τίποτα ανεπανόρθωτο να συμβεί στην
τιμή μου. Ε, όχι να τη δώσουμε σε βοηθό υδραυλικού, αν είναι γιατί δεν έπαιρνε
(όχι έτσι, με την καλή έννοια – την άλλη καλή έννοια, ξεκόλλα πια!) τον
μικραδερφό μου που έχει και μαγαζί δικό του; («Μα δεν καταλάβατε, δεν είναι το
θέμα μου ποιος θα με πάρει, το θέμα μου είναι ποιος θα φτιάξει το ζεστό νερό
στο 8!» «Σσσς εσύ, δεν ξέρεις!» «Μάστα.»). Η Ρεϊχάν, με τη σειρά της, φρόντισε
να ξετρυπώσει κάτι βίδες και να με βοηθήσει να μεταφέρουμε το αποκεφαλισμένο
τραπεζάκι σε κεντρικό σημείο, έτσι ώστε να είναι όλα έτοιμα, από τη μια για την
αποκατάσταση της ζημιάς και από την άλλη για τον απαραίτητο αντιπερισπασμό. Αυτό
που δεν προβλέψαμε είναι ότι οι βοηθοί του συμβεβλημένου υδραυλικού, που
καταφθάσανε το βράδυ με μπύρες και φιστίκια (α, εγώ είχα κεράσει τσάι και καφέ,
ήταν η σειρά τους) δε θα είχαν μαζί τους κατσαβίδι. Ούτε κάβουρα για ν’
αλλάξουν το λαστιχάκι, αλλά δεν είχε σημασία, έτσι κι αλλιώς φέρανε καταλάθος
λαστιχάκι νούμερο 5 αντί για 6, οπότε η επιστροφή τους την άλλη μέρα (την άλλη
βδομάδα, τον άλλο μήνα, τον επόμενο χρόνο) ήταν αναπόφευκτη. Κάπου εκεί,
ευγενικέ μου αναγνώστη, ένιωσα να ξεχειλίζει ο κουβάς, να πιάνει βαθύ κόκκινο ο
διακόπτης, τα λυσσάνε τα καμπανάκια, να καλπάζει προς το μέρος μου το
εγκεφαλικό, δεν αντέχω πια η Ρουμάνα, φέρτε μου έναν κάβουρα, ένα μπουλόνι, μια
βαριοπούλα κάτι, θα τα φτιάξω εγώ τα γαμο-υδραυλικά!
Δεν
τα έφτιαξα. Ούτε πληροφορήθηκα αν το 8 απέκτησε ζεστό νερό κάποια στιγμή μες
την επόμενη σεζόν. Όμως το επόμενο πρωί αγόρασα το πρώτο μου κατσαβίδι.
Αναποδογύρισα το τραπέζι, άπλωσα όμορφα-όμορφα τις βίδες και άρχισα να τις
σπρώχνω ευγενικά μια-μια στις τρυπούλες τους, στρίβοντας απαλά τα κεφαλάκια
τους, στην αρχή με το χέρι, μετά με το κατσαβίδι, μέχρι να νιώσω να
αντιστέκονται στην τρυφερή πίεση του εργαλείου μου και να βεβαιωθώ πως φτάνανε
όσο βαθιά έπρεπε, προσέχοντ…
«Τι
κάνεις εκεί;;!!» Όχι, όχι, όχι, φτού! Το Μικρό Αφεντικό! «Δεν είναι αυτό που
νομίζετε, να, εγώ… το τραπέζι, δηλαδή, εεε… ο υδραυλικός… δηλαδή οι
βοηθοί… κατσαβίδι δεν… εεε…» «Δε σου πα βρε κορίτσι μου ότι αυτό δεν
είναι δική σου δουλειά; Να, κάτι σαν κι εσένα χαλάνε την πιάτσα! Δε μου λες, τι
θα κάνουν δηλαδή οι μάστορες για να ζήσουν, κλέφτες θα γίνουν;»
«Ξέρω
μια θέση pool-girl που
αδειάζει οσονούπω εδώ κοντά, θέλετε να ρωτήσετε τον υδραυλικό αν
ενδιαφέρεται;», είπα το βράδυ στον ύπνο μου – κι εκείνος, έμεινε σιωπηλός.
