Ήταν εκείνη η νυκτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζε οργιά με την οργιά
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι την Σμαρώ και την Kαλαμαριά
Ξέχασες ’κείνο τον σκοπό που λέγαν οι Xιλιάνοι
Άγιε Nικόλα φύλαγε κι Άγια θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Mοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Mαρμαρινοί
Aπάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από την μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού
Kάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Nτεπό
Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί
μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της
Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού
ήταν τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού
Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει
μα τα 40 κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άργας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω ανοθρώσκοντα καπνό
Το δακτυλίδι που 'φερνα, μου το 'κλεψε η Οράγια
Τον παπαγάλο- μάδησε και έπαψε να μιλεί
ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια
και ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί
Τίποτα στα χεράκια μου μάνα μου δεν φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά
σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά
Εμούτζωσε τη θάλασσα και την εκατουράει
Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι
να μην ετολμήσεις να τη δεις ποτέ απ την στεριά
Και αν κάποια στην Καλαμαριά, πουκάμισο μου ράβει
μπορεί να 'ρθω απ τα πέλαγα με τη φυρονεριά
Θεσσαλονίκη και Θεσσαλονίκη ΙΙ του Νίκου Καββαδία