Ο Αύγουστος είναι πάντα Αύγουστος.
Επιδόθηκα στα 7 θανάσιμα αμαρτήματα δίχως δεύτερη σκέψη. Ποιος μπορούσε να με σταματήσει? Ποιος θα μπορούσε να έχει άλλωστε αυτή τη δύναμη.
Γούσταρα τα πρωινά μου να τα περάσω αγκαλιά με την πετσέτα μου, ξάπλα στην καυτή άμμο, στο ένα χέρι το baby oil και στο άλλο το κινητό. Αγναντεύοντας τη θάλασσα και μετρώντας χαλίκια.
Γούσταρα να τεμπελιάσω, να φάω μέχρι σκασμού και απλά να πάω στο δωμάτιο μου, να βγω στο μπαλκόνι να ξεφουσκώσω απολαμβάνοντας τη θέα που μου προσφερόταν + ένα τσιγάρο και μετά γρήγορα για ύπνο με την κουβερτούλα μου. (σημ. το κλιματιστικό στους 20οC)
Γούσταρα να ξυπνήσω και να πιω τον καφέ μου στην πισίνα (άσχετα αν τις περ/ρες φορές πλατζούριζα μόνο τα πόδια μου). Απαραίτητο για να ξυπνήσω μια γρήγορα παρτίδα Κουμ-Καν.
Δεν έχω ενοχές που δεν πρόλαβα να ζήσω αυτά που με επιμονή με τραβολόγαγαν να ζήσω. Ομολογώ πως βαριέμαι αυτό το πέρα-δώθε σε κάθε καλοκαιρινή εξόρμηση. Να πας εκεί, να δεις αυτό, να φωτογραφίσεις εκείνο και εκείνο, να δοκιμάσεις το ποτό και το φαγητό του τάδε μαγαζιού, να αγοράσεις κι αυτό και πάει λέγοντας.
Πήγα, είδα αυτά που ήθελα να δω, μου ‘φυγε η πίστη να περπατάω στα πέτρινα δρομάκια της παλιάς πόλης και να κόβω βόλτες σε στενάκια, ανηφορίτσες – κατηφορίτσες.
Απήυδησα να ακούω ξένες γλώσσες, σιχάθηκα να βλέπω κορμιά κάτασπρα σαν γάλα, κατακόκκινες μύτες, κατάξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια.
Με ενόχλησε που ο φραπέ έκανε 2.10€ και ένα ποτηράκι τσάι 1.90€. Με τσάντισε που ενώ έβρισκα ασύρματα δίκτυα, ήταν όλα κλειδωμένα. Έκλαψα που από την τρελή υγρασία της περιοχής, μου χάλασε για ακόμα μια φορά το πληκτρολόγιο του laptop. Lost ήθελα; Καλά να πάθω.
Στεναχωρήθηκα που πάντα έτρωγα ένα πιάτο φαί ενώ κάποιος άλλος έφτανε μέχρι το τέταρτο + γλυκό + φρούτο. Χάρηκα πάντως που το menu κάθε βραδύ περιελάμβανε ζυμαρικό και έναν τέλειο κιμά!!
Με πιασε η καρδιά μου όταν αντίκρυσα τις νεροτσουλήθρες, παρακάλαγα να μείνω και τις 4 ώρες (είχαμε και μια διωρία) στην πισίνα που κόζαρα με το που μπήκαμε στο πάρκο. Είχε και τεχνητά κυματάκια, οπότε μια χαρά. Παραμάσχαλα το must σωσιβιάκι-κουλούρα και have fun, μέχρι πτώσης.
Αλλά πως; να πάω στο μεγαλύτερο νεροτσουληθρομάνι και να μη δοκιμάσω τα παιχνίδια του; το καθήκον με κάλεσε. Ή θα στραμπούλαγα κανά ποδάρι ή θα ξερενόμουν στο γέλιο. Το αποτέλεσμα; Να ουρλιάζω σαν κακομαθημένο μυξιάρικο “Κι άλλοοοοο, κι άλλοοοοο”.
Επίσης τσακώθηκα με τον εαυτό μου.. Πάντα, τέτοια εποχή, κυρίως σε διακοπές, κυρίως όταν είμαι μακριά από το σπίτι μου παθαίνω τα απίστευτα. Χτυπάω, ματώνω, με πιάνουν τα αυτιά μου, τα μάτια μου. Διαολίζομαι. Φέτος το καλοκαίρι αυτό, ήθελε αλλεργία από baby oil. Κάποιος ξεφώνισε πως σου κάνει τέλειο μαύρισμα. Το μαύρισμα το έκανε, αλλά μαζί με αυτό έφερε στην επιφάνεια και κάτι σπιθουράκια ΝΑ!!
En fin…
Όσα δεν έκανα, δεν πρόλαβα, δεν άντεξα, θα ‘ναι στη λίστα για το επόμενο καλοκαίρι.. προς το παρόν παρατηρώ πόσο αταίριαστη μοιάζω εγώ και το μαυρισμένο μου σώμα, στην Αθήνα.. © Mixahl