Πριν
η τσαγιέρα σφυρίξει τρεις φορές, ακούω αυτοκίνητο να σταματάει πίσω από το
μικρό μας κουζινοκυλικείο. Πετάγομαι έξω, ενθουσιώδη μου αναγνώστη, και
ταυτόχρονα α) ακούω το τσάι να χύνεται, β) νιώθω κάτι να περνάει σφαίρα κάτω
από τα πόδια μου με κατεύθυνση την πισίνα και γ) βλέπω το αυτοκίνητο να ξαναβάζει
μπρος και να φεύγει. Μέχρι να συνέλθω από τα αλλεπάλληλα σοκ, μια άγνωστή μου
κυρία έχει εισχωρήσει στην κουζίνα και περισώζει ότι απέμεινε απ’ το τσάι, δυο
άγνωστά μου κουτσούβελα πλατσουρίζουν στην πισίνα κι εγώ νιώθω ότι κάτι πάει
πολύ, αλλά πάρα πολύ λάθος. Γκρνγκ γκρνγκ εμπρός καλή μου μανιβέλα, μας
περιμένει δουλειά!
Τρεις
ώρες αργότερα κι αφού μάταια έχω ψάξει το Μικρό Αφεντικό στο τηλέφωνο, έτσι
ώστε να ξεκαθαριστεί μια για πάντα το θέμα «υπάγονται τα παιδιά και η γυναίκα
του συμβεβλημένου υδραυλικού στην κατηγορία μη πελάτες και άρα δεν τους
επιτρέπεται η χρήση της πισίνας και άρα θα κατηγορηθώ για επαίσχυντη παραμέληση
των καθηκόντων μου ως πισινοκέρβερος ή όχι;», [κι αφού η Γκιουλτέν, η
καθαρίστρια (που τα πάει ομολογουμένως πολύ καλύτερα στην αποφασιστική λήψη
αμετάκλητων αποφάσεων και τη ηγεμονικά ρητή εφαρμογή τους), μου ξεκαθαρίσει
πως, όχι, δεν υπάγονται, αφού ο υδραυλικός εκτός από γυναικαδερφός
του μπατζανάκη του ξάδερφου του πελάτη του 8, είναι και συμπέθερος της
ανιψιάς του κουνιάδου της Γκιουλτέν] αρχίζω να νιώθω κάπως καλύτερα. Με την
οικογένεια του υδραυλικού τριγύρω, νιώθω μια κάποια ασφάλεια, μια εγγύηση καλών
προθέσεων, να, δυο-τρεις δουλίτσες θα ξεπετάξει και θα έρθει ο άνθρωπος. Δε
μπορεί ν’ αφήσει τα παιδιά του εδώ να πλατσουρίζουν για πάντα (μπορεί;;;;;;).
Οχτώ
ώρες μετά και με το σαγόνι μου να πονάει απ’ την προσπάθεια να διατηρήσω το
χαμόγελο συμπάθειας και αλληλοκατανόησης που έχει παγώσει τόσο στο πρόσωπό μου
όσο και στης κυρίας υδραυλικού (όχι το ίδιο χαμόγελο, άλλο, δικό της, εξίσου πονεμένο,
τολμώ να υποθέσω), ακούω θόρυβο αυτοκινήτου που πλησιάζει τη Γωνία, την
περνάει, φτάνει στο δρόμο μας, σταματάει, «ΉΡΘΕ!» Με μια φωνή συντονισμένα τσαλακώνονται
τα παγωμένα χαμόγελα, ανάλαφρα κορμιά σηκώνονται όλο ανακούφιση, απρόσεχτα χέρια μαζεύουν
πράγματα και πιτσιρίκια όπως να ‘ναι, γρήγορα πόδια τρέχουν στ’ αυτοκίνητο αποφασιστικά. Ο υδραυλικός με
χαιρετάει από μέσα καλοσυνάτα, «θα ξανάρθουμε την άλλη Κυριακή!», «το 8, έχουμε
πρόβλημα στο 8!», «θα στείλω αύριο τους βοηθούς μου, μην ανησυχείς καθόλου! Πες
ότι έγινε!». «Έγινε», λέω, προσπαθώντας να το παίξω μικρή ολανδέζα. Μάταια…
Ποτέ δεν είχα ροδοκόκκινα μάγουλα.
Έσφιξαν
πάλι οι ζέστες, λαμπερέ μου αναγνώστη,
και να ‘μαι πίσω στο ήσυχο, μικρό μας, θέρετρο. Νοερά, όπως ακριβώς θα έρθεις τώρα
κι εσύ, θες δε θες. Δε θυμάμαι που σε είχα αφήσει είναι η αλήθεια και μη μου
πεις να πάω πίσω να κοιτάξω, όχι, θα σε ξαναπιάσω από κει που θέλω εγώ. Πρέπει,
άλλωστε, κάποια στιγμή να αποδεχτείς το ρόλο του μικρού παντοδύναμου θεού που η
θέση μου και το password μου μου παραχωρεί και μη διανοηθείς καν ότι, παρά τα
γλυκόλογα που σου αραδιάζω κάθε φορά για να σε καλοπιάσω, είσαι σε θέση να
κατευθύνεις τη διήγηση προς τη μια ή την άλλη ή την παράλλη κατεύθυνση.
Αρκέσου, λοιπόν, στην ανάγνωση και θυμήσου, αυτή είναι που σε ορίζει σαν
ύπαρξη, χωρίς αυτήν δεν υπάρχεις, σταμάτησες να διαβάζεις; έσβησες – μα τί άλλο
πρέπει να σου πω για να σε βάλω στη θέση σου, καθηλωμένο στη σκαλιστή σου
πολυθρόνα, να ρουφάς αχόρταγα τις λέξεις που σου απευθύνονται, καθώς κι εκείνες
που κάνουν πως γραμμένο σ’ έχουν (και, άρα, δε σε εμπεριέχουν στη γραφή
τους), έτσι ώστε ήσυχη να συνεχίσω να υποκρίνομαι πως δεν υπάρχεις και να σου
διηγηθώ τη συνέχεια;
Ωραία.
Κάθισες. Χάσου. Ξεκινάω.
Νιώθω
την ανάγκη σ’ αυτό εδώ το σημείο, αθώε μου αναγνώστη, να σου δώσω ένα-δυο επιπλέον
στοιχεία για το πώς λειτουργούν τα πράγματα στο μικρό μας θέρετρο. Πώς, δηλαδή,
δε λειτουργούν. Πάρε για παράδειγμα το ζεστό νερό στο διαμέρισμα 8. Ναι, σωστά
κατάλαβες, το «πάρε» ήταν σχήμα λόγου, αφού ζεστό νερό στο διαμέρισμα 8 δεν
υπάρχει. Τρεις οικογένειες παραθεριστών πέρασαν από το 8 – να μια σπουδή πάνω
στο πώς διαχειρίζονται διαφορετικοί πολιτισμοί την ίδια κρίση. Η πρώτη, εύπιστη
εκ φύσεως και καλοπροαίρετη, σαν μικρή ολανδέζα, υπομονετικά πέρασε τις
διακοπές της περιμένοντας αύριο τον συμβεβλημένο υδραυλικό, και αποχώρησε με
μια μόνη πικρία να σκιάζει την ευχάριστη, αναζωογονητική διαμονή της: τι κρίμα
να μη μπορούν να παρατείνουν τις διακοπές, ούτως ώστε να γνωρίσουν επιτέλους
τον υδραυλικό που έρχεται αύριο. Η δεύτερη, καχύποπτη και μουρτζούφλικη εκ
πεποιθήσεως, σαν γερμανός γιάπις σε τριτοκοσμικό παραθεριστήριο, από την πρώτη
μέρα ζήτησε αλλαγή δωματίου – και να οι μουσικές καρέκλες, και να τα 237691 χύμα
συμπράγκαλα, και να ‘μαι στο διαμέρισμα 8 να ρίχνω το αίμα απ’ το
κεφάλι με κρύα ντους. Η τρίτη, γηγενής και άρα πολυμήχανη, βρήκε αμέσως την
άκρη. Ο συμβεβλημένος υδραυλικός, ο Χασάν, γυναικαδερφός του μπατζανάκη του
ξάδερφου του πελάτη, θα ερχόταν την Κυριακή. Ναι, αυτή την Κυριακή!
Τρέμοντας από συγκίνηση έβαλα το τσάι στη φωτιά εκείνο το
πρωί. Επιτέλους, το διαμέρισμα 8 θα αποκτούσε ζεστό νερό. Κι εκείνο το
τραπεζάκι που ένα μήνα τώρα έχουμε ακέφαλο και παραμελημένο στην άκρη του
κήπου, θα έβρισκε, επιτέλους, το μάστορά του. (Το Μικρό Αφεντικό ήταν εξ' αρχής κατηγορηματικό: «τι εννοείς να το βιδώσουμε εμείς; Τον υδραυλικό τι τον
έχουμε;»)
"If you think you're too small to be effective, you've never been in bed with a mosquito."
Το είδα χθες σε t-shirt μπροστά στη Βουλή. Μήπως την επόμενη φορά εκτός από "ουουου" να κάνουμε και "μπζζζζ";

«Όποιος και αν είσαι, έλα.
Ακόμη και αν είσαι άπιστος,
παγανιστής ή πυρολάτρης, έλα.
Στην αδελφότητά μας δεν υπάρχει απελπισία.
Ακόμη και αν εκατό φορές έσπασες
τους όρκους σου γιά μεταμέλεια, έλα».
Η περσική
λέξη δερβίς (ντερβίς) σημαίνει ζητιάνος. Λίγο αργότερα γίνεται η λέξη
αυτή τίτλος για τους μοναχούς Μουσουλμάνους, που δεν εργάζονται, αλλά
αποζούν από την επαιτεία την οποία ασκούν περιπλανώμενοι. Στο πέρασμα
του χρόνου δερβίσηδες αποκαλούνται οι Μουσουλμάνοι μοναχοί οι
ενταγμένοι σε αδελφότητες. Στην Περσία, Συρία και Τουρκία «ζω
δερβίσικα» πάει να πει, είμαι αυτάρκης με τα λίγα που έχω, ζω κατά ένα
λιτό τρόπο, δεν έχω κανέναν ανάγκη για υλικά αγαθά
Στο πέρασμα των αιώνων έχουν υπάρξει πολλά διαφορετικά τάγματα δερβίσηδων (Sufi orders).
The whirling dance that is proverbially
associated with dervishes, is the practice of the Mevlevi Order in
Turkey, and is just one of the physical methods used to try to reach
religious ecstasy (majdhb, fana). The name "Mevlevi" comes from Rumi, a
poet, whose shrine is in Turkey and who was a Dervish himself. This
practice, though not intended as entertainment, has become a tourist
attraction in Turkey.
Οι Μεβλεβί Ντερβίς (Δερβίσηδες Μεβλεβί) είναι ένα Σουφικό Τάγμα. Με τον όρο Σούφι εννοούμε εκείνες τις πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ, και οι οποίες εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, πρεσβεύοντας ότι το ανθρώπινο πεπρωμένο εξαρτάται από την ανεξιχνίαστη θέληση του Θεού. Σε αυτές τις κοινότητες επικράτησε αρχικά το ασκητικό στοιχείο του μυστικισμού, ενώ με την πάροδο του χρόνου ο ασκητισμός θεωρήθηκε ως προκαταρκτικό στάδιο για την επίτευξη της πνευματικής ζωής. Ο μυστικισμός πήρε την θέση του ασκητισμού ως στόχος και επιδίωξη. Οι κοινότητες των Σούφι επηρεάστηκαν άμεσα από τις αρχαιότερες παραδόσεις και φιλοσοφίες της Ανατολής και της λεκάνης της Μεσογείου, όπως ο Νεοπλατωνισμός, ο Γνωστικισμός, ο Βουδισμός και ο Χριστιανισμός. Όλες αυτές οι διδασκαλίες έπαιξαν το ρόλο τους στην τελική διαμόρφωση της σουφικής διδασκαλίας, αφού σύμφωνα με τους Σούφι «όλες οι Παραδόσεις οδηγούν στην μια και μόνη αλήθεια».
Η ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΕΜΑ
« Ο χρόνος είναι σαν το ξίφος. Εάν δεν τον διαπεράσης θα σε διαπεράσει
» έλεγε ο Αλ Γκαζαλί, ο άνθρωπος που απέτρεψε τον διωγμό των σουφικών
ταγμάτων, σχεδόν πριν μιά χιλιετηρίδα.
Έτσι, όπως οι ινδιάνοι –
μάγοι της Αμερικής, οι σαμάνοι του βορρά της Σιβηρίας, οι βουντού της
Δαχομέης, οι αναστενάρηδες του Λαγκαδά, όπως – χιλιάδες χρόνια πριν –
οι ακόλουθοι του Διονύσου και οι ιερές δούλες της Αστάρτης, έτσι μέχρι
σήμερα οι περιστρεφόμενοι ζητιάνοι (ντερβίς) της αγάπης του θεού
διαπερνάν τον χρόνο, που τον ορίζει η κίνηση και ο ήχος. Η Σεμά αρχίζει
και μαζί με την πρώτη από τις τέσσερεις σελάμ – τις μουσικές κινήσεις
της τελετής – αρχίζει η πρόκοσμη κίνηση
του Ενός γύρω από το Όλο.
Ότι ήταν θα είναι, ότι θα υπάρξει υπήρχε. Στο σεμαχάν – τον χώρο της
τελετής – μπαίνει ο σεμαζένμπασι – ο οδηγός του χορού – που τον
ακολουθούν οι δερβίσιδες (σεμαζέν) φορώντας μαύρες κάπες. Ο σείχης (
σείκ ) μπαίνει στο δωμάτιο τελευταίος. Υποκλίνεται και κάθεται σε μιά
κόκκινη προβιά. Ο χαφίζ – ο δερβίσης που έχει αποστηθίσει το Κοράνι –
ψέλνει μιά προσευχή στον Μεβλάνα και μιά στροφή ( σουρά ) από το
Κοράνι. Οι μουσικοί αρχίζουν να παίζουν, σπάζοντας τη σιωπή. Ο σείχης
ξεκινάει την περιστροφή με ρυθμό αργό. Τον ακολουθούν οι σεμαζέν
κυκλώνοντας τον χώρο τρεις φορές και σταματούν γιά να υποκλιθούν στην
θέση του σείχη – στην κόκκινη προβιά. Βγάζουν τις μαύρες κάπες, τις
φιλάν και τις αφήνουν στο πάτωμα. Η ύπαρξη γενιέται μέσα από τα μαύρα
πέπλα της ανυπαρξίας. Οι σεμαζέν υποκλίνονται στον σείχη με τα χέρια
σταυρωμένα στο στήθος και του φιλούν το χέρι – με πρώτο τον
σεμαζένμπασι – ενώ εκείνος φιλά το σίκε, το κάλυμμα της κεφαλής τους. Ο
χορός ψάλει στροφές από το Κοράνι. Οι δερβίσιδες ξαναρχίζουν την
περιστροφή, έχοντας τα χέρια τους σε έκταση, με την δεξιά παλάμη
στραμένη στον ουρανό και την αριστερή στη γη, έτσι ώστε η ενέργεια που
έρχεται από ψηλά να διαπερνά το σώμα και να διαχέεται στο έδαφος. Ο
σείχης πηγαίνει στη μέση του σεμαχάν και αρχίζει να περιστρέφεται όπως
ο ήλιος, με τους πλανήτες γύρω του. Επιστρέφει στη θέση του,
υποκλίνεται, κάθεται και φιλά το πάτωμα. Οι σεμαζέν φοραν τους μανδύες
τους ξαναγυρίζοντας στην μη-ύπαρξη, στην ένωση με το όλο. Ο σείχης
απαγγέλει την πρώτη στροφή από το Κοράνι.
Οι σεμαζέν φιλούν το
πάτωμα και σηκώνονται. Ο σείχης ψέλνει μιά προσευχή στον Μεβλάνα και
μαζί με τους σεμαζέν προφέρει τον ήχο «χου», την ιερή λέξη που περιέχει
την ουσία του θεού. Υποκλίνονται προς την κόκκινη προβιά και αποχωρούν.
Οι
τέσερεις σελάμ της Σεμά. Η Γένηση, η εκστατική κατανόηση του Όλου, η
απώλεια του Εγώ (η βουδιστική Νιρβάνα) και τέλος, ο Θάνατος, η Μεγάλη
Επιστροφή.
ΤΖΕΛΑΛΕΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ
Ο Τζελαλεντίν Ρουμί (1207-1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο
(Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του
Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Τα σπουδαιότερα έργα
του είναι το "Ντιβάν", συλλογή λυρικών ποιημάτων και το "Μεσνεβί"
(δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα,
μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το Σουφικό τάγμα των Μεβλεβί.
Ο Jalal al Din Mohammad Ibn Husain al Rumi γενήθηκε το 585 έτος Εγίρας
( 1207 μκχ ) στο Balkh της περσικής επαρχίας του Χορασάν ( στο σημερινό
Αφγανιστάν ) – στην αρχαία Βακτριανή.
Ο πατέρας του, Baha al Din,
είχε τον τίτλο του ηγέτη των ορθόδοξων θεολόγων και ήταν μέλος σουφικού
τάγματος. Γιά να αποφύγει την εισβολή των Μογγόλων του Τζένκις Χαν
φυγάδευσε την οικογένειά του πρώτα στη Μέκα, στο Αλλέπο και στη Δαμασκό
και ύστερα στο Ικόνιο το 1228. Την εποχή αυτή, σουλτάνος των Σελτζούκων
του Ρουμ είναι ο Alaeddin Keykubad I, άνθρωπος με μεγάλη παιδεία, που
τοποθετεί τον Baha διευθυντή ( ουλεμά ) στο κορανικό σχολείο ( μεντρεσέ
) της πόλης του Ικονίου. Ο νεαρός Celaleddin παράλληλα με την μελέτη
του Κορανίου συναναστρέφεται χριστιανούς και εβραίους, διαβάζει τα ιερά
τους κείμενα, μελετά τους έλληνες φιλοσόφους και μυήται στο Σουφισμό.
Μέτα τον θάνατο του πατέρα του το1231, αναλαμβάνει την διεύθυνση του
σχολείου και σε λίγο καιρό γίνεται ο πνευματικός οδηγός χιλιάδων
ανθρώπων – συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του σουλτάνου – που τον
αποκαλούν Mevlana, δηλαδή ο Δάσκαλός μας. Ωστόσο ο μεγάλος θεολόγος,
μαθηματικός και αστρονόμος, νοιώθει ότι κάτι πολύ σημαντικό λείπει από
την ζωή του – μιά απευθείας ένδειξη του θείου, μιά Αναλαμπή όπως έλεγαν
οι Σούφι. Όμως, ότι ψάχνεις σε βρίσκει και η μέρα της Φώτισης γιά τον Rumi
ξημέρωσε στις 28 Νοέμβρη του1244. Στην αγορά του Ικονίου οι έμποροι
παζάρευαν την τιμή της ζάχαρης. Ένας παράξενος περιπλανώμενος δερβίσης
εμφανίστηκε, φορώντας το μάλλινο ράσο των Σούφι πάνω από τα
κουρελιασμένα ρούχα του.
Η ζωή και η προέλευση του Mehmet Seemseddin Tebrizi είναι σκεπασμένες
από την ομίχλη του μύθου. Λέγεται ότι ο πατέρας του κήρυξε ένα αιρετικό
Ισλάμ, εγκαταλείποντας την προγονική του σέχτα, τους Ισμαιλίτες. Ο
Semsi Tebrizi άρχισε το ταξίδι του από την Ταυρίδα της Περσίας και στα
εξήντα του πιά έφτασε στο Ικόνιο. Αυτός ο ιπτάμενος (παράντα) – όπως
τον έλεγαν – δερβίσης, ήταν ακαλιέργητος, κακότροπος και είρωνας, και
δίδασκε την ματαιότητα του κόσμου της ύλης και την ανάγκη της Φώτισης,
της ένωσης με το θείο. Όπως δηλώνει το όνομά του – Sems στα περσικά
σημαίνει ήλιος – είχε μιά εσωτερική φλόγα, μιά θεική φωτιά, που πήγαζε
από την πίστη ότι ο Αλλάχ τον είχε επιλέξει γιά να εκφέρει τον θείο
λόγο. Και πραγματικά, ο λόγος του σκοτεινού προφήτη μαγεύει το
ιρανόφωνο σουλτανάτο των Ρουμ και μεθάει τον Mevlana με το μυστικιστικό
κρασί των Σούφι. Εκεί, στη μέση της αγοράς, ο μεγάλος ποταμός συναντάει
τον ωκεανό. Ο πάνσοφος θεολόγος του Ικονίου παραδίνεται, μέσα σε μιά
στιγμή, στο προκατακλυσμιαίο φως του δίσκου του ήλιου. Όλη η θεωρητική
γνώση του Rumi γκρεμίζεται μπροστά στην κατανόηση του αρχέγονου «
αόρατου κόσμου » του Parada.
Ο Ρουμί εγκαταλείπει την θέση του στο
κορανικό σχολείο και γίνεται μαθητής του Tebrizi, που του δείχνει τον δρόμο γιά
την ένωση με τον Αγαπημένο. Όμως οι μαθητές του ίδιου του Mevlana τυφλωμένοι
από ζήλεια σκοτώνουν τον Tebrizi το 1247. Ο Rumi συντετριμένος από τον θάνατο
του φίλου και δασκάλου του απομονώνεται σε ένα δικό του κόσμο διαλογισμού,
γράφοντας τα μυστικιστικά του κείμενα, μεταξύ των οποίων και το περίφημο
εξάτομο ποιήμα Mathnawi (Mesnevi στα Τούρκικα) που πολλοί το ονομάζουν
Qur’an-e Farsi, δηλαδή «Κοράνι στα Περσικά». Η περιδίνηση αρχίζει. Ο Δάσκαλος,
περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του και γύρω από τον ήλιο της Ταυρίδας,
μπαίνει σε κατάσταση έκστασης, υπό τον ήχο των καλαμένιων αυλών, που παίζουν
αδιάκοπα. Ο πέρσης αστρονόμος μιμήται την κίνηση των πλανητών γύρω από τον
ήλιο, την εποχή που, γιά τον «πολιτισμένο» χριστιανικό κόσμο, η γη είναι
επίπεδη.
Την νύχτα του θανάτου του (17 Δεκέμβρη 1273), την «Γαμήλια Νύχτα» του, χιλιάδες άνθρωποι από πέντε
διαφορετικές θρησκείες, τον συνόδεψαν στην ένωσή του με τον Αλλάχ,
διαβάζοντας – ο καθένας στην γλώσσα του – τα ιερά τους βιβλία,
θρηνώντας τον χαμό του.
—
Το καθαρό νερό του ξέπλυνε την ψυχή μου
από κάθε στενοχώρια.
Τώρα έχουμε ενωθεί απόλυτα.
Λένε ότι η αγάπη ανοίγει την πόρτα
από την μια καρδιά στην άλλη.
Αλλ' όταν λείπει ο τοίχος
πώς να υπάρχει πόρτα;*
(ααααχ)
—
Αν μια εικόνα του Θεού σου μοιάζει
να τη λατρεύω είναι το παν.
Αν το κρασί είναι απ' το δικό σου κύπελλο
να έχω μεθύσει είναι το παν.
Μ' ένα φευγαλέο βλέμμα της αγάπης σου
τα' χασα όλα.
Αν έτσι όμως έρχομαι κοντά σου,
να τ' απολέσω όλα είναι το παν.*
(τρελός έρωτας για τον κύριο Semsi Tebrizi!)
—
Δίχως Αγάπη
όλη η Λατρεία είναι ένα ασήκωτο βάρος,
ο χορός αγγαρεία,
η μουσική σκέτος θόρυβος.
Ναι, όλη η βροχή τ’ ουρανού πέφτει στη θάλασσα
μα δίχως αγάπη
ούτε μια σταγόνα δεν γίνεται μαργαριτάρι.*
(και δεν υπάρχει και οπτικοακουστικό υλικό, μια φωτογραφία, κάτι, να το δούμε το παλικάρι!)
—
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχουν μουσουλμάνοι, χριστιανοί κι εβραίοι.
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχει πίστη κι απιστία.
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχει σώμα, νους, καρδιά και ψυχή.
Γιατί ακούς αυτούς που βλέπουν με άλλο τρόπο;
Αν δεν είναι ερωτευμένοι είναι τυφλοί.*
(και μετά λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός… όχι, όλοι εμείς είμαστε τυφλοί… καλά τα λες, δάσκαλε!)
—
Απάγγειλα έναν στίχο,
Ο Εραστής γέλασε.
Είπε: "Προσπαθείς να με κρατήσεις με τα χαριτωμένα σου στιχάκια;"
Είπα: "Κι εσύ έπρεπε να μου τα κάνεις συντρίμμια;"
Είπε: "Ήταν τόσο μικρά. Πώς να με χωρέσουν; Γι αυτό κομματιάστηκαν."*
(πάντως λίγο καθίκης ο εραστής, δεν είναι;;)
———————————————————————–
πηγές:
Dervish @ wikipedia.org
Τζελαλεντίν Ρουμί @wikipedia.org
Δερβίσηδες Μεβλεβί @wikipedia.org
Ο ΕΞΑΙΣΙΟΣ ΡΩΜΙΟΣ
Οι Δερβισικές Αδελφότητες
*Ο Αγαπημένος, Τζελαλαντίν Ρουμί, εκδ. Αρμός (απόδοση Καδιώ Κολύμβα)
ο επισκέπτης tas έγραψε…
Γεια σας παιδακια…
Εγώ εγραψα το περιβόητο mail, την Παρασκευή το πρωί.
Ημουν θυμωμένος.
Και θα συνεχίσω να είμαι θυμωμένος, όπως έγραψα, κάθε Παρασκευή που θα μιζεριάζω στο σπίτι μου.
Κάποιοι με έκραξαν. Πρόβλημά τους.
Κάποιοι άλλοι με κοιτάζουν καχύποπτα. Δικαίωμά τους.
Αλλά δεν είμαι πολιτικός. Ούτε θα οδηγήσω το Γενος μας στον Παράδεισο (!)
Θέλω μόνο την συμπαράστασή σας, για να μη γίνω ο τρελλος του χωριού, όταν θα γκρινιάζω -πιθανότατα μόνος μου- τον Οκτώβριο.
Γιατί τότε, όταν όλοι οι ιδιοτελείς συμφεροντολόγοι θα το έχουν βουλώσει, θα έχω βρεί τον τρόπο να κάνω την προπαγάνδα υπερ της Φύσης.
Και η Φύση πάντα νικάει. Πόσο μάλλον, αν της δώσεις φωνή.
Ας μαζευτούμε λοιπόν σε αυτή τη συγκέντρωση στη βουλή (8/7. 19.00), να δούμε πόσοι επιτέλους προτιμούν μια πράσινη Πάρνηθα, από μια λαδςμένη βουτιά στη Λούτσα. (Δεν έχω καμια σχέση με τη διοργάνωση της συγκέντρωσης, αλλά θα είμαι εκεί… ΛΟΙΠΟΝ? ΤΙ ΛΕΣ? ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ)
Τρίτη, 3 Ιούλιος 2007 13:01
|
|